Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Ενισχύοντας τον «ατομισμό»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

«Οι επιδημίες εξαιρετικά τρομακτικών νόσων προκαλούν πάντα μια κατακραυγή εναντίον της ανεκτικότητας ή ανοχής. Προβάλλονται απαιτήσεις να υποβάλλονται οι άνθρωποι σε “τεστ”, για να απομονωθούν οι άρρωστοι και εκείνοι για τους οποίους υπάρχει υπόνοια ότι είναι άρρωστοι ή ότι μεταδίδουν μια αρρώστια, και να υψωθούν φραγμοί κατά της πραγματικής ή φανταστικής μόλυνσης από τους ξένους», γράφει στο δημοφιλές δοκίμιό της «Η νόσος ως μεταφορά» η Σούζαν Σόντακ (1933-2004), αναφερόμενη ειδικότερα στο «AIDS και τις μεταφορές του» (1991 – στα ελληνικά από τις εκδόσεις Υψιλον). Οι ασθένειες και πώς έχουν επηρεάσει την κοινωνία και τον πολιτισμό μέσα από τη χρήση της γλώσσας, θα λέγαμε σε μια παρακινδυνευμένη προσπάθεια σύνοψης. Φυματίωση, καρκίνος, AIDS. Ο στιγματισμός, η αποστροφή και η ντροπή, που ένιωθαν όσοι νοσούσαν (στην περίπτωση της Σόντακ από καρκίνο), ήταν το «υλικό» για την εργασία της.

Από τον περασμένο Αύγουστο η σκέψη του Εμπολα γίνεται όλο και πιο τυραννική. Μέχρι την προηγούμενη Παρασκευή, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) είχε καταγράψει 9.216 κρούσματα Εμπολα και 4.555 θανάτους, ωστόσο ο πραγματικός αριθμός των περιστατικών πιστεύεται ότι είναι πολύ υψηλότερος. Σε ορισμένες περιγραφές χρησιμοποιήθηκε η λέξη «πανούκλα» ως το «ύψιστο έμβλημα συλλογικής καταστροφής, δυστυχίας, μάστιγας», όπως σημειώνει η Σόντακ.

Ο Εμπολα δεν μεταδίδεται με τη γενετήσια πράξη όπως το AIDS, άρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί με την ίδια ευκολία «τιμωρία», συνέπεια «ηθικής χαλαρότητας» ή «πολιτικής παρακμής». Ούτε μπορεί να θεωρηθεί «νόσος των φτωχών». Μπορεί να ξεκίνησε από την Αφρική, να εξαπλώθηκε ταχύτατα σε τρεις από τις πιο φτωχές χώρες του πλανήτη, τη Γουινέα, τη Λιβερία, τη Σιέρα Λεόνε, αλλά ο τρόπος μετάδοσής της (μάτια, στόμα, μύτη, εκδορές στο δέρμα) τη «μετέφερε» στη μικρομεσοαστική Αμερική και Ευρώπη. Ο ιός είναι σε «κίνηση», τα ταξίδια και οι αναπόφευκτες μετακινήσεις των ανθρώπων, δημιουργούν πρόσφορο έδαφος όταν δεν τηρούνται σχολαστικά κανόνες υγιεινής. Ο ιός είχε ταυτοποιηθεί πριν από τρεις και παραπάνω δεκαετίες, αλλά η τρελή κούρσα του εξελίσσεται εδώ και ένα, περίπου, χρόνο: στις 6 Δεκεμβρίου του 2013 ένα δίχρονο αγοράκι από μια περιοχή της νοτιοανατολικής Γουινέας έχασε τη ζωή του ύστερα από νοσηλεία με βαρύ πυρετό. «Στο παρελθόν ο Εμπολα είχε ελεγχθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες. Πώς είναι δυνατόν τώρα να έχει ξεφύγει σε τέτοιο βαθμό;» αναρωτιέται εύλογα άρθρο στους N.Y. Times πριν από λίγους μήνες.

Η νόσος μπορεί να είναι κάτι δαιμόνιο, απρόβλεπτο, καινοφανές. Το απροσδόκητο αυξάνει την τρομακτικότητά της. Οσο καθησυχαστική κι αν είναι η πληροφορία του ΠΟΥ ότι «αντισώματα από τον οργανισμό ασθενών που ανέρρωσαν από τον Εμπολα θα είναι έτοιμα για χρήση στην Αφρική σε λίγες εβδομάδες, ενώ ευρείες δοκιμές πειραματικών εμβολίων προγραμματίζεται να αρχίσουν τον Ιανουάριο», η απειλή για το ανθρώπινο είδος δεν εξαλείφεται. Παραμένει.

Αν το AIDS κατέστησε τον φόβο της σεξουαλικότητας ρυθμιστή των ανθρωπίνων σχέσεων, τώρα έχουμε τον φόβο μολυσμένων ανθρώπων από τον ιό του Εμπολα να πλήττει κυρίως αλτρουιστικές συμπεριφορές (νοσηλευτές, γιατρούς κ.ο.κ.), ενισχύοντας τον «ατομισμό». Η προσπάθεια οφείλει να επικεντρωθεί στον διαχωρισμό ανάμεσα στον αποκλεισμό (ανθρώπων που προέρχονται από χώρες υψηλού κινδύνου ή έρχονται σε επαφή με ασθενείς) και στην πρόληψη. Αυτό, ασφαλώς, δεν σημαίνει ούτε χαλαρότητα ούτε αδιαφορία ούτε έλλειψη επαγρύπνησης. Συνείδηση του κινδύνου όμως δεν σημαίνει ιδιοτέλεια ή απομόνωση. Η ενοχοποίηση του αρρώστου δεν αποτρέπει τη μετάδοση. Ενισχύει τη νοσηρότητα, που κανένα εμβόλιο δεν μπορεί να αναχαιτίσει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ