ΒΙΒΛΙΟ

Διεισδυτικό γυναικείο βλέμμα

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ
Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη [Republique-Bastille]
μετ.: Τιτίκα Δημητρούλια
εισαγωγή: Μαίρη Μικέ
εκδ. Αγρα, σελ. 244

Εχουμε σήμερα στα χέρια μας ένα νέο, σπουδαίο, ανέκδοτο μυθιστόρημα της Μέλπως Αξιώτη (1905-1973), πεζογράφου που συνδύασε ιδιοφυώς τα συνειρμικά διδάγματα της μοντερνιστικής γραφής με τους υπερρεαλιστικούς διασκελισμούς της φράσης· γραμμένο στα γαλλικά προς τα τέλη του 1948 και στις αρχές του 1949, όταν η κομμουνίστρια δημιουργός έρχεται αυτοεξόριστη στο Παρίσι· φυλαγμένο στον «Φάκελο Αξιώτη» του Λογοτεχνικού Αρχείου του Τομέα Μεσαιωνικών Σπουδών στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης· μεταφρασμένο με δεξιοτεχνία από την Τιτίκα Δημητρούλια, η οποία πέτυχε ένα κείμενο στο οποίο ηχούν ο τόνος και ο ρυθμός που ακούγονται σε ολόκληρο το υπόλοιπο έργο της Αξιώτη.

Οταν η σαρανταδυάχρονη συγγραφέας φθάνει διωκόμενη στο Παρίσι το 1947, έχει στο ενεργητικό της τρία μυθιστορήματα που έχουν καταπλήξει και συγχρόνως διχάσει τους συμπατριώτες της: Τις «Δύσκολες νύχτες» (1938) οι οποίες τιμήθηκαν με το Α΄ βραβείο του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών (προκαλώντας την παραίτηση της Πηνελόπης Δέλτα από τη χορηγία του θεσμού). Το «Θέλετε να χορέψομε Μαρία» (1940), το οποίο από άλλους θεωρήθηκε γοητευτικό εγχείρημα και από άλλους ασυναρτησία. Και το στρατευμένο πεζογράφημα «Εικοστός αιώνας» (1946). Το «Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη» αποτελεί τυπικό δείγμα του έργου της τόσο ως προς τη σύνθεση όσο και ως προς τη θεματολογία του. Υπάρχει η γυναικεία οπτική, η τριτοπρόσωπη φράση, ο βαθιά εξομολογητικός τόνος, η αποσπασματική σύνθεση καθώς και τα θεματικά μοτίβα της ερωτικής σχέσης, της αγωνιστικής αυτοθυσίας και της λαϊκής αυθεντικότητας. Θα τα ξανασυναντήσουμε ακέραια στη νουβέλα «Κάδμω», που θα γράψει το 1972 εις τα δυσμάς του βίου της.

Η Λίζα φθάνει στο Παρίσι μέσα σε συνθήκες βαθιάς ερημίας – μόνη και όρθια σε ένα πεζοδρόμιο έχοντας στο πλάι της δύο βαλίτσες. Το άδειο της δωμάτιο στοιχειώνουν οι μνήμες από την πατρίδα που εξαναγκάστηκε να αφήσει πίσω της. Το Παρίσι όμως είναι η πόλη της ελευθερίας και του φωτός, και η τριβή της ηρωίδας με τη γαλλική γλώσσα έχει αρχίσει εξ απαλών ονύχων. Ετσι η ζωή θα νικήσει: οι αναμνήσεις από την πατρίδα θα αρχίσουν να πλέκονται με τις καινούργιες εμπειρίες του τόπου υποδοχής (όπως συμβαίνει και στο αυτοβιογραφικό κείμενο της Μιμίκας Κρανάκη «Σελίδες από την ξενητειά», 1950). Πολύ σύντομα, όμως, η Λίζα θα εξαναγκαστεί να ξαναφύγει καθώς οι γαλλικές αρχές την απελαύνουν στην Ανατολική Γερμανία εξαιτίας των κομμουνιστικών πεποιθήσεών της. Οπως σημειώνει η Τιτίκα Δημητρούλια, στα μέσα του 1949 που τελείωσε το κείμενο, η Μέλπω Αξιώτη δεν μπορούσε να ξέρει ότι ένα χρόνο αργότερα θα ακολουθούσε την τύχη της Λίζας. Το ψυχανεμιζόταν όμως – γι’ αυτό άλλωστε η τέχνη συχνά δεν μιμείται αλλά καθοδηγεί τη ζωή.

Η συγγραφέας έζησε έως το 1964 στην υπερορία – Ανατολικό Βερολίνο, Δρέσδη, Βαρσοβία. Και το μυθιστόρημά της παρέμεινε ανέκδοτο, διότι σύμφωνα με τη Μαίρη Μικέ, η εξόριστη ταξιδιώτισσα είχε πλέον να αντιμετωπίσει και τους κομματικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς σε ό,τι αφορά την έκδοση βιβλίων. Το «Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη» αποτυπώνει και ταυτόχρονα επιβεβαιώνει το γνωστό παράδοξο Αξιώτη: Μια έμμονη αμετακίνητη πίστη σε πρακτικές και ιδέες του Κομμουνιστικού Κόμματος. Και ένα λογοτεχνικό έργο που επί τριάντα πέντε χρόνια παρήγε έναν εντελώς ιδιότυπο ατομικό εσωτερικό τόνο –ένα είδος πρωθύστερων προλήψεων και αναδρομών αγκυροβολημένων μέσα στην ίδια φράση, ένα είδος παρατονισμών και αντιχρονισμών ανάμεσα στους πόθους και στους καημούς, στην πραγματοποίηση και στη ματαίωσή τους– κάτι σαν τις μετατοπίσεις της τζαζ. Και μια ικανότητα αναπαράστασης ενός ελληνικού βίου  μέσα από ένα οξύ, διεισδυτικό γυναικείο βλέμμα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ