ΒΙΒΛΙΟ

Η τραγικωμωδία της ύπαρξης

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΧΙΝΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΓΚΡΑΧΑΜ ΓΚΡΙΝ
Οι θεατρίνοι
μτφρ.: Κλαίρη Παπαμιχαήλ
εκδ. Πόλις, σελ. 398

«Η καημένη η Αϊτή δεν αποτελεί αποκύημα της φαντασίας μου, ούτε η διακυβέρνηση του δόκτορος Ντιβαλιέ, τον οποίο δεν χρειάστηκε να κηλιδώσω για να δημιουργήσω πιο εντυπωσιακό αποτέλεσμα. Αδύνατον να γίνει πιο σκοτεινή εκείνη η νύχτα». Η φράση αυτή, αποσπασμένη από την αφιερωματική στον εκδότη του επιστολή με την οποία ανοίγει το βιβλίο του ο Γκράχαμ Γκριν, δίνει λακωνικά το πλαίσιο, τον τόπο και τον χρόνο όπου θα εκτυλιχθεί η συναρπαστική του αφήγηση. Είναι η Αϊτή της δεκαετίας του ’60, βυθισμένη στην απόλυτη φτώχεια και το αχρειότερο χάος, έρμαιο των αιμοσταγών διαθέσεων του δικτάτορα Φρανσουά Ντιβαλιέ, του σιωπηλού «Παπα-Ντοκ», ενός μοχθηρού μάγου της φυλής που κυβερνά τον δεισιδαίμονα λαό του με το μαστίγιο. Σ’ αυτό το τοπίο της απόλυτης ερήμωσης, της βαρβαρότητας και της διαφθοράς, κινούνται σαν υπνοβάτες οι ήρωες του Γκριν: ένας γοητευτικός τυχοδιώκτης χωρίς ρίζες και χωρίς προσδοκίες, μια ασταθής ερωμένη, ένας συμπαθητικός απατεώνας που θα πληρώσει τη ρευστότητα της προσωπικότητάς του με τη ζωή του, ένα ζεύγος ηλικιωμένων Αμερικανών με αταλάντευτες ιδεολογικές εμμονές και βαθιά πίστη στον ανθρωπισμό, ένας μαρξιστής Αϊτινός γιατρός-πρότυπο ηθικής ακεραιότητας, πλαισιωμένοι από τις σκοτεινές μορφές των Τοντόν Μακούτ, των ανδρών της προσωπικής φρουράς του Ντιβαλιέ, καθεστωτικών φοβήτρων με μαύρα γυαλιά και όπλα που οι κάννες τους πάντα καπνίζουν.

Ομως το μυθιστόρημα του Γκριν (το οποίο ο Ελληνας αναγνώστης θα απολαύσει σε εξαιρετική μετάφραση) δεν είναι αμιγώς πολιτικό· ο συγγραφέας εκμεταλλεύεται τη ζοφερή ατμόσφαιρα της «βουντού απολυταρχίας», όπως προσφυώς ονομάστηκε η δικτατορία του Παπα-Ντοκ, για να υπογραμμίσει ακόμη περισσότερο τη μοναξιά, το διφορούμενο, το αδιερεύνητο, το παράλογο της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι ήρωές του είναι παγιδευμένοι σ’ έναν γκροτέσκο τόπο, όπως είναι παγιδευμένοι σε εαυτούς ακατάληπτους και για τους ίδιους, οριζόμενους από το τυχαίο. Χωρίς αρχές, χωρίς στόχους, φτηνοί, άχρηστοι, άνθρωποι χωρίς ιδιότητες, μπλοφάρουν, πουλάνε το σαρκίο τους σε τιμή ευκαιρίας, υποδύονται αισθήματα για να τα ακυρώσουν την επόμενη στιγμή, επαναλαμβάνουν αδιάκοπα την παντομίμα του έρωτα, της πολιτικής στράτευσης, της φιλίας, ώσπου να μείνουν μετέωροι και άφωνοι στη σκηνή, σαν θεατρίνοι που ξέχασαν τα λόγια τους, άδειοι από λέξεις, άδειοι από δυνατότητες, μόνοι.

Μια σπουδή στην ψευδαίσθηση, λοιπόν, είναι το βιβλίο του Γκράχαμ Γκριν, στην ψευδαίσθηση, όπως την χρησιμοποιεί ο Ντιβαλιέ, για να καθυποτάξει ως άλλος Βαρώνος Σαμντί (ένα είδος εγχώριου Χάροντα, το πνεύμα των νεκροταφείων, σύμφωνα με τη θρησκεία βουντού, που απεικονίζεται με φράκο, ημίψηλο καπέλο και μαύρα γυαλιά, ίδιος ο δικτάτορας) τους απλοϊκούς Αϊτινούς, ή όπως της παραδίδονται (εν πλήρει επιγνώσει;) οι ήρωες των «Θεατρίνων», πασχίζοντας να ξορκίσουν τη διάψευση ή την αποτυχία. Αλλά η ψευδαίσθηση, υπαινίσσεται ο Γκριν, είναι όπως η κοινή λογική: λίγη διαύγεια μας απομακρύνει απ’ αυτήν, πολλή διαύγεια μας επαναφέρει. Ο κατ’ εξοχήν κίβδηλος ήρωας του βιβλίου, ο κατά τα άλλα αξιαγάπητος κύριος Τζόουνς θα θελήσει, στο τέλος, να δικαιώσει την πλαστή του ταυτότητα αναδεχόμενος τον θάνατο ως αναπόφευκτη συνέπεια της βασισμένης στο ψεύδος βιοτικής του διαδρομής. Και ο συγγραφέας, με εξαιρετική μαεστρία, θα αποδώσει αυτόν τον παράδοξο συγκερασμό με την ιδιότυπη κυκλοθυμία της γραφής του, μεταβαίνοντας από τη μελαγχολία στο σκώμμα και από την ειρωνεία στο έλεος, διαμελίζοντας την τραγωδία της μοίρας και μεταφέροντας τον συνεπαρμένο αναγνώστη εκείθεν του γέλιου και των δακρύων.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ