ΒΙΒΛΙΟ

Υψηλή τέχνη της πλοκής και η παραλογοτεχνία

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΖΑΧΑΡΙΑΔΟΥ

Ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, στον τελευταίο ρόλο της ζωής του, στην κινηματογραφική διασκευή του μυθιστορήματος «Ο Νο 1 καταζητούμενος» του Τζον Λε Καρέ: τρία πρόσωπα με εντελώς διαφορετικές αφετηρίες συνεργάζονται αναγκαστικά με σκοπό να διασώσουν τον νεαρό Ρωσο-Τσετσένο Ισα, έναν παράνομο μετανάστη στο Αμβούργο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

JOHN LE CARRÉ
O No 1 καταζητούμενος
μετ.: Νάσος Κυριαζόπουλος
εκδ. Bell, σελ. 403

Υπήρχε μέχρι πρόσφατα μια ανομολόγητη προκατάληψη από ορισμένες φυλές βιβλιόφιλων, τουλάχιστον στην Ελλάδα, πως σε ένα μυθιστόρημα η βαρύτητα μπορεί να δίνεται είτε στην πλοκή εις βάρος όλων των άλλων (φόρμα, χαρακτήρες κ.λπ.) είτε σε όλα τα άλλα εις βάρος της πλοκής, οπότε και μιλάμε για «κανονική» λογοτεχνία. Στην πρώτη περίπτωση, με την πρωτοκαθεδρία της πλοκής, και μάλιστα της αστυνομικής ή της κατασκοπικής, η προκατάληψη έλεγε πως το μυθιστόρημα κατατάσσεται σε μια δεύτερη κατηγορία, μη σοβαρών αναγνωσμάτων, στις παρυφές της λογοτεχνίας, την παραλογοτεχνία.

Πέρα από τους λιγοστούς συγγραφείς όπως ο Ντάσιελ Χάμετ ή ο Ρέιμοντ Τσάντλερ (η Αγκαθα Κρίστι ακόμα το παλεύει), που τελικά, βοηθούντος του χρόνου, έγιναν έστω και μετά θάνατον αποδεκτοί ως δημιουργοί λογοτεχνίας, και εξαιρώντας τον Γκράχαμ Γκριν, που καταπιάστηκε επιτυχώς με πολλά είδη της λογοτεχνίας, εκείνος που αποτελεί το ισχυρότερο επιχείρημα πως η πυκνή πλοκή και δράση δεν ακυρώνει καμία άλλη λογοτεχνική αρετή, βρίσκεται ακόμη εν ζωή και είναι ο Τζον Λε Καρέ.

Πρόκειται, ομολογουμένως, για εξαιρετική περίπτωση: έχοντας περάσει και ο ίδιος από τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες, ο Λε Καρέ ξέρει το υλικό του, όπως όλοι οι καλοί συγγραφείς. Είκοσι τρία μυθιστορήματα, από το 1961 έως σήμερα – εννέα από αυτά μεταφέρθηκαν και στον κινηματογράφο. Πιο πρόσφατο, το «Ο Νο 1 καταζητούμενος».

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έκλεισε μια μεγάλη εποχή για τον Λε Καρέ, θεματολογικά. Η Ιστορία όμως σύντομα άνοιξε για χάρη του άλλη μια λεωφόρο, με το φαινόμενο της τρομοκρατίας και της αντιμετώπισής της. Ετσι, στον «Νο 1 καταζητούμενο», ο Λε Καρέ μάς ρίχνει ξανά στον εξ ορισμού αμφίβολο κόσμο του, όπου οι συνθήκες, πάντα ρευστές, ασύλληπτες και δυνάμει βίαιες, εξαναγκάζουν τους ανθρώπους να υπερβούν τον εαυτό τον οποίο έχουν καταφέρει με κόπο να κατασκευάσουν και να συμβιβαστούν μαζί του. Συχνά δε, αυτές ακριβώς οι συνθήκες αποδεικνύονται ικανές να διαλύσουν ακόμα και τους πιο, φαινομενικά, στιβαρούς χαρακτήρες. Οι ήρωες του Λε Καρέ πάντα μου φέρνουν στο μυαλό τον καβαφικό στίχο: «Είν’ οι προσπάθειές μας, των συφοριασμένων·/ Είν’ οι προσπάθειές μας σαν των Τρώων»...

Στον «Νο 1 καταζητούμενο» τρία πρόσωπα με εντελώς διαφορετικές αφετηρίες συνεργάζονται αναγκαστικά με σκοπό να διασώσουν τον νεαρό Ρωσο-Τσετσένο Ισα, έναν παράνομο μετανάστη στο Αμβούργο: πρόκειται για την ιδεολόγο δικηγόρο Αναμπελ Ρίχτερ, τον Βρετανό τραπεζίτη Τόμι Μπρου και τον επαγγελματία κατάσκοπο Γκίντερ Μπάχμαν. Ο Λε Καρέ προικίζει και τους τρεις με εξίσου πρωταγωνιστικό ρόλο, αφού καθένας τους έχει τους δικούς του λόγους να βοηθήσει προκειμένου να μη συλληφθεί ο Ισα από τις κοντόφθαλμες, φοβικές γερμανικές αρχές και τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες ως τρομοκράτης (το γεγονός ότι είναι Τσετσένος και μουσουλμάνος αρκεί από μόνο του για να τον «κάψει»). Ο Λε Καρέ παρακολουθεί με μικροσκοπική ακρίβεια και στοχαστικότητα τις ψυχολογικές υπερβάσεις και των τριών στον αγώνα τους ενάντια σε μια πελώρια και παράλογη δύναμη, πλέκοντας παράλληλα με σαφήνεια τον ιστό των σχέσεων και των γεγονότων που θα οδηγήσει στην κορύφωση των τελευταίων σελίδων του βιβλίου.

Αφού διάβασα το βιβλίο, είδα και την ταινία – μια από τις τελευταίες του Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, στον ρόλο του Μπάχμαν. Η ταινία δεν μου άρεσε – πιθανότατα επειδή ακριβώς είχα διαβάσει το βιβλίο. Μεταθέτοντας το βάρος της δράσης σχεδόν αποκλειστικά στον κατάσκοπο και αποδυναμώνοντας αντίστοιχα τους άλλους δύο ρόλους, ο σκηνοθέτης Αντον Κόρμπιν στέρησε από το έργο τη δυναμική τής μεταξύ τους αλληλεπίδρασης και άρα το βάθος των χαρακτήρων. Οι τρισδιάστατοι ήρωες του Λε Καρέ έχασαν τη μία τους διάσταση. Ταυτόχρονα, υπερτονίζοντας την πλοκή, η ταινία θαρρείς πως ερμήνευσε το βιβλίο σαν αυτό που υπέθετε η παλιά προκατάληψη: σαν προϊόν παραλογοτεχνίας.

Δίπλα στη γνωστή παραίνεση, να «μην κρίνεις το βιβλίο από το εξώφυλλό του», μπορούμε, νομίζω, να προσθέσουμε πλέον και μία ακόμα: «Μην κρίνεις το βιβλίο από την ταινία του».

Η σελίδα που τσάκισα (και με τσάκισε)

«Η Αναμπελ προσπάθησε να γελάσει. “Σαν κατάσκοπος; Ο Ισα; Είστε τρελοί! Είστε το ίδιο άρρωστοι με αυτόν!”.

“Σαν ό,τι στο διάβολο”, αντέτεινε οργισμένα ο Μπάχμαν. “Σε αυτό το έργο κανενός ο ρόλος δεν έχει γραφτεί ακόμη. Αυτό περιλαμβάνει και τον δικό σας. Αυτό που σίγουρα γνωρίζουμε είναι ότι, αν συνεργαστείτε μαζί μας, και αν φτάσουμε εκεί που θέλουμε να φτάσουμε, όλοι μαζί θα έχουμε σώσει πολύ περισσότερες αθώες ζωές από όσες θα σώζατε μόνη σας ταΐζοντας τα βρωμοκούνελα στο Βόρειο Ασυλο”.

Παίρνοντας την επιταγή από το τραπέζι, ο Μπάχμαν σηκώθηκε ανυπόμονα όρθιος. “Το πρώτο λοιπόν πράγμα που θέλω να ξέρω είναι το εξής: τι στην ευχή θέλει ένας ρωσομαθής, όχι πολύ επιτυχημένος πρώην Βιεννέζος Βρετανός τραπεζίτης και πάει παρασκευιάτικα μέσα στη νύχτα να υποβάλει τα σέβη του στον κύριο Ισα Καρπόφ; Θέλετε να πάμε κάπου πιο πολιτισμένα, ή θα μείνετε σε αυτό εδώ το τραπέζι με κατεβασμένα μούτρα;”

Ομως η Ερνα Φρέι είχε ένα πιο ευγενικό μήνυμα: “Δεν θα σας πούμε όλη την αλήθεια, αγαπητή μου, δεν μπορούμε. Ο,τι όμως, θα σας πούμε θα είναι αληθινό”».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ