ΠΟΛΗ

Το μέλλον που νοσταλγήσαμε

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η πλατεία Ομονοίας στα μέσα της δεκαετίας του 1960.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΠΤΥΧΕΣ

Τις προάλλες που βγήκα από το μετρό στην πλατεία Ομονοίας, είδα όλη την πλευρά προς την οδό Δώρου γεμάτη κόσμο. Τα τραπεζάκια ήταν γεμάτα και προς στιγμήν είχα την αίσθηση ότι έβλεπα μια άλλη πλατεία. Είχε βρέξει και τα χρώματα ήταν σαν από ακουαρέλα. Αυτό συνέβαινε στην Ομόνοια, και αυτό ήταν που κράτησα. Εναν σπόρο για το μέλλον. Ολόγυρα, όμως, ήταν το γνωστό τοπίο της αφυδάτωσης, χωρίς πολύ μυστήριο. Να ήταν ίσως επειδή έχουν κλείσει τα παλιά καφενεία, καθώς αυτά ήταν, όπως έλεγε ο Γιώργος Ιωάννου, που έδιναν τη μυστική ζωή της Ομόνοιας;

Σκεφτόμουν αρκετά τον «ομφαλό» της Αθήνας, καθώς η περί την Ομόνοια φιλολογία έχει εντυπωσιακή αντοχή στα «σαλόνια» των κοινωνικών δικτύων. Κάθε που εμφανίζεται μία παλιά φωτογραφία της πλατείας, οργανώνεται γύρω της ένα νοσταλγικό περιβάλλον, που ορίζεται και αναπτύσσεται οριζοντίως και καθέτως στην κοινωνική κλίμακα. Σταδιακά, η περίοδος της «νυχτερινής ζωγραφιάς», όπως την έβλεπε ο Μιχαήλ Μητσάκης πριν από 120 χρόνια, δείχνει να υποχωρεί σε απήχηση έναντι της εικόνας του σιντριβανιού, του Γιώργου Ζογγολόπουλου, από την καρδιά του 20ού αιώνα, σαν μια απευθείας διασύνδεση με το παρελθόν που είναι νωπό στη ζώσα αφήγηση.

Η Ομόνοια είναι ασφαλώς μύθος, βαθιά ριζωμένος σε ένα ρευστό υποσυνείδητο από τα χρόνια του Οθωνα έως σήμερα. Απασχολεί, ενοχλεί, προκαλεί, απωθεί και έλκει. Η κατά Ιωάννου «λίμνη» όπου εκβάλλουν οι «παραπόταμοι» έχει καταργηθεί, ακόμη και ο «παλιός, γνωστός βυθός» έχει αναμοχλευθεί, καθώς η υπόγεια πόλη, που ήταν μία αυλή των θαυμάτων, με εικόνες ενός γκροτέσκου αστικού εξπρεσιονισμού, συχνά ακραίου σαν ένας θίασος «υποψιασμένων κορμιών», έχει αποξηρανθεί. Μια Κωπαΐδα είναι η «λίμνη» της Ομονοίας, και η πάνω και η κάτω, η επιφάνεια και ο βυθός (στρωμένος κάποτε με καταχωμένες, πλέον, μνήμες και κατάλοιπα ανθρώπινης δραστηριότητας: όπως περιγράφει τον βυθό του Βοσπόρου ο Ορχάν Παμούκ στο «Μαύρο βιβλίο»).
Η σύγχρονη έλξη για την Ομόνοια του 20ού αιώνα έχει κάθε λόγο να είναι ισχυρή. Ασφαλώς, η τότε ατμόσφαιρα έχει εξωραϊστεί στη σημερινή τάση για άμβλυνση όψεων ευτελών και παρείσακτων. Και αυτές όμως, οι κάποτε παραστρατημένες εκδοχές της πλατείας, οι μη αστικές και οι βαθιά και εκ πεποιθήσεως περιθωριακές, αναβιβάζονται τώρα σε ένα σύγχρονο βάθρο καθαγιασμού με ένα φωτοστέφονο αγνής λαϊκότητας.

Οι κύκλοι απαξίωσης και εκτίμησης της πλατείας ακολουθούν τροχιές βίου και αυτές. Οταν δημιουργήθηκε το σιντριβάνι το 1960, άρχισε παράλληλα να καλλιεργείται η πρότερη εικόνα των ανθοπωλείων, χιλιοφωτογραφημένη τις δεκαετίες του ’30, του ’40 και του ’50. Αλλά το σιντριβάνι, σαν φοίνικας εκσυγχρονισμού, είχε αποστολή να συσπειρώσει το μητροπολιτικό όραμα της νέας πόλης. Η πλατεία αποκλήθηκε ακόμη και «πηδακοβριθής νησίδα» από επιστολογράφο του περιοδικού «Εικόνες» το 1959 (όταν τα έργα ήταν σε εξέλιξη). Αλλά η ειρωνεία περίσσευε, και τα 28 έτη βίου του μοντέρνου σιντριβανιού (έως την εγκατάσταση του Δρομέα) έμελλαν να μείνουν εσαεί σύμβολο μιας Αθήνας μοντέρνας που είχε την αφέλεια να πιστέψει ότι κινείται σαν βέλος στον χρόνο. Αυτή η αίσθηση της αστικής αειφορίας είναι που λείπει και ίσως αυτήν την απουσία νοσταλγούμε ενίοτε.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη