ΚΟΣΜΟΣ

Η τουρκοσυριακή κρίση του 1957

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΒΕΝΕΤΗΣ*

Η μεγάλη αμερικανική αεροπορική βάση στο Ιντσιρλίκ έπαιζε σημαντικό ρόλο για τον έλεγχο των χωρών τόσο προς Βορράν όσο και στη Μέση Ανατολή. Η τουρκοσυριακή κρίση αφορούσε την προσπάθεια των ΗΠΑ να αποτρέψουν σοβιετική διείσδυση στη Μέση Ανατολή.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Η τρίμηνη τουρκοσυριακή κρίση του 1957 ξεκίνησε στις 12 Αυγούστου 1957 και ολοκληρώθηκε στις 29 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Είχε δε τέσσερις πρωταγωνιστές: τις Ηνωμένες Πολιτείες, τη Σοβιετική Ενωση, τη Συρία και την Τουρκία. Η εν λόγω κρίση εντάσσεται σε μία σειρά μεταπολεμικών κρίσεων από το 1949 και καθ’ όλη τη δεκαετία του 1950 με κύριο πλαίσιο τον ψυχροπολεμικό ανταγωνισμό της Ουάσιγκτον και της Μόσχας για τη γεωπολιτική υπεροχή στη Μέση Ανατολή. Η εν λόγω σειρά κρίσεων με αμερικανική καθοδήγηση ξεκινά με την πτώση του Αλ-Κοουάτλι στη Συρία, το πραξικόπημα κατά του Μοσαντέκ στο Ιράν και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, την προσπάθεια των ΗΠΑ να εκδιώξουν τον δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο της Γουατεμάλας, Τζακάμπο Αρμπεντζ το 1954. Η σύγκρουση των δύο υπερδυνάμεων στη Μέση Ανατολή εντάθηκε κατά τη μεταβατική δεκαετία του 1950, μία περίοδο έντονων ανακατατάξεων και ζυμώσεων στη διπολική αντιπαράθεση. Το αμερικανικό Δόγμα Αϊζενχάουερ περί στήριξης των κρατών της Μέσης Ανατολής που θα βρίσκονταν προ της προοπτικής ένταξής τους στην κομμουνιστική σφαίρα επιρροής, σε συνδυασμό με τη μεταβατική περίοδο που ακολούθησε τον θάνατο του Στάλιν και τη διαδοχή του από τον Χρουστσόφ στη Σοβιετική Ενωση, αποτέλεσαν εκείνους τους παράγοντες που σφράγισαν τη γεωπολιτική θεώρηση των δύο μεγάλων δυνάμεων στη Μ. Ανατολή.

Πέραν του σχηματισμού του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας, ο ανταγωνισμός τους στην ευρύτερη περιοχή της Δυτικής Ασίας εντάθηκε με τον σχηματισμό του Συμφώνου της Βαγδάτης στις 24 Φεβρουαρίου 1955, το οποίο αποτέλεσε την προέκταση της δυτικής επιρροής στα νοτιοδυτικά σύνορα της Σοβιετικής Ενωσης με σκοπό τον περιορισμό της σοβιετικής επέκτασης στη Μέση Ανατολή, τον Περσικό Κόλπο και τον Ινδικό Ωκεανό. Το Σύμφωνο περιελάμβανε την Τουρκία, το Ιράκ, το Ιράν και το Πακιστάν με το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ ως συνδεδεμένα μέλη. Επίσης ιδιαίτερος ήταν ο ρόλος της Κύπρου καθώς φιλοξενούσε τις βρετανικές βάσεις και τις συνέδεε επιχειρησιακά με τη Μέση Ανατολή.

Οι κινήσεις της ΕΣΣΔ και η κλιμάκωση της αντιπαράθεσης

Στην πρωτοβουλία της Δύσης να περιορίσει την επέκταση της ΕΣΣΔ, αυτή αντέταξε την προσέγγιση της Συρίας και της Αιγύπτου σε μία εποχή άκρατου αραβικού εθνικισμού. Αυτός ήταν ο εγκάρσιος άξονας επί του οποίου η Μόσχα προσπάθησε να δομήσει γεωπολιτική επιρροή και να εξισορροπήσει την αμερικανική επιρροή του Συμφώνου της Βαγδάτης. Στην περίπτωση δε της Συρίας, η Μόσχα στήριξε ιδεολογικά το καινοφανές σοσιαλιστικό κίνημα Μπάαθ με παράλληλες κινήσεις προς το γειτονικό Ιράκ.

Από την πλευρά του ο αραβικός κόσμος, όπως και ο ιρανικός και ο τουρκικός, βρέθηκε στη δίνη του εθνικισμού και του εκσυγχρονισμού-εκκοσμίκευσης της κοινωνίας σε σχέση με την ισλαμική παράδοση. Αναζητώντας τον προσανατολισμό τους σε έναν διπολικό μεν αλλά ολοένα διευρυνόμενο γεωπολιτικά κόσμο, οι Αραβες είδαν την περιοχή της Μ. Ανατολής να μετατρέπεται σε πεδίο ψυχροπολεμικού ανταγωνισμού με σημεία αναφοράς το παλαιστινιακό πρόβλημα και την κρίση του Σουέζ την ίδια περίοδο.

Στη Συρία

Σε αυτό το πλαίσιο η Συρία με την ιδιαίτερη γεωπολιτική της θέση κλήθηκε να διαδραματίσει τον δικό της ιστορικό ρόλο. Η άνοδος του Κινήματος Μπάαθ στη διακυβέρνηση της Συρίας το 1954 σήμανε συναγερμό στην Ουάσιγκτον, η οποία έβλεπε με ανησυχία την αύξηση της κομμουνιστικής επιρροής στο Λεβάντε και την Μεσοποταμία. Η ενίσχυση των Μπάαθ στη Συρία αποτέλεσε το σημείο εκκίνησης της αμερικανικής εμπλοκής στα εσωτερικά πολιτικά πράγματα της Συρίας σε συνδυασμό με τη στήριξη του νατοϊκού συμμάχου.

Αμέσως μετά την άνοδο των Μπάαθ στη Δαμασκό άρχισε η περίοδος διαρκώς αυξανόμενων φιλικών σχέσεων μεταξύ της Συρίας και της Σοβιετικής Ενωσης. Τον Νοέμβριο του 1955 υπέγραψαν εμπορική συμφωνία και τον Αύγουστο του 1957 πολιτιστική συμφωνία. Ο Σύρος υπουργός Αμυνας επισκέφθηκε τη Μόσχα τον Ιούλιο και στις αρχές Αυγούστου 1957 και συμφώνησε την αγορά σοβιετικών όπλων ευρέος φάσματος. Η αύξηση της επιρροής της Μόσχας στη Συρία προκάλεσε την αντίδραση και της Αγκυρας, η οποία ανησυχούσε για την αλλαγή της στρατιωτικής ισορροπίας στο κατώφλι της. Ηδη το καλοκαίρι του 1957 είχαν εκδηλωθεί διασυνοριακά επεισόδια. Οι ΗΠΑ, παρά την άκαρπη εν τέλει διπλωματική τους προσπάθεια με τους πρέσβεις Ρίτσαρντς και Χέντερσον, από την πλευρά τους αποφάσισαν να δράσουν κατά τον ίδιο τρόπο με αυτόν στην Τεχεράνη του 1953. Πραξικόπημα.

Οι τόνοι ανεβαίνουν

Στις 12 Αυγούστου 1957 έγινε απόπειρα πραξικοπήματος στη Δαμασκό με σκοπό τον εκτοπισμό των φιλοσοβιετικών ηγετών των Μπάαθ και την άνοδο στην εξουσία μιας πιο μετριοπαθούς και φιλοδυτικής στρατιωτικής ελίτ. Το πραξικόπημα δεν πέτυχε και στις 18 Αυγούστου 1957 οι Μπάαθ προέβησαν σε σειρά αλλαγών υψηλόβαθμων αξιωματούχων, μεταξύ των οποίων και την τοποθέτηση του φιλοσοβιετικού στρατηγού Αζίζ Μπίζρι ως επικεφαλής των συριακών ενόπλων δυνάμεων.

Η Τουρκία στις 21 Αυγούστου απάντησε με διπλωματικές και στρατιωτικές κινήσεις. Αφενός οργάνωσε συναντήσεις με το Ιράκ, την Ιορδανία, τον Λίβανο και τη Σαουδική Αραβία, αφετέρου ενίσχυσε τις στρατιωτικές της δυνάμεις κατά μήκος των τουρκοσυριακών συνόρων. Στις 7 Σεπτεμβρίου οι ΗΠΑ επανέλαβαν το Δόγμα Αϊζενχάουερ και την πρόθεσή τους να στηρίξουν τους συμμάχους τους στην περιοχή. Η Δαμασκός αντέδρασε διπλωματικά, τονίζοντας ότι δεν προτίθετο να επιτεθεί στην Τουρκία. Το ίδιο τόνισε και ο Τούρκος πρωθυπουργός Μεντερές για τη Συρία μετά την αυστηρή προειδοποίηση του Χρουστσόφ στην Αγκυρα.

Στις 2 Οκτωβρίου τα δύο ελλιμενιζόμενα, ήδη από τις 21 Σεπτεμβρίου, σοβιετικά πολεμικά πλοία αναχώρησαν από τη Λαττάκεια και στις 7 Οκτωβρίου ο Χρουστσόφ επανέλαβε την προειδοποίησή του στην Αγκυρα. Οι Τούρκοι συμμετείχαν σε νατοϊκές ασκήσεις με 30.000 άνδρες. Στις 16 Οκτωβρίου στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ η Σοβιετική Ενωση και η Συρία επανέλαβαν τις κατηγορίες τους σε βάρος της Αγκυρας περί επικείμενης επίθεσης κατά της Συρίας μετά τις γενικές εκλογές της 27ης Οκτωβρίου στην Τουρκία. Οι Τούρκοι αντιπρόσωποι απέρριψαν τις κατηγορίες. Παράλληλα οι αμερικανικές στρατιωτικές κινήσεις στην περιοχή έβαιναν αμείωτες: μεταφορά όπλων στην Ιορδανία, κινήσεις του 6ου Στόλου ανοιχτά της Συρίας. Σκοπός τους ήταν η στήριξη της Τουρκίας και η κοινοποίηση του πολιτικού διπλωματικού μηνύματος προς τη Συρία.

Πολλαπλό μήνυμα για τη σύγχρονη εποχή

Η λύση δόθηκε εν τέλει από τις μυστικές επαφές των δύο υπερδυνάμεων, οι οποίες αποφάσισαν την αποκλιμάκωση της κρίσης. Στις 29 Οκτωβρίου ο Χρουστσόφ αποκλιμάκωσε την ένταση με την επίσκεψή του σε δεξίωση της τουρκικής πρεσβείας στη Μόσχα. Συνακόλουθα η Δαμασκός μετέβαλε τη στάση της στον ΟΗΕ, όπου και συζητήθηκε κατόπιν δικού της αιτήματος το ζήτημα των τουρκοσυριακών σχέσεων κατά το τρίτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου. Την 1η Νοεμβρίου η Δαμασκός απέσυρε τη διαμαρτυρία της. Είχε μεσολαβήσει η διμερής διπλωματική προσέγγιση με την προσωπική συνάντηση του Σύρου υπουργού Εξωτερικού Σάλεχ αλ-Μπίταρ και του Αμερικανού γενικού γραμματέα για Θέματα Μέσης Ανατολής Γουίλιαμ Ράουντρι. Ως τα μέσα Νοεμβρίου οι τουρκικές δυνάμεις είχαν αποσυρθεί από τη διασυνοριακή περιοχή.

Το κύριο μήνυμα της κρίσης του 1957 σε σχέση με τον συριακό εμφύλιο σήμερα αναφορικά με τη στάση των ΗΠΑ και της Τουρκίας στην περιοχή, είναι ότι στόχος των διπλωματικών προσπαθειών και του γεωπολιτικού σχεδιασμού σε επίπεδο ασφάλειας πρέπει να είναι ο τερματισμός της κρίσης και του πολέμου και όχι η διαιώνισή του. Επιπλέον οι διπλωματικές και όχι μόνο προσπάθειες δεν πρέπει να περιλαμβάνουν μόνο τα τέσσερα κράτη της περιοχής που είναι σύμμαχοι των ΗΠΑ αλλά και τον ίδιο τον Μπασάρ αλ Ασαντ και το Ιράν, οι οποίοι διαμορφώνουν τις εξελίξεις επί εδάφους. Με δεδομένη την αστάθεια στο Ιράκ μία τέτοια προσέγγιση φαντάζει σήμερα πιο αναγκαία παρά ποτέ για την επίλυση του Παλαιστινιακού και την ευρύτερη γεωπολιτική σταθερότητα.

* Ο δρ Ευάγγελος Βενέτης είναι υπεύθυνος Ερευνητικού Προγράμματος Μέσης Ανατολής στο ΕΛΙΑΜΕΠ, συγγραφέας του βιβλίου «Ο Ελληνισμός στο σύγχρονο Ιράν (1837-2010»), Αθήνα, 2011.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ