ΒΙΒΛΙΟ

Οι οικονομολόγοι, οι προβλέψεις, η κρίση

Χρηματιστές της Γουόλ Στριτ αγωνιούν για τις τιμές της ημέρας. Δύο βιβλία, που παρουσιάζουν οι New York Times, αναλύουν θεμελιώδη ζητήματα που προέκυψαν τα χρόνια της διεθνούς οικονομικής κρίσης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Νομπέλ

JEFF MADRICK
Seven Bad Ideas. How Mainstream Economics Have Damaged America and the World
εκδ. Alfred A. Knopf, σελ. 254

MARTIN WOLF
The Shifts and the Shocks. What We’ve Learned -and Have Still to Learn- from the Financial Crisis
εκδ. Penguin Press, σελ. 466

Το νέο βιβλίο του Τζεφ Μάντρικ, συντάκτη και οικονομικού αρθρογράφου στο Harper’s Bazaar, «Επτά κακές ιδέες: Πώς οι mainstream οικονομολόγοι έχουν βλάψει την Αμερική και τον κόσμο», εστιάζει στον αρνητικό ρόλο που έπαιξαν οι οικονομολόγοι στην τρέχουσα κρίση, καθώς επίσης στην αδυναμία τους να προσαρμόσουν τις ιδέες τους στη νέα πραγματικότητα. Οι New York Times αφιέρωσαν ιδιαίτερο χώρο στο βιβλίο μέσα από μια κριτική που φέρει την υπογραφή του νομπελίστα Πολ Κρούγκμαν. Η ίδια εφημερίδα δημοσίευσε επίσης την κριτική του Φέλιξ Σάλμον, αρχισυντάκτη του περιοδικού Fusion, σε ένα έργο που θεωρείται εξαιρετικά σημαντική συνεισφορά στον προβληματισμό για την κρίση, καθώς φέρει την υπογραφή του Μάρτιν Γουλφ, κορυφαίου οικονομικού αρθρογράφου των Financial Times, σχολιαστή με μεγάλη επιρροή ο οποίος έχει συχνά διατυπώσει αιχμηρές επικρίσεις για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της κρίσης από τις πολιτικές ηγεσίες.

Ο Πολ Κρούγκμαν ξεκινάει με την παραδοχή ότι το επάγγελμα του οικονομολόγου έχει πέσει σε ανυποληψία τα τελευταία έξι χρόνια. «Σχεδόν κανένας οικονομολόγος δεν προέβλεψε την κρίση του 2008 – και οι ελάχιστοι που το έκαναν έτειναν να είναι άνθρωποι οι οποίοι είχαν προβλέψει και άλλες κρίσεις που δεν συνέβησαν. Και το πιο σημαντικό, οι περισσότεροι οικονομολόγοι ισχυρίζονταν, μέχρι τη στιγμή της κατάρρευσης, ότι τίποτα τέτοιο δεν μπορούσε να συμβεί. Επιπλέον, όταν ξέσπασε η κρίση, φάνηκαν ανίκανοι να συμφωνήσουν για μια απάντηση. Είχαν 75 χρόνια από τη Μεγάλη Υφεση για να σκεφτούν τι πρέπει να γίνει αν κάτι παρόμοιο συνέβαινε και πάλι, αλλά το επάγγελμα ήταν εντελώς διαιρεμένο όταν ήρθε η στιγμή της αλήθειας».

Για τον Τζεφ Μάντρικ, οι επαγγελματικές αποτυχίες των οικονομολόγων που ανήκουν στο «κυρίαρχο ρεύμα», στο mainstream της οικονομικής επιστήμης, από το 2008 και μετά δεν ήρθαν σαν κεραυνός εν αιθρία, αλλά είχαν τη ρίζα τους σε δεκαετίες λανθασμένης και ιδιοτελούς νοοτροπίας. Ο Κρούγκμαν νιώθει τον πειρασμό, όπως λέει, να φέρει κάποιες αντιρρήσεις. «Ως ενεργός και, θα ισχυριζόμουν, mainstream οικονομολόγος, αναρωτιέμαι πόσο “mainstream” είναι οι κακές ιδέες στις οποίες επιτίθεται ο Μάντρικ. Κατά πόσο το πρόβλημα οφείλεται σε κακές οικονομικές ιδέες και κατά πόσο σε οικονομολόγους που αποδείχθηκαν πολύ πρόθυμοι να απορρίψουν τα οικονομικά τους πρότυπα όταν αυτά έρχονταν σε σύγκρουση με τις πολιτικές τους ροπές; Ηταν οι ιδέες των οικονομολόγων ή οι προκαταλήψεις των πολιτικών αυτές που οδήγησαν σε τόσο κακές πολιτικές;».

Ο Κρούγκμαν ωστόσο επισημαίνει ότι οι κακές ιδέες στις οποίες αναφέρεται υπάρχουν, έχουν εκφραστεί από πλήθος οικονομολόγους και πράγματι έχουν κάνει πολύ κακό. Ορισμένες από αυτές, όμως, δεν διακρίνονται σαφώς μεταξύ τους. «Ιδιαίτερα, η κακή ιδέα Νο 1 (το “αόρατο χέρι” της αγοράς που φέρνει ισορροπία) δεν διαχωρίζεται εύκολα από την κακή ιδέα Νο 3 (την αντίθεση του Μίλτον Φρίντμαν στην κυβερνητική παρέμβαση) και συνορεύει πολύ στενά με την κακή ιδέα Νο 7, για την παγκοσμιοποίηση ως κάτι που είναι πάντα καλό».

Αυτές οι ασάφειες όμως βοήθησαν τον Κρούγκμαν να ξεκαθαρίσει ο ίδιος κάποια πράγματα, όπως λέει. «Ο Ανταμ Σμιθ χρησιμοποίησε τη φράση “το αόρατο χέρι” μόνο μία φορά στον “Πλούτο των εθνών” και πιθανότατα δεν εννοούσε αυτό που νομίζουν οι περισσότεροι σήμερα. (...) Οι οικονομολόγοι που υποστηρίζουν τις ελεύθερες αγορές και το περιορισμένο κράτος ισχυρίζονται ότι το δόγμα τους είναι μια βαθιά ενόραση που απορρέει από θεμελιώδεις αρχές, αλλά απορρίπτουν τα συντριπτικά αποδεικτικά στοιχεία ότι αυτές οι υποτιθέμενες θεμελιώδεις αρχές δεν αντέχουν στη δοκιμασία της πραγματικότητας».

Ο Πολ Κρούγκμαν επισημαίνει ότι πολλοί ακαδημαϊκοί οικονομολόγοι στις ΗΠΑ στήριξαν την προσπάθεια του προέδρου Ομπάμα να χρησιμοποιήσει την αύξηση των κρατικών δαπανών ως κίνητρο για τη μείωση της ανεργίας. Και παρατηρεί επίσης ότι οι οικονομολόγοι των πανεπιστημίων έχουν πολύ μικρότερη επιρροή στην Ευρώπη, όπου εφαρμόστηκε η πολιτική της σκληρής λιτότητας, απ’ ό,τι στην Αμερική. Ολοκληρώνοντας το σχόλιό του, ο Κρούγκμαν καταλήγει ότι, παρά τις αντιρρήσεις του, πιστεύει ότι το βιβλίο «7 κακές ιδέες» αφηγείται με σαφήνεια τι δεν πήγε καλά στο πεδίο της οικονομικής επιστήμης. «Πολλοί οικονομολόγοι παρουσίασαν ως πραγματικότητα μια εξιδανικευμένη εικόνα των ελεύθερων αγορών, ντυμένη με φανταχτερά μαθηματικά που της προσέδιδαν επίφαση αυστηρής ακρίβειας. Με συνέπεια, ο κόσμος να είναι απροετοίμαστος όταν οι αγορές εκτροχιάστηκαν. Οι οικονομικές ιδέες, είχε δηλώσει ο Κέινς, είναι “επικίνδυνες για το κακό και για το καλό”. Και τα τελευταία χρόνια, δυστυχώς, το κακό έχει το πάνω χέρι».

Ριζοσπαστική περιήγηση

Οπως γράφει ο Φέλιξ Σάλμον στην κριτική του για το νέο βιβλίο του Μάρτιν Γουλφ, ο συγγραφέας διαθέτει υψηλού επιπέδου πρόσβαση σ’ εκείνους που παίρνουν τις αποφάσεις οικονομικής πολιτικής, βλέποντας υπουργούς Οικονομικών και κεντρικούς τραπεζίτες να έρχονται και να παρέρχονται. «Ο Γουλφ είναι καλά πληροφορημένος γιατί επηρεάζει, και επηρεάζει επειδή είναι καλά πληροφορημένος».

Μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης, ο Μάρτιν Γουλφ έγινε «ένα ακόμα πιο σπάνιο είδος: ένας ριζοσπάστης με υψηλή επιρροή. Ηταν η πιο ηχηρή και απροκάλυπτη φωνή που είπε ότι η παγκόσμια απάντηση στην κρίση ήταν υπερβολικά άτολμη: ότι απλώς εγγυάται μια ακόμα χειρότερη κρίση αργότερα· και ότι αν δεν αρχίσουμε να λαμβάνουμε τολμηρά μέτρα σήμερα, βαδίζουμε κατευθείαν στην καταστροφή».
Ο Σάλμον αναγνωρίζει στον Γουλφ ασυνήθιστη εντιμότητα και θάρρος για το γεγονός ότι παραδέχθηκε ότι είχε κάνει λάθος στο παρελθόν. Η κρίση αυτή, έγραψε, «δεν είναι ένα συνηθισμένο οικονομικό γεγονός: το να προσποιούμαστε ότι μπορούμε να επιστρέψουμε στο προηγούμενο στάτους κβο είναι βαθύτατα λανθασμένο».

Το νέο βιβλίο του είναι χωρισμένο σε τρία μέρη. Το πρώτο είναι η αφήγησή του για τη χρηματοπιστωτική κρίση («τα σοκ»), το δεύτερο μια ευρύτερη θέαση των παγκόσμιων οικονομικών συνθηκών που συνέβαλαν στην κρίση («οι μετατοπίσεις»), ενώ στο τρίτο δίνει μια σειρά συνταγών για το πώς θα μπορούσαμε να εμποδίσουμε να συμβεί και πάλι μια τέτοια συμφορά («οι λύσεις»). Οπως παρατηρεί ο Σάλμον, υπάρχει υπερβολικά πολλή «οικονομική αργκό» και ελάχιστα πρόσωπα-πρωταγωνιστές. «Ο Γουλφ δεν εξιστορεί τόσο πολύ, αλλά ως επί το πλείστον παραθέτει λίστες οικονομικών φαινομένων, και το αποτέλεσμα δεν είναι εύκολο ανάγνωσμα».

Παρ’ όλα αυτά, σκιαγραφεί μια παγκόσμια οικονομία που καταστρέφεται τόσο από την ελευθερία κίνησης του κεφαλαίου όσο και από την αιχμαλώτιση 18 ευρωπαϊκών χωρών σε ένα σύστημα σταθερού νομίσματος που τους αφαιρεί το δικαίωμα να ασκήσουν νομισματική πολιτική. «Ο Γουλφ μπορεί να έχει την τεχνοκρατική ψυχή ενός κεντρικού τραπεζίτη, αλλά αισθάνεται ταυτόχρονα μεγάλη περιφρόνηση για όσα έχουν διαπράξει οι κεντρικοί τραπεζίτες. Σε έναν κόσμο όπου θεωρείται δεδομένο ότι η δουλειά μιας κεντρικής τράπεζας είναι να κρατάει χαμηλά τον πληθωρισμό, ο Γουλφ υποστηρίζει πειστικά ότι οι κεντρικές τράπεζες θα έπρεπε να στοχεύουν σε ένα πολύ υψηλότερο επίπεδο πληθωρισμού, σημειώνοντας ότι, στην Ευρωζώνη, ένας πληθωρισμός 3 έως 4 τοις εκατό δεν θα ήταν καταστροφικός αλλά αντίθετα θα βοηθούσε την ευρωπαϊκή οικονομία να σταθεί στα πόδια της».

Σε κάποιο σημείο του βιβλίου, ο Γουλφ λέει ότι η πρόταση του Τομά Πικετί για έναν παγκόσμιο φόρο στον πλούτο είναι υπερβολικά φιλόδοξη. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Σάλμον, οι δικές του προτάσεις είναι ακόμα πιο φιλόδοξες. Περιλαμβάνουν την προσπάθεια να εμποδιστούν οι μεγάλες εταιρείες από το να συσσωρεύουν μετρητά, τη μαζική αναχρηματοδότηση του ευρωπαϊκού δημόσιου χρέους μέσω ευρωομολόγων, αλλά και την περίφημη εκείνη ιδέα για την κατάργηση της κυριαρχίας των κεντρικών τραπεζών, που θα έδινε στις κυβερνήσεις την αρμοδιότητα να «δημιουργούν» όλο το χρήμα που χρειάζεται η οικονομία. Οπως επισημαίνει ο Σάλμον, «το κεφάλαιο για την Ευρωζώνη είναι το καλύτερο, αλλά και εδώ τα μέτρα που προτείνει συχνά είναι απλώς σκιαγραφήματα. Γράφει ότι κάποια στιγμή, “όταν η κρίση θα έχει περάσει, ίσως να μπορέσει να εξεταστεί η μερική διάλυση μιας συγκρότησης που αποδείχτηκε εξαιρετικά δαπανηρή”».

Τελικά, υποστηρίζει ο Σάλμον, ο Γουλφ είναι υπερβολικά σπουδαίος και σεβάσμιος για να μπορεί να είναι αληθινά ριζοσπαστικός, αν και καταβάλλει φιλότιμη προσπάθεια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ