ΒΙΒΛΙΟ

Δρόμοι αχάρακτοι

ΜΑΡΙΑΛΕΝΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Στο βιβλίο του «Τα τρία επίπεδα της ζωής», ο Τζούλιαν Μπαρνς μεταφέρει το προσωπικό του βίωμα στο σύμπαν του συμβολικού.

Ο Τζούλιαν Μπαρνς, στο τελευταίο του βιβλίο με τίτλο «Τα τρία επίπεδα της ζωής», περιγράφει πώς οι άνθρωποι περνούν το πρώτο μέρος της ζωής τους πετώντας στα ουράνια, στη συνέχεια προσγειώνονται στη γη και στην πραγματικότητά της, για να βυθιστούν ύστερα στη σφαίρα της συνειδητοποίησης, της θλίψης και της απώλειας. Είναι ένα βιβλίο που γράφτηκε για τον θάνατο της γυναίκας του. Και ενώ υπάρχει αυτό το πραγματικό, οδυνηρό για εκείνον γεγονός, κατορθώνει να μεταφέρει το προσωπικό του βίωμα σε ένα παράλληλο σύμπαν, στο σύμπαν του συμβολικού, του έμμεσου. Τότε, το πραγματικό αποκτά άλλες διαστάσεις και επιδέχεται πλήθος αναγνώσεων και ερμηνειών. Ενα γεγονός της ιδιωτικής σφαίρας γίνεται αιτία αλλά και αφορμή να μεταφερθούμε στις ζωές των άλλων και στις δικές μας. Και ένας θάνατος γίνεται, εκτός από αυτό το οριστικό και πραγματικό για τον καθένα από εμάς, ένας άλλος τρόπος να δούμε την αρχή, τη ζωή και τον έρωτα.

Για παράδειγμα: ένα κοριτσάκι στην άκρη μιας πλατείας προσπαθεί να πει σε συνομήλικα παιδιά ένα παραμύθι. Εκείνα το αποδοκιμάζουν. «Δεν υπάρχουν τα παραμύθια», λέει ένα αγόρι φωνάζοντας. «Αυτά που θα μας πεις είναι βλακείες», της απαντά ένα άλλο, σίγουρο για την άποψή του. Το κορίτσι δεν πτοείται, αρχίζει να λέει το παραμύθι και, ενώ στην αρχή τα παιδιά είναι απρόθυμα, σιγά σιγά παρασύρονται στην αφήγηση του κοριτσιού.

Αλλη περίπτωση: ένας νεαρός έφηβος θέλει να ασχοληθεί επαγγελματικά με κάτι που, όπως λένε οι γονείς του, δεν υπάρχει χώρος γι’ αυτό στην Ελλάδα. Εχουν ξεκινήσει, λοιπόν, έναν αγώνα να τον μεταπείσουν να αλλάξει την προτίμησή του. Να την κάνει πιο «πραγματική». Να μπορεί να ανταποκριθεί στην αγορά, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί. Να μη μείνει άνεργος. Να προσγειωθεί στην πραγματικότητα.

Τι υπάρχει και τι δεν υπάρχει σε αυτήν τη ζωή είναι κάτι που χωρά πολλή συζήτηση. Και τι είναι τελικά αυτό το πραγματικό; Εάν υπάρχει ο κακός λύκος, εάν υπάρχουν οι μάγισσες, τα στοιχειά του δάσους, οι κοιμωμένες και το αδράχτι. Μάλλον δεν υπάρχουν με αυτήν τη μορφή. Υπάρχουν, όμως, οι φόβοι μας. Υπάρχουμε εμείς ως κακοί λύκοι, ως μάγισσες αλλά και ως κοιμωμένες. Οι ιστορίες πάντα αφηγούνται όχι μόνο μια εξωτερική πραγματικότητα αλλά κυρίως μια εσωτερική αντανάκλαση.

Μα πώς να μιλήσεις για τον θάνατο; Πώς να μεταφερθείς στην πραγματικότητα όταν οι λέξεις μοιάζουν λειψές απέναντι στο βίωμα; Πώς να περιγράψεις το κενό; Την απώλεια; Τον τρόμο της ύπαρξης; Αλλά και η χαρά πώς να μεταφερθεί; Πώς να φτάσεις σε αυτά τα ύψη της ευφορίας, της καρδιάς που φλέγεται για να περιγράψεις τη μετωπική σύγκρουση με τον έρωτα; Πώς να μιλήσεις για τον φθόνο, για την απογοήτευση, για τη μοναξιά, τον φόβο και την αμφιθυμία;

Ερχεται μια μέρα όπου οι λέξεις που γεννήθηκαν από την ανάγκη να καλύψουν μιαν έλλειψη λείπουν και αυτές. Τελειώνουν, αποδεκατίζονται, στερεύουν. Τους κόβονται τα πόδια και πέφτουν κάτω σαν στρατιώτες σε έναν άδικο πόλεμο. Και τότε πρέπει πάλι να βρούμε τις εφεδρείες μας. Να μιλήσουμε για όλα αυτά με έναν άλλο τρόπο. Να βρούμε την πλάγια οδό, να ανοίξουμε δρόμους εκεί όπου δεν υπήρχαν. Να βρούμε μια άλλη πραγματικότητα.

Τα παραμύθια, οι συμβολισμοί, οι ιστορίες με τα πολυποίκιλα νοήματα σαν πέπλα της Σαλώμης, τα όνειρα, ακόμα και τα πιο άπιαστα «θέλω» είναι η πραγματικότητα της εσωτερικής μας φωνής. Είναι η σφαίρα της ζωής που δύναται να βιωθεί όταν δοθεί χώρος στο ασυνείδητο. Είναι το ταξίδι σε πιο δύσκολες πραγματικότητες αλλά και σε πιο άπιαστες δυνατότητες. Οι λέξεις δεν ορίζουν μόνο ό,τι θωρεί ο άνθρωπος. Αλλωστε, τι είναι και η όραση; Και πόσα μπορεί να αντέξει μόνη, υπέρβαρη αίσθηση, χωρίς τη βοήθεια των πιο προικισμένων άφατων άλλων;

Εκεί που φαντάζει κάτι ως αδιέξοδο, το συμβολικό δείχνει την οδό. Δημιουργεί εσωτερικά μονοπάτια για να αφουγκραστούμε, να κουρνιάσουμε, να πιπιλίσουμε τις αγωνίες μας, αλλά και να πάρουμε δύναμη, να λειτουργήσουμε ως σκαπανείς σε δρόμους αχάρακτους.

Το έμμεσο γίνεται άμεσο. Το συμβολικό ξεκλειδώνεται. Δεν δημιουργεί τρόμο στη σκέψη και δεν αποπροσανατολίζει τον άνθρωπο από το πρακτικό. Υπάρχουν άλλωστε τόσοι άνθρωποι όσες και οι ιστορίες τους. Τόσες ιστορίες όσες και οι άνθρωποι. Και μπορεί στο τέλος όλα να μοιάζουν ειπωμένα, αλλά εκεί κάπου στο βάθος θα ορθώνεται πάντα ένα δέντρο τόσο όμοιο αλλά και τόσο διαφορετικό, που θα μας κάνει να δούμε το δάσος αλλιώτικα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ