ΒΙΒΛΙΟ

Σπαρακτική αταραξία

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ

Αλις Μονρό
«Πάρα πολλή ευτυχία»
Μετάφραση: Σοφία Σκουλικάρη
εκδ. Μεταίχμιο
σελ. 393

Ηταν κάτι που δεν το είχα κάνει ξανά και δεν το έκανα ούτε φέτος με τον Πατρίκ Μοντιανό. Πέρυσι, λοιπόν, λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση του Νομπέλ Λογοτεχνίας οδηγήθηκα σαν μαγεμένος στο πρώτο βιβλιοπωλείο και αναζήτησα βιβλία της εντελώς άγνωστής μου Αλις Μονρό.

Προσπαθώ να σκεφτώ τι με έσπρωξε να κάνω κάτι που δεν το συνηθίζω. Νομίζω ότι είχε παίξει ρόλο μια φωτογραφία της, από τις πρώτες που είδαν τη δημοσιότητα. Η Καναδή συγγραφέας καθισμένη στον καναπέ του λίβινγκ ρουμ, στο σπίτι της κόρης της, στη Βικτόρια της Βρετανικής Κολούμπια. Η λεπτή σιλουέτα μιας ηλικιωμένης γυναίκας κοντά στα 80, καλοντυμένης οπωσδήποτε, με το αυθόρμητο χαμόγελο των ανθρώπων που έχουν πίσω τους μια ζωή με μεγαλύτερο μερίδιο ικανοποίησης παρά πικρίας.

Μέσα στην αρχοντιά της και στην αξιοθαύμαστη ζωηράδα στο πρόσωπο μου έκανε εντύπωση μια ενδιαφέρουσα αντίφαση σε αυτό το τόσο ευθύβολο και αθώο βλέμμα: αυτή η γυναίκα θα μπορούσε να είναι μια ευχαριστημένη νοικοκυρά μεγαλωμένη στα καλά προάστια του Τορόντο ή του Βανκούβερ και όλα να ήταν εντάξει με αυτό το σενάριο, τίποτα να μην περισσεύει, τίποτα να μη λείπει. Την ίδια στιγμή ο τρόπος που η Μονρό κοίταζε τον φακό αποκάλυπτε χωρίς ίσως να το ήθελε και η ίδια μια άλλη, λιγότερο προφανή διάσταση αυτής της «συνηθισμένης» γυναίκας: αυτά τα μάτια μάς λένε κάτι πολύ περισσότερο, ένα απόσταγμα σοφίας και βαθιάς γνώσης της ανθρώπινης ύπαρξης που μετουσιώθηκε σε κάτι άλλο, σε «κάτι» που ίσως δεν ήταν μέσα στις «προδιαγραφές» μιας γυναίκας που προοριζόταν για περισσότερο «συνηθισμένες» ασχολίες: όχι σίγουρα για να γράφει διηγήματα που κάποτε θα της χάριζαν την κορυφαία διάκριση για συγγραφέα σε όλον τον κόσμο.

Το «Πάρα πολλή ευτυχία» το διάλεξα περισσότερο για τον τίτλο του και σίγουρα λιγότερο για το κάπως «γυναικείο» του εξώφυλλο. Οι δέκα ιστορίες του ευτυχώς δεν διαθέτουν αυτό που έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε «γυναικεία» ματιά ή «ευαισθησία» και το λέω για καλό. Η μεγάλη επιτυχία της Μονρό είναι ο σχεδόν κλινικός της τρόπος να μιλάει για τους ανθρώπους, για τις μικρές τους περιπέτειες, χωρίς τυμπανοκρουσίες, και κυρίως χωρίς αυτή η απόσταση να έχει τίποτα το κυνικό ή το πραγματικά ψυχρό. Αντίθετα, η υψηλή δεξιοτεχνία με την οποία χειρίζεται λέξεις και χαρακτήρες τής επιτρέπουν να ελίσσεται με άνεση ανάμεσα σε διαφορετικές συναισθηματικές κλίμακες που έρχονται να εμπλουτίσουν τη φαινομενικά αποστασιοποιημένη αφήγηση.

Η ακρίβεια της γραφής της Μονρό και η εξαντλητική γνώση των αντιφάσεων της ανθρώπινης ψυχής μας παραδίδει μια συλλογή διηγημάτων που σε κάνουν να αναρωτιέσαι στο τέλος κάθε μικρής ιστορίας: «Αυτό που διάβασα ήταν μόνο ένα διήγημα;». Το έχει πει πολύ καλύτερα ένας άλλος σπουδαίος συγγραφέας, πολύ νεότερος από τη Μονρό, ο Τζόναθαν Φράνζεν: «Οταν διαβάζω τη Μονρό μπαίνω σ’ εκείνη την κατάσταση ήρεμου στοχασμού, όπου σκέφτομαι τη δική μου ζωή: τις αποφάσεις που έχω πάρει, τα πράγματα που έχω κάνει και που δεν έχω κάνει, το είδος του ανθρώπου που είμαι, την προοπτική του θανάτου».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ