ΒΙΒΛΙΟ

Αυθεντικό μυθιστόρημα δρόμου

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

ΜΑΡΤΥ ΛΑΜΠΡΟΥ
Με λυμένο χειρόφρενο
εκδ. Κέδρος, σελ. 310

​​Σκαρφαλωμένη στο κουβούκλιο της νταλίκας, με τα πόδια απλωμένα στο παρμπρίζ, η δωδεκάχρονη Σωτηρία φεύγει μακριά απ’ το οικογενειακό σπίτι. Δίπλα της, βαρύς αλλά τρυφερός, ο σχεδόν άγνωστος πατέρας της οδηγεί το ογκωδέστατο τέρας της ασφάλτου που χαϊδευτικά αποκαλεί «Καραϊσκάκη». Μια ζωή έχει λιώσει στο τιμόνι βγάζοντας τα προς το ζην και ξεφεύγοντας από μια οικογένεια που διαρκώς τον διώχνει. Η γυναίκα του νευροπαθής, χαροκαμένη, μες στα μαύρα, αδυνατεί να ξεπεράσει τη φρίκη των σφαγμένων της γονιών πριν από σαράντα χρόνια στις γερμανικές εκτελέσεις του Διστόμου. Βρισκόμαστε στις αρχές της δεκαετίας του ’80, στα πρώτα χρόνια του ΠΑΣΟΚ, ανάμεσα σε βιοπαλαιστές που ζουν με αγίους τους τον Μαρξ, τον Ενγκελς και τον Αρη Βελουχιώτη. Πρόκειται για τη βαθιά Ελλάδα, για ανθρώπους ψημένους στη ζωή, που δεν ξέρουν να εκφρασθούν αλλά νιώθουν· πρόκειται για μια Ελλάδα αυθεντική και συνάμα ιδεοληπτική, για ανθρώπους με όνειρα ρευστά, που ωστόσο ξέρουν να αφουγκράζονται τόσο τα άψυχα εργαλεία της δουλειάς όσο και τους κοντινούς τους.

Τρίτο βιβλίο της Μάρτυς Λάμπρου, το αυτοβιογραφικό «Με λυμένο χειρόφρενο» είναι ένα μυθιστόρημα δρόμου. Το πεζογραφικό κείμενο δημιουργεί χαρακτήρες, έχει σασπένς και επιτυγχάνει μια ισχυρή αποτύπωση των αισθήσεων που αφήνουν πίσω τους οι μυρωδιές, οι ήχοι κι οι εικόνες. Η Σωτηρία θα κάνει με την νταλίκα τρία ταξίδια στα δώδεκα, στα δεκαπέντε και στα δεκαοχτώ της χρόνια. Σωτήρης για τον πατέρα της και Σώτη για την ίδια, από συμπαθητικό μαγκάκι κι άμαθο παιδί, και από ανυπότακτη έφηβη θα μεγαλώσει, θα ωριμάσει και θα μεταμορφωθεί σε νέα, αυτοδύναμη, υπεύθυνη γυναίκα. Πρώτο ταξίδι απ’ τη γενέθλια Λιβαδειά μέσω Πάτρας στο Μιλάνο. Η Σωτηρία θα διασταυρωθεί με αγωνιστές της επιβίωσης, θα γνωρίσει την αλληλεγγύη του δρόμου και τα επιβεβλημένα κόλπα της ασφάλτου. Επιστροφή και υποχρεωτική παραμονή στο Μπάρι όταν οι οδηγοί θα εξαναγκαστούν σε πολυήμερη απεργία. Αν και ξέρει τι θα πει φτώχεια, η Σωτηρία θα γνωρίσει τη διαλυτική αναμονή, τη βασανιστική πείνα αλλά και την παρηγορητική συντροφικότητα των αυτοσχέδιων γλεντιών. Δεύτερο ταξίδι στο Βουκουρέστι σε μια διαδρομή όλο αναποδιές και απροσδόκητες εκπλήξεις. Εκτροπή στην παγωμένη κατηφόρα μιας απόκρημνης πλαγιάς στο ορεινό Κιλκίς και αναγκαστική κατάλυση στο φιλόξενο πανδοχείο της περιοχής. Τελική άφιξη στο Βουκουρέστι, για να συναντήσουν ποιον; Τον εξαφανισμένο κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου παππού που επανακτώντας τη χαμένη μνήμη του τους έχει ειδοποιήσει να έρθουν να τον πάρουν. Θα εγκατασταθεί στο σπίτι και η αγαθή του επαφή τόσο με τους καρπούς της γης όσο και με την οικογένειά του θα θεραπεύσει ανίατες πληγές. Τρίτο ταξίδι μέσω Τουρκίας στο Ιράκ, με τη Σωτηρία μεταμφιεσμένη σε αγόρι σ’ έναν δρόμο όπου τα πάντα βρίσκονται στο έλεος του Θεού – με κλέφτες εκβιαστές, με άγνωστους κανόνες και την έγνοια ληγμένων γραμματίων. Η μαθητεία της Σωτηρίας θα ολοκληρωθεί με την πρώτη ερωτική της σχέση.

Ο κόσμος της πεζογράφου είναι αυθεντικός. Δρόμος, λιμάνι, τιμόνι. Σκαμμένα πρόσωπα – ο γέρο Σεραφείμ, ο λουσάτος Τσάρος, ο υποτακτικός Σπύρος, ο διπρόσωπος Αποστόλης. Το περιβάλλον της ασφάλτου. Αποθήκες, νταλίκες, φορτία, διαφορικά, μπουλόνια, ρυμούλκα, ζάντες, φώτα πορείας, παρκίδες, κλαρκ, καδρόνια, παλέτες. Και ολόγυρα η διαλυμένη φύση - γράσα, πετρέλαιο, μαζούτ, γυαλιά, καυσαέρια, λάστιχα, σκουπίδια, λασπόνερα, λαμαρίνες. Δίπλα στον βιοπαλαιστή πατέρα της η Σωτηρία εκπαιδεύεται. Και όταν φτάνει η στιγμή κι εκείνος αρρωσταίνει, η Σωτηρία με τη φόρμα δουλειάς και τα κλειδιά στο χέρι θα σκαρφαλώσει στο κουβούκλιο αναλαμβάνοντας να κουμαντάρει πανηγυρικά τα ληγμένα γραμμάτια κι έναν ολοκαίνουργιο «Καραϊσκάκη».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ