ΒΙΒΛΙΟ

Πενθώντας την απώλεια συζύγων

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΛIΛΙ ΤΑΚ
Ζήσαμε την ευτυχία
μετ.: Θωμάς Σκάσσης
εκδ. Κέδρος, σελ. 230

ΤΖΟΥΛΙΑΝ ΜΠΑΡΝΣ
Τα τρία επίπεδα της ζωής
μετ.: Θωμάς Σκάσσης
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 164

«Δεν υπάρχει τίποτα πιο σκανδαλώδες από έναν ευτυχισμένο γάμο», σημείωνε πριν από χρόνια ο Aνταμ Φίλιπς και ίσως έχει δίκιο αν ρίξουμε μια ματιά σε όσα ζευγάρια του στενού κύκλου μας συνεχίζουν απτόητα την προσπάθεια της συμβίωσης για πάνω από τρεις δεκαετίες. Μπορεί ο Φίλιπ Ροθ να λέει ότι είναι κουραστικό να τρως κάθε μέρα το ίδιο φαγητό σφίγγοντας τα δόντια, αλλά φαίνεται πως υπάρχουν ζευγάρια που αυτό το κάνουν με μεγάλη χαρά ή τουλάχιστον δεν φαίνεται ότι σφίγγουν και πολύ τα δόντια. Τι γίνεται, όμως, όταν ύστερα από μια μακρά συμβίωση, αίφνης ο ένας από τους δύο συζύγους πεθαίνει; Πώς βιώνει το πένθος αυτός/αυτή που (επι)ζεί; Κι ακόμη, υπάρχει τελικά έξοδος από το πένθος, ιδιαίτερα όταν επρόκειτο για ένα ευτυχισμένο ανδρόγυνο;

Δύο συγγραφείς, ο Βρετανός Τζούλιαν Μπαρνς που έχασε τη σύζυγό του Πατ Κάβανα το 2008 και η Αμερικανίδα Λίλι Τακ, που έχασε τον σύζυγό της Εντουαρντ Τακ το 2009, καταθέτουν τη δική τους μαρτυρία. Ο πρώτος, στη νουβέλα του «Η απώλεια του βάθους», την εκτενέστερη από τις τρεις που απαρτίζουν το βιβλίο του «Τα τρία επίπεδα της ζωής». Η δεύτερη, στο αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα της «Ζήσαμε την ευτυχία».

Κοινός παρονομαστής και των δύο, η ύπαρξη στο παρελθόν μιας ισχυρής σχέσης που ο γάμος, γεγονός σπάνιο, «απογείωσε» και ο θάνατος, γεγονός κοινό, διέλυσε από τη μια στιγμή στην άλλη, καθιστώντας το παρόν αφόρητο. Δεν αντιδρούν όμως το ίδιο μπροστά στην απουσία του Αλλου. Η Λίλι Τακ επικεντρώνεται στις ωραίες στιγμές που έζησαν μαζί, στον τρόπο γνωριμίας τους στο Παρίσι του ’60, αναπολεί το πρώτο φιλί, αλλά και το πρώτο καβγαδάκι. Στέκεται ιδιαίτερα στα ταξίδια που πραγματοποίησε με τον άνδρα της και προσπαθεί να θυμηθεί αν υπήρξε ποτέ μια προειδοποίηση, μια υποψία ή έστω ένα θεϊκό σημάδι για το τέλος. Αρπάζεται με λαχτάρα απ’ όσα γεγονότα ζωντανεύει η μνήμη της και βρίσκει την παρηγοριά σε κάθε βιωμένη αίσθηση.

Η Νίνα, η μυθιστορηματική περσόνα της Λίλι Τακ, είναι μια χορτασμένη γυναίκα, πενθεί την απώλεια μα ταυτόχρονα τη δέχεται σαν κάτι το φυσιολογικό. Δεν υπάρχουν ανικανοποίητα όνειρα ή μεγάλα λάθη στη σχέση τους, γι’ αυτό και αποχαιρετά τον άνδρα της δίχως να τη βαραίνουν οι τύψεις. Δεν μετανιώνει για τίποτα, ούτε καν για τη σύντομη απιστία της κάποιο ανέμελο καλοκαίρι. Ισως σε αυτή τη στάση να βοηθά και η ύπαρξη της κόρης τους, ενός χαρισματικού παιδιού, που τη βοηθά να ξαναχτίζει τις αναμνήσεις της, ενώ παράλληλα δημιουργεί την ψευδαίσθηση της συνέχειας.

Η σκέψη της αυτοκτονίας

Αντιθέτως, ο Τζούλιαν Μπαρνς φαίνεται πως αρνείται την ίδια την πραγματικότητα μη αποδεχόμενος ουσιαστικά την απώλεια της συζύγου του. Απορεί όχι μόνο πώς ζει αυτός χωρίς την παρουσία της Πατ, αλλά πώς εξακολουθούν να ζουν και οι γύρω του χωρίς εκείνη! Βρίζει σκαιότατα όσους προσπαθούν να του συμπαρασταθούν με ψυχαγωγική διάθεση, βρίσκει λάθος όλα τα λόγια παρηγοριάς που προσπαθούν να του πουν. Μόνο ο θυμός τον ζωντανεύει και τον κρατάει όρθιο.

Σίγουρα καθένας πενθεί με τον τρόπο του. Ο τρόπος του Μπαρνς τον οδηγεί γρήγορα στη σκέψη της αυτοκτονίας. Η διαχείριση του πένθους είναι για τον συγγραφέα μια εργασία σκληρή και απαιτητική, που δεν έχει τη διάθεση ή τις αντοχές να την κάνει. Προτιμά τη φυγή, τη σιωπή, το κενό. Οι αναμνήσεις από την κοινή ζωή τους τον βυθίζουν περισσότερο στην απελπισία. Το πρόβλημά του, όπως ομολογεί, δεν είναι οι νύχτες στο διπλό κρεβάτι, που πια δεν μοιράζεται με την αγαπημένη του, μα οι ατέλειωτες ημέρες στο φως του ήλιου. Κάθε πράξη της καθημερινότητας είναι για τον Μπαρνς σκέτο μαρτύριο.

Ακόμη και η καταφυγή στη λογοτεχνία, δεν τον παρηγορεί και δεν τον ανακουφίζει. Στην περίπτωσή του «η προσκόλληση στο αφανισμένο αντικείμενο», -για να θυμηθούμε και τον Φρόιντ- μοιάζει παθολογική. Εντούτοις, γράφοντας τη συγκεκριμένη νουβέλα φαίνεται πως κατόρθωσε να βάλει μια τάξη στο χάος των συναισθημάτων του, αποφεύγοντας τους μελοδραματικούς τόνους.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ