ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ «Κ»

Πίτερ Μάντελσον: Χρειάζεστε εξομάλυνση της πολιτικής ζωής στη χώρα

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Εικονογράφηση: Tιτίνα Χαλματζή

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Πίτερ Μάντελσον, ο «τρίτος άνθρωπος» του Νέων Εργατικών, ο επικοινωνιακός εγκέφαλος που συνέβαλε καταλυτικά στον εκσυγχρονισμό του κόμματος και στην επάνοδό του στην εξουσία, δεν έχει πολύ χρόνο στα χέρια του. Βρισκόμαστε στα γραφεία της Global Counsel, της συμβουλευτικής εταιρείας της οποίας είναι πρόεδρος στο κεντρικό Λονδίνο, σε μία καταπιεστικά βροχερή μέρα. Με ένα φλιτζάνι τσάι ανά χείρας, ο 60χρονος Βρετανός πολιτικός μπαίνει στο δωμάτιο όπου τον περιμένω και μου ξεκαθαρίζει απευθείας ότι θα είναι σχετικά σύντομη η συνομιλία μας. Οπως θα μου πει αργότερα, είμαι ο πρώτος δημοσιογράφος που τον επισκέπτεται στα γραφεία του εδώ και έξι μήνες.

Κάθεται στην απέναντι πλευρά του γυάλινου τραπεζιού από μένα, στην έτερη από τις αναπαυτικές γκρίζες πολυθρόνες στο δωμάτιο. Φορώντας σκούρο μπλε κοστούμι και γκρίζα γραβάτα, με «περιεργάζεται» σχεδόν βλοσυρός – σαν να αναρωτιέται πώς επέτρεψε σε ένα μέλος της μισητής φυλής των ΜΜΕ να εισέλθει εντός των τειχών. Στον γκρίζο καναπέ κάθεται ένας από τους αναλυτές της εταιρείας, που –όπως αντιλαμβάνομαι– έχει αναλάβει τον ρόλο να κρατά σημειώσεις, ώστε να μην παραστρατήσω στην καταγραφή των λεγομένων του αφεντικού του.

Ξεκινάμε μιλώντας για τη Βρετανία μετά την κρίση. Τον ρωτώ πόσο ανθεκτική είναι η ανάκαμψη της βρετανικής οικονομίας. «Η οικονομία βρίσκεται σήμερα στην καλύτερη κατάσταση των τελευταίων πέντε ετών, αλλά η ανάκαμψη έχει προχωρήσει αργά», απαντά. Επιπλέον, όπως τονίζει, «πρόκειται για μια ανάκαμψη που είναι εύθραυστη καθώς και άνισα κατανεμημένη, τόσο γεωγραφικά όσο και μεταξύ διαφορετικών κλάδων της οικονομίας». «Το ζήτημα σήμερα είναι η εμπιστοσύνη των επενδυτών», όπως λέει, που θα τους οδηγήσει να προχωρήσουν σε παραγωγικές επενδύσεις στη Βρετανία. Κι αυτό, με τη σειρά του, εξαρτάται σημαντικά από εξωγενείς παράγοντες, όπως η κατάσταση στην Ευρωζώνη και στην ευρύτερη παγκόσμια οικονομία.

Και το πολιτικό σκηνικό; Πώς βλέπει την άνοδο του UKIP; Πιστεύει ότι θα αντέξει στον χρόνο; «Το UKIP θα παίξει ένα ρόλο στις επόμενες εθνικές εκλογές τον Μάιο του 2015. Εχει πλέον εδραιώσει την παρουσία του σε εθνικό επίπεδο και έχει οργανωτικές δομές που δεν είχε στο παρελθόν. Αυτό που μένει να φανεί είναι αν, στο πλαίσιο του βρετανικού εκλογικού συστήματος, θα μετατρέψουν την εκλογική τους επιρροή σε αρκετές έδρες στη Βουλή των Κοινοτήτων».

Ο Μάντελσον αποδίδει την επιρροή του κόμματος του Νάιτζελ Φάρατζ στη χαμηλή δημοτικότητα των τριών βασικών κομμάτων. Οπως το θέτει χαρακτηριστικά, «οι επόμενες εκλογές εξελίσσονται σε έναν παρατεταμένο διαγωνισμό μη δημοφιλίας», κατάσταση που δημιουργεί χώρο για εναλλακτικά κόμματα όπως το UKIP και οι Σκωτσέζοι εθνικιστές. «Δεν θεωρώ ότι η αντι-ευρωπαϊκή πτυχή της ρητορικής τους είναι η πιο σημαντική. Είναι κατά των ξένων, κατά των μεταναστών. Θέλουν μία Βρετανία αποκομμένη από τον υπόλοιπο κόσμο, τον οποίον βλέπουν ως απειλή. Είναι μία απίστευτη στάση! Ωστόσο, έχουν εξευγενίσει τον λαϊκισμό τους, με τρόπο που τους επιτρέπει να αποσπούν ψηφοφόρους από όλα τα βασικά κόμματα – όχι μόνο από τους Συντηρητικούς».

Θεωρεί ότι ο παράγοντας UKIP καθιστά αναπόφευκτο το δημοψήφισμα για την παραμονή ή μη της Βρετανίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση; «Οχι. Αν ο Εντ Μίλιμπαντ εκλεγεί πρωθυπουργός, δεν θα υπάρξει δημοψήφισμα, εκτός αν υπάρξει νέα ευρωπαϊκή συνθήκη που συνεπάγεται σημαντικές συνταγματικές αλλαγές». Και σε περίπτωση επανεκλογής του Ντέιβιντ Κάμερον; Ανησυχεί για την πιθανότητα εξόδου της Βρετανίας; «Κάθε δημοψήφισμα είναι σαν το λαχείο. Δεν ξέρεις τι θα βγει από την κάλπη.Ο κόσμος θα ψηφίσει “ναι”  ή “όχι” για μια σειρά από λόγους, που δεν έχουν καμία σχέση με το ερώτημα». «Η συμμετοχή της Βρετανίας στην Ε.Ε. είναι θεμελιώδης για το εθνικό μας συμφέρον. Δεν πρέπει να θέτουμε σε κίνδυνο κάτι τόσο σημαντικό χωρίς πραγματικά να χρειάζεται», καταλήγει. 

Η αναφορά στα δημοψηφίσματα οδηγεί απευθείας στον απόηχο της ψηφοφορίας για την ανεξαρτησία της Σκωτίας. Προβλέπει αυξανόμενες εντάσεις μεταξύ Σκωτσέζων και Αγγλων, καθώς η βρετανική κυβέρνηση ετοιμάζεται να παραχωρήσει νέες εξουσίες στο Εδιμβούργο; «Αν το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι να πάρουν οι Σκωτσέζοι εθνικιστές ό,τι επιζητούσαν, τότε ο κόσμος στην Αγγλία δεν θα καταλάβει τη διαφορά μεταξύ αυτού του καθεστώτος και της ανεξαρτησίας», απαντά. «Οι υποσχέσεις που έγιναν προς τους Σκωτσέζους πρέπει να εκπληρωθούν, αλλά πρέπει και η αγγλική κοινή γνώμη να κατευναστεί».

Οι πιο εύποροι να αποδεχθούν τα βάρη που τους αναλογούν

Μία από τις δηλώσεις που έχουν στοιχειώσει την πολιτική σταδιοδρομία του Πίτερ Μάντελσον είναι ο ισχυρισμός του ότι στο Νέο Εργατικό κόμμα «είμαστε απόλυτα χαλαροί σχετικά με όσους γίνονται βαθύπλουτοι». Η δήλωση είχε γίνει το 1998, στις αρχές της εποχής Μπλερ. Δεδομένης της χρηματοπιστωτικής κρίσης του 2008 και του δυσανάλογου κόστους προσαρμογής που κλήθηκαν να πληρώσουν οι απλοί πολίτες στον δυτικό κόσμο, σε αντίθεση με πολλούς από τους μεγαλοκαρχαρίες που την προκάλεσαν, τον ρωτώ αν μετανιώνει γι’ αυτό που είχε πει.

Ενοχλημένος, με διορθώνει: «Αυτή δεν είναι ολόκληρη η δήλωση. Αυτό που είχα πει στο τέλος ήταν “...αρκεί να πληρώνουν τους φόρους τους”. Ημουν στο Πάλο Αλτο της Καλιφόρνιας με τον επικεφαλής της Hewlett Packard, οποίος με ρωτούσε γιατί να επενδύσει στη Βρετανία, όπου υπήρχε κυβέρνηση Σοσιαλιστών οι οποίοι ήθελαν να ξεζουμίσουν τους πλούσιους». Για τον Μάντελσον, ήταν κρίσιμο τότε οι Εργατικοί να μη δώσουν την εικόνα ενός κόμματος που είναι κατά των φιλόδοξων και δυναμικών επιχειρηματιών. Επειτα από 18 χρόνια κυριαρχίας των Συντηρητικών, η ανάκτηση της εμπιστοσύνης της κοινής γνώμης και των επενδυτών στις διαχειριστικές ικανότητες του κόμματος στην οικονομία ήταν άμεση προτεραιότητα.

«Σήμερα, ωστόσο, είναι ζωτικής σημασίας οι πιο εύποροι να αποδεχθούν το πλήρες μερίδιο που τους αναλογεί από τα βάρη που επωμίζεται ο ευρύτερος πληθυσμός» συμπληρώνει στην «Κ». Προσθέτει μάλιστα με νόημα: «Είναι κάτι που είναι πολύ σημαντικό και στην Ελλάδα».

Ελέγχοντας το απόσπασμα μετά τη συνάντησή μας, επιβεβαίωσα ότι ήταν όπως μου τα είπε. Οντως, είχε προσθέσει τη φράση «...αρκεί να πληρώνουν τους φόρους τους», που αλλάζει σημαντικά το μήνυμα. Μου θύμισε το «λεφτά υπάρχουν» του Γιώργου Παπανδρέου – άλλη μία φράση που παρατίθεται σχεδόν πάντα χωρίς το δεύτερο σκέλος, που μιλά όχι για παροχές από τον κρατικό προϋπολογισμό (όπως το πρώτο σκέλος εκλαμβάνεται να υπονοεί) αλλά για τον μη φορολογημένο πλούτο μεγάλων φοροφυγάδων. Συχνά, μία δήλωση ξεφεύγει από το πλαίσιο στο οποίο έγινε και γίνεται συμβολική μιας ολόκληρης περιόδου ή φιλοσοφίας. Αυτό ενίοτε είναι άδικο προς το πρόσωπο που την εκστόμισε. Ωστόσο, κάποιος με την επικοινωνιακή οξυδέρκεια του Μάντελσον σίγουρα κατάλαβε τη στιγμή που ολοκλήρωσε τη φράση του ότι θα μνημονευόταν μόνο το πιο προκλητικό της μέρος. Ετσι, έγινε κι αυτός θύμα της κουλτούρας του soundbite στη δημιουργία της οποίας συνέβαλε τόσο καταλυτικά.

Η Ελλάδα έχει καταφέρει να νοικοκυρέψει τα δημόσια οικονομικά της

Οταν η κουβέντα φτάνει στην ελληνική κρίση, ο λόρδος Μάντελσον είναι σαφής: «Η Ελλάδα, καταβάλλοντας τεράστιες προσπάθειες, έχει καταφέρει να νοικοκυρέψει τα δημόσια οικονομικά της. Εχοντας θέσει υπό έλεγχο το έλλειμμά της, αυτό που χρειάζεται τώρα είναι να θέσει υπό έλεγχο το χρέος της». Αναφερόμενος σε ετήσιες πληρωμές για την εξυπηρέτησή του που φτάνουν το 5% του ΑΕΠ, χαρακτηρίζει ευθέως το ελληνικό χρέος «μη βιώσιμο» και λέει ότι η περαιτέρω αναδιάρθρωσή του είναι «αναπόφευκτη». «Καταλαβαίνω τις ενστάσεις των Γερμανών και άλλων μπροστά σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο», προσθέτει, «αλλά οι εταίροι της Ελλάδας στην Ευρωζώνη πρέπει να επιδείξουν ρεαλισμό και ανοιχτό μυαλό στο ζήτημα αυτό» (αρνείται ωστόσο να τοποθετηθεί σχετικά με τη μορφή που πρέπει να πάρει αυτή η αναδιάρθρωση).

Ο Μάντελσον δεν διστάζει να εστιάσει επίσης στο εσωτερικό της Ελλάδας. «Το πιο κρίσιμο πράγμα τώρα για τη χώρα είναι να εξασφαλίσει ότι ο πόνος των τελευταίων πέντε ετών θα αποτελέσει μία γνήσια επένδυση για το μέλλον, για τη δημιουργία μιας νέας Ελλάδας», αναφέρει.  Για να συμβεί αυτό, όπως λέει, πέρα από τη σταθεροποίηση του χρέους της, χρειάζεται και «η εξομάλυνση της πολιτικής της ζωής».

Τον ρωτώ πώς το εννοεί αυτό. «Εννοώ ότι τα επικρατούντα κόμματα, αυτά που υποστήριξαν τα προγράμματα διάσωσης και τα μέτρα λιτότητας, κρέμονται αυτή τη στιγμή, εκλογικά μιλώντας, από μία κλωστή. Το ΠΑΣΟΚ βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ενισχυθεί πολύ. Κατά μία έννοια, η φυσιολογική πολιτική έχει ανασταλεί. Και αυτό που θα ήθελα να δω να συμβαίνει στην Ελλάδα είναι να επανέλθει η Αριστερά εντός των ορίων της επικρατούσας πολιτικής». Δεν μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να γίνει μέρος της επικρατούσας πολιτικής (ο όρος που χρησιμοποιεί ο συνομιλητής της «Κ» είναι «mainstream»);  «Δεν το αποκλείω», απαντά, χωρίς να θέλει να μιλήσει συγκεκριμένα για το τι θα σηματοδοτούσε την οριστική στροφή της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην κατεύθυνση αυτή. «Αυτό που χρειάζεται είναι συμβιβασμοί, ένας βαθμός συναίνεσης, τάσεις τις οποίες μέχρι σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει επιδείξει», σημειώνει πάντως, συμπληρώνοντας: «Θα ήθελα επίσης να δω την αναγέννηση του ΠΑΣΟΚ – δεν ξέρω πώς αυτό θα γίνει και υπό ποιον ηγέτη. Αλλά αν δεν υπάρξει μία ισορροπία μεταξύ της Δεξιάς και της Αριστεράς, δεν θα υπάρξει η επιθυμητή εξομάλυνση στην ελληνική πολιτική σκηνή».

Ποια είναι η γνώμη του, ωστόσο, για τη διαχείριση της ευρύτερης ευρωπαϊκής κρίσης; Ηταν σωστή η επιβολή σκληρών μέτρων λιτότητας σε χώρες – π.χ. την Ιρλανδία – των οποίων τα προβλήματα δεν ήταν, στη βάση τους, δημοσιονομικά; «Κοιτώντας πίσω, είναι σαφές ότι το φάρμακο της λιτότητας χρησιμοποιήθηκε πέραν του δέοντος. Η υπόθεση εργασίας ήταν ότι αν δημιουργούσαμε σταθερότητα, η ανάπτυξη θα ακολουθούσε. Σήμερα βλέπουμε ότι υπάρχει σταθερότητα, αλλά σχεδόν καθόλου ανάπτυξη». Ο πολύπειρος Βρετανός πολιτικός χαρακτηρίζει την κατάσταση «ιδιαίτερα ανησυχητική» και θεωρεί ότι «η λιτότητα από μόνη της δεν αρκεί» για να λυθεί το πρόβλημα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Οι αγορές, όπως σημειώνει, το έχουν καταλάβει αυτό, εξ ου και «σήμερα είναι πιο κεϊνσιανές από το Eurogroup. Ανησυχούν λιγότερο για το μέγεθος των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και περισσότερο για την απουσία ανάπτυξης και επενδύσεων. Και πρέπει στην Ευρώπη να λάβουμε μέτρα για να κατευνάσουμε τις ανησυχίες των αγορών σε αυτό το μέτωπο».

Παρά την ξεκάθαρη αυτή θέση του υπέρ της τόνωσης της ζήτησης στην ευρωπαϊκή οικονομία, ο λόρδος Μάντελσον τηρεί αυστηρή στάση απέναντι στη Γαλλία, η οποία προετοιμάζεται για πόλεμο χαρακωμάτων με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τον προϋπολογισμό της. Οι Γάλλοι έχουν δώσει στον «εαυτό τους» μία ακόμα αναβολή -την τρίτη– για να μειώσουν το δημοσιονομικό τους έλλειμμα κάτω από το 3% του ΑΕΠ (ώς το 2017 αυτή τη φορά). Οι Βρυξέλλες δείχνουν έτοιμες να απορρίψουν το νέο χρονοδιάγραμμα.

Για τον Μάντελσον, η ιστορία θυμίζει το 2013, όταν το Παρίσι και το Βερολίνο παραβίασαν τους όρους του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και απέτρεψαν την Κομισιόν από το να λάβει μέτρα εναντίον τους. «Δεν πρέπει να επαναληφθεί το φαινόμενο όπου τα πιο ισχυρά κράτη-μέλη εκμεταλλεύονται την επιρροή τους για να αγνοήσουν τους κανόνες που εφαρμόζονται σε όλους τους υπόλοιπους», τονίζει. Οπως λέει, αυτό που έκανε η Γαλλία και η Γερμανία, με τη στήριξη τότε και της Βρετανίας, ήταν «καταστροφικό» και «ακόμα πληρώνουμε το τίμημα».  Θυμάται, ως νεοεισερχόμενο μέλος, ο ίδιος, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2004,  τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε το σώμα στην προσπάθειά του να επιβάλει στα κράτη-μέλη την πειθαρχία που συνεπάγονταν οι δημοσιονομικοί κανόνες. «Μακάρι η Επιτροπή να είχε δείξει περισσότερη πυγμή και αποφασιστικότητα τότε», καταλήγει.

Η συνάντηση

Βρεθήκαμε στα γραφεία της Global Counsel, κοντά στη Bond Street, στην καρδιά του Λονδίνου. Λόγω πίεσης χρόνου, ήπιαμε απλά τσάι. Στην τελική χειραψία, του είπα ότι ελπίζω να μη μετανιώσει που δέχθηκε να μου μιλήσει. Ο «Αρχοντας του Σκότους» (το προσωνύμιό του) μου έριξε μια τελευταία ματιά και απάντησε: «Κι εγώ το ελπίζω».

Oι σταθμοί του

1953
Γεννιέται στο Μίντλσεξ, εγγονός του ιστορικού στελέχους των Εργατικών, Χέρμπερτ Μόρισον.

1976
Αποφοιτά με πτυχίο στη Φιλοσοφία, την Πολιτική και τα Οικονομικά από την Οξφόρδη.
 
1985
Διορίζεται διευθυντής επικοινωνίας του Εργατικού Κόμματος.

1992
Εκλέγεται για πρώτη φορά βουλευτής, στο Χάρτλπουλ.

1994
Στηρίζει τον Τόνι Μπλερ για την αρχηγία των Εργατικών, προκαλώντας την οργή του Γκόρντον Μπράουν.

1997
Διορίζεται υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην πρώτη κυβέρνηση Μπλερ.

1998
Αναβαθμίζεται σε υπουργό Εμπορίου και Βιομηχανίας. Τον Δεκέμβριο εξαναγκάζεται σε παραίτηση για αμφιλεγόμενο δάνειο που έλαβε. Μετά την επάνοδό του, παραιτείται εκ νέου το 2001.

2004
Διορίζεται επίτροπος Εμπορίου της Ε.Ε.

2008
Επιστρέφει στη βρετανική πολιτική σκηνή ως υπουργός Επιχειρήσεων, υπό τον Μπράουν. Γίνεται μέλος της Βουλής των Λόρδων.

2010
Εκδίδει τα απομνημονεύματά του, με τίτλο «The Third Man».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ