ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ «Κ»

Α. Δεληβοριάς: Η εποχή μας δεν σηκώνει προσλήψεις με διορισμούς

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΟΥΡΝΑΡΑ

Εικονογράφηση: Τιτίνα Χαλματζή.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Είχαμε υπολογίσει με τον Αγγελο Δεληβορριά να συναντηθούμε για το γεύμα στο καφέ του Μουσείου Μπενάκη στο Κολωνάκι. Ομως ξεχάσαμε αμφότεροι ότι τη Δευτέρα το εστιατόριο είναι κλειστό. Δεν πτοηθήκαμε. Καθήσαμε οι δυο μας σ’ ένα τραπέζι με θέα τον Εθνικό Κήπο και τον Αρδηττό, στην απόλυτη ησυχία, ανάμεσα στο μισοσκόταδο και το φως από τις μεσημεριανές ακτίνες του ήλιου. Παραγγείλαμε εσπρέσο που μας έφεραν από τα γραφεία στο υπόγειο. Μείναμε για λίγο σιωπηλοί και ανάψαμε τσιγάρο μιας και ήμασταν εντελώς μόνοι. Δεν ήταν εύκολο να αρχίσουμε μια κουβέντα που γνωρίζαμε εξαρχής ότι θα είναι συναισθηματικά φορτισμένη.

Λίγες ημέρες πριν είχε ανακοινώσει επίσημα ότι θα έφευγε από το τιμόνι του μουσείου, μετά 41 ολόκληρα χρόνια. Τα τελευταία 17 από αυτά, τον συναντούσα τουλάχιστον μια φορά την εβδομάδα, καλύπτοντας το εικαστικό ρεπορτάζ για την «Κ», σε συνεντεύξεις Τύπου, εγκαίνια, παρουσιάσεις. Οπως και πολλοί άλλοι συνάδελφοι, ξέραμε πια τις εκφράσεις του προσώπου του, τις θεατρικές κινήσεις των χεριών του, τη χροιά της φωνής του, τις συγκινήσεις, τις εξάρσεις, τους παροδικούς θυμούς, τα εγκάρδια σταυρωτά φιλιά. Μας είναι τόσο οικείος, όσο σχεδόν και ένα άτομο του συγγενικού μας περιβάλλοντος. Και παρότι μουρμούραγε συνεχώς πως κουράστηκε και θέλει να φύγει, ομολογώ ότι δεν τον πίστευε κανείς μας. Η ζωή του ήταν εντελώς συνυφασμένη με την καθημερινότητα ενός πολυάσχολου διευθυντή, η έγνοια του πέρα από την οικογένειά του, ήταν το μουσείο.

Η πρώτη ερώτηση είναι αυτονόητη: Γιατί αποφάσισε να φύγει τώρα; «Γυρνόφερνε μέσα στο μυαλό μου εδώ και πολύ καιρό η σκέψη να φύγω. Το 2005 που συνταξιοδοτήθηκα από το πανεπιστήμιο είχα θεωρήσει πως θα ήταν η κατάλληλη περίοδος να παραιτηθώ και από το μουσείο. Πίστευα ότι είχε ολοκληρωθεί ένας κύκλος. Η Διοικητική Επιτροπή είχε αντίθετη γνώμη, καθώς το Παράρτημα της Πειραιώς μετρούσε δύο χρόνια ζωής και το Ισλαμικό μουσείο μόλις είχε ανοίξει. Πείστηκα να παραμείνω μιας και ήμασταν σε μια φάση ανάπτυξης. Κάπου εκεί ξέσπασε και η οικονομική κρίση. Θα ήταν αδιανόητο να αφήσω την ηγεσία στην πιο δύσκολη φάση. Κάποιος έπρεπε να αναλάβει την ευθύνη των δεκάδων απολύσεων, έφυγαν 80 συνεργάτες μας, μειώθηκαν οι μισθοί όλων, μειώθηκαν οι ημέρες λειτουργίας. Την ίδια δύσκολη στιγμή, συγκροτήθηκε μια ομάδα που έπρεπε να ανασχεδιάσει το μέλλον το μουσείου με τα νέα δεδομένα, να παγιώσει μια νέα οργάνωση, να αναζητήσει άλλους τρόπους ανεύρεσης πόρων, να συσφίγξει τις σχέσεις μας με το εξωτερικό. Ηθελα να συμπαρασταθώ στους ανθρώπους αυτούς που έδιναν τον καλύτερό τους εαυτό να σωθεί το μουσείο. Σήμερα, νομίζω ότι έχουν δρομολογηθεί ήδη πολλά και έτσι μου δίνεται το περιθώριο να αποχωρήσω», λέει ο Αγγελος Δεληβορριάς.

«Δεν άντεχα άλλο»

«Θα μιλήσω προσωπικά», λέει και σταματά για μια στιγμή: «Δεν άντεχα άλλο. Δεν είμαι καθόλου αχάριστος και ξέρω πόσο μεγάλη τύχη ήταν να κατέχω αυτήν τη θέση τόσα χρόνια. Αλλά το πόστο μου συνεπάγεται και μια σειρά υποχρεώσεων, στις οποίες ένιωθα ότι δεν μπορούσα πλέον να αντεπεξέλθω. Με ρώτησε κανείς αν ήταν το όνειρό μου να κάνω τόσα χρόνια fundraising, να νταλαβερίζομαι με τους πολιτικούς ή με τους εκπροσώπους του νέου χρήματος; Ολα αυτά δε, τηρώντας απαρέγκλιτα την αρχή μου να έχει το μουσείο ίσες αποστάσεις από όλες τις κομματικές παρατάξεις και τους πολιτικούς χώρους. Στόχος μου ήταν να μη μαρκαριστεί ποτέ το Μπενάκη κατά την περίοδο που εγώ είχα την ευθύνη του, ως ίδρυμα που έχει σχέση με τη Ν.Δ. ή με το ΠΑΣΟΚ κ.ο.κ. Και πιστεύω ότι τα κατάφερα».

Και πώς αισθάνεται τώρα που διέβη τον Ρουβίκωνα; Πήρε τη θέση αυτή σε πολύ νεαρή ηλικία. Φέτος έκλεισε τα 77 του χρόνια και θεωρείται ο μακροβιότερος διευθυντής μουσείου διεθνώς: «Θέλω να πιστεύω ότι έχω ακόμα μια δεκαετία όπου θα είναι τα μυαλά μέσα στο κεφάλι μου και θα είμαι πνευματικά διαυγής και παραγωγικός. Θα έχω επιτέλους τον χρόνο να ικανοποιήσω ορισμένες προσωπικές μου ανάγκες που είχα βάλει στην άκρη. Τις είχα παραμερίσει, παρ’ όλες τις εξουθενωτικές προσπάθειες, να προστατεύσω όλα αυτά τα χρόνια τα επιστημονικά μου ενδιαφέροντα. Είναι πολύ δύσκολο να είσαι ταυτόχρονα επικεφαλής σε ένα μουσείο, να έχεις επωμισθεί διοίκηση, δημόσιες σχέσεις, το κυνήγι χορηγιών και να είσαι και επιστήμονας. Το έζησα στο πετσί μου. Τώρα λοιπόν ήρθε η ώρα να αφοσιωθώ στη δική μου επιστήμη».

Θα βοηθώ το Μουσείο με όλες μου τις δυνάμεις

Επισημαίνω ότι η αποχώρησή του είναι οπωσδήποτε ένα τέλος εποχής για τον λόγο που μόλις ανέφερε. Μέχρι σήμερα η χώρα είχε μια πλειάδα ανθρώπων που ταυτίστηκαν με τα μεγαλύτερα μουσεία τους που ήταν επιφορτισμένοι με όλα τα υψηλής ευθύνης καθήκοντα, σε ένα one man ή οne woman show. Ομως τα δεδομένα αλλάζουν και το ζητούμενο σήμερα είναι να μπορεί ένας επικεφαλής να φτιάξει ομάδες εργασίας, να μοιράσει ρόλους, να επιδιώξει ένα καινούργιο μοντέλο συνεργασίας. Αυτό είναι το χάρισμα που πρέπει να έχει ο διάδοχός του; «Είχα ελπίσει ότι η διαδοχή μπορεί να γινόταν διαφορετικά. Δηλαδή για ένα διάστημα τουλάχιστον να ήμουν δίπλα στον επόμενο διευθυντή για να του εμφυσήσω αρχές, το όραμά μου, να λυθούν ορισμένες εκκρεμότητες. Να καταλάβαινε -ακόμα και αν την απέρριπτε εν συνεχεία- ποια θεωρούσα εγώ ως γραμμή πλεύσης ενός πνευματικού οργανισμού. Βέβαια και τώρα που θα είμαι μέλος στη Διοικητική Επιτροπή, πάλι θα βοηθώ το μουσείο με όλες μου τις δυνάμεις» τονίζει.

«Οσο για τα προσόντα, θα έλεγα ότι το σημαντικότερο χαρακτηριστικό που πρέπει να διαθέτει είναι να αγαπάει τους ανθρώπους, όπως τους αγαπούσα και εγώ. Είναι θεμελιώδους σημασίας αυτό που σας λέω, διότι δίνει τον τόνο σε όλο το μουσείο. Μια στιγμή που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι όταν η Μαρία Βαλαδώρου ήταν στο νοσοκομείο και με φώναξε να την επισκεφθώ. Οταν πήγα εκεί διαπίστωσα ότι είχε φέρει και έναν συμβολαιογράφο για να αφήσει ένα μέρος της περιουσίας της στο Μουσείο Μπενάκη. Αυτό δεν θα μπορούσε να είχε συμβεί αν εγώ είχα άλλο χαρακτήρα, αν δεν αισθανόμουν κοντά στους ανθρώπους, αν δεν ανοιγόμουν, αν δεν τους πονούσα. Οχι διότι προσδοκούσα ένα αντίδωρο, αλλά διότι έτσι αισθανόμουν. Θα ήθελα λοιπόν από τον διάδοχο να είναι συναινετικός, ανοιχτός σε ιδέες, να είναι κοινωνικός, να είναι άνθρωπος της εποχής του».

«Α! και κάτι ακόμα, που εγώ θεωρώ αυτονόητο. Πρέπει να είναι Ελληνας και κοσμοπολίτης. Οχι διότι εκτιμώ τη ράτσα μας και το λέω ευθέως αλλά διότι δεν θα μπορούσε να είναι ξένος σε αυτό το μουσείο. Και αυτό διότι δεν είμαστε ούτε αρχαιολογικό ούτε βυζαντινό μουσείο, ούτε μουσείο σύγχρονης τέχνης αλλά ένα πνευματικό ίδρυμα που βλέπει την Ελλάδα στη διαχρονία της, από το παρελθόν μέχρι και το σήμερα. Συνεπώς, ο άνθρωπος που θα αναλάβει πρέπει να ξέρει την ιστορία, τον πολιτισμό, τη θέση μας μέσα στον κόσμο, τη ζωή εκεί έξω. Να έχει γερό μυαλό και προσόντα επιστημονικά. Και να είναι βέβαια νέος. Ο πενηντάρης για παράδειγμα έχει ήδη αρχίσει να σιτεύει. Μην ξεχνάτε ότι εγώ όταν ανέλαβα αυτό το πόστο ήμουν μόλις 36 ετών».

Πώς πρέπει να λειτουργούν οι πνευματικοί οργανισμοί του τόπου

Ο διάδοχος του Αγγελου Δεληβορριά θα προκύψει μέσα από τη διαδικασία ενός διαγωνισμού. Εν αντιθέσει με το κράτος που δεν έχει μάθει να προχωρά κατ’ αυτόν τον τρόπο αλλά προτιμά τους διορισμούς, το Μουσείο Μπενάκη πάλι πρωτοπορεί δείχνοντας την ενδεδειγμένη μέθοδο: «Η εποχή μας δεν σηκώνει διορισμούς. Οταν μιλά κανείς για διορισμό, αναφέρεται σε κομματικά κριτήρια ενώ θα έπρεπε να μιλάμε για τις ποιότητες και τα χαρίσματα. Για την υπόσταση και τον χαρακτήρα, την επιστημοσύνη των υποψηφίων. Δυστυχώς ο τρόπος ανέλιξης μέσα στο Δημόσιο, ακόμα και αν δεν είναι διορισμός και είναι επετηρίδα, γυρίζει την πλάτη σε όλα αυτά».

Μέσα στα 41 χρόνια που ήταν επικεφαλής το Μπενάκη -που είναι νομικά και πρακτικά ένα υβρίδιο ανάμεσα σε κρατικό και ιδιωτικό μουσείο- μεταμορφώθηκε και η πρόοδός του υπήρξε καταλυτική για τον χώρο του πολιτισμού, για την ίδια την πόλη αλλά και για την εικόνα της χώρας διεθνώς. Εφόσον λοιπόν υπήρξε ένα απτό παράδειγμα, γιατί οι αντίστοιχοι κρατικοί φορείς έμειναν πίσω; Γιατί δεν επετεύχθη ποτέ μια ευγενής άμιλλα; «Θα σας φέρω ένα παράδειγμα για να δείτε ότι δυστυχώς τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν καθόλου έτσι. Οι φύλακες του Μουσείου Μπενάκη είναι επιλεγμένοι ένας - ένας. Είναι υποχρεωμένοι να φορούν στολή, είναι ειδικά εκπαιδευμένοι. Συμπεριφέρονται όπως συμπεριφέρομαι εγώ στον κόσμο. Στα δημόσια μουσεία, οι θέσεις στελεχώνονται από κομματικά γραφεία, από άλλους οργανισμούς που έκλεισαν, με διάφορα νομοθετήματα. Πουθενά στον ανεπτυγμένο κόσμο δεν συμβαίνει αυτό. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν γιατί η κυβέρνηση δεν μπορεί να προχωρήσει στις απαραίτητες μεταρρυθμίσεις εντελώς απαρχαιωμένων δομών που μας ταλαιπωρούν σήμερα. Είναι σαφές ότι δεν μπορεί να βρει δίοδο το καλύτερο έμψυχο δυναμικό που διαθέτει ο τόπος μας, σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο. Και όπως είναι λογικό οι άνθρωποι αυτοί φεύγουν στο εξωτερικό».

Οι υπουργοί Πολιτισμού

Αναρωτιέμαι εάν κάποιοι από τους ανθρώπους που χρημάτισαν υπουργοί Πολιτισμού ζήτησαν τη γνώμη του ή τη συμβουλή του: «Ποτέ, ποτέ, ποτέ. Και σας διαβεβαιώ ότι γνώρισα όλους όσοι διετέλεσαν επικεφαλής του ΥΠΠΟ από το 1974 μέχρι και σήμερα. Υπάρχουν κάποια κατ’ όνομα θεσμικά όργανα αλλά οι αποφάσεις είναι ειλημμένες εκ προοιμίου. Μόνη εξαίρεση ήταν ο Τζαννής Τζαννετάκης και η Μελίνα Μερκούρη που ήταν άλλης ποιότητας άνθρωποι, με τεράστια αντίληψη για το θέμα που λέγεται πολιτισμός. Κρατώ στην άκρη και τον Σταύρο Μπένο, ο οποίος όμως άνθησε αφού έφυγε από τη θέση αυτή. Για να μην το ξεχάσω πάντως, προσφάτως απεδέχθην μια πρόταση από το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη για να μιλήσω μαζί τους για θέματα πολιτισμού».

Η συνεισφορά του κ. Δεληβορριά στον τόπο δεν είναι μόνο τα νέα παραρτήματα του Μουσείου Μπενάκη και η εξαιρετική ανακαίνιση του κεντρικού κτιρίου, ούτε η αφήγηση της ελληνικής ιστορίας ως διαχρονία. Είναι το οργανόγραμμα της ανάπτυξης που συνέλαβε ήδη από το 1974. Είχε ως άξονα την αποκέντρωση, που θα βοηθούσε το ίδρυμα να αναπτύσσεται ως ζωντανός οργανισμός. Υπήρξαν βέβαια κάποιοι που θεωρούν ότι αυτό ακριβώς ήταν που δημιούργησε και μια σειρά προβλημάτων. Οι επικριτές του λένε ότι γιγαντώθηκε τόσο που δεν μπορούσε να αυτοσυντηρηθεί, με αποτέλεσμα να αρχίσει μια απαραίτητη συρρίκνωση. Ο ίδιος τι λέει; «Αν έκανα ένα λάθος είναι πως πίστευα ότι η υπόσταση του οργανογράμματος θα είχε εγγραφεί ως μια εθνική προσπάθεια. Πίστευα ότι το κράτος θα ανταποκρινόταν στο δικό του μέρος των οικονομικών υποχρεώσεων. Δηλαδή μαζεύαμε εμείς το 50% από χορηγίες, δωρεές, δικά μας εισοδήματα και έπρεπε και η πολιτεία να βάζει το άλλο μισό, δηλαδή τα λεγόμενα matching funds. Εκεί μπορώ να πω ότι ηπατήθην. Θα σας πω πάντως ότι κατά τη γνώμη μου ότι αυτή η εξακτίνωση που επιχειρήσαμε να κάνουμε επέτυχε διότι όσες δυσκολίες και αν αντιμετωπίσαμε στη συνείδηση του κόσμου το Μπενάκη είναι ένας πρωτοπόρος οργανισμός που περιβάλλεται από εμπιστοσύνη, σεβασμό και αγάπη, που δέχεται ακόμα δωρεές. Δεν περνούσε μέρα που δεν εισέπραττε το Μουσείο μια δωρεά, από ένα μικροαντικείμενο ή βιβλίο μέχρι κάτι μεγαλύτερο. Αν τώρα τα άλλα μουσεία δεν το κατάφεραν αυτό, δεν φταίμε εμείς. Αυτή πρέπει να είναι η πολιτική όλων των πνευματικών οργανισμών του τόπου».

Η κουβέντα μας φτάνει προς το τέλος, διότι ο Αγγελος Δεληβορριάς ετοιμάζεται για ένα ταξίδι στην Κέρκυρα. Η δουλειά δεν τελειώνει ποτέ και το καθημερινό του πρόγραμμα είναι πολύ φορτωμένο ακόμα. Ούτε βέβαια και η αφοσίωση στο μουσείο. Οσο για τον διάδοχό του θα μάθουμε το όνομά του μέσα στους επόμενους μήνες.

Η συνάντηση

Δυστυχώς, παρά τα ιδιαιτέρως νόστιμα πιάτα του καφέ του Μουσείου Μπενάκη, αρκεστήκαμε σε ένα καφέ. Καλό είναι λοιπόν να θυμάστε και εσείς ότι τη Δευτέρα είναι κλειστό.

Oι σταθμοί του

1937
Γεννιέται στην Αθήνα.

1956
Σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και Αθηνών. Μεταπτυχιακά στο Πανεπιστήμιο Φράιμπουργκ/ Μπραϊσγκάου.

1965
Διορίζεται στην Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία. Υπηρετεί στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

1972
Πανεπιστήμιο της Σορβόννης και Ecole Pratique des Hautes Εtudes.

1973
Αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Μουσείου Μπενάκη. Η ριζική ανάπλαση του κτιρίου ολοκληρώνεται το 2000.

1992
Εκλέγεται καθηγητής της Ιστορίας της Τέχνης στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

2000
Τιμώνται από την Ακαδημία Αθηνών το Μουσείο Μπενάκη και ο Αγγελος Δεληβορριάς με το Χρυσό και Αργυρό Μετάλλιο αντίστοιχα.

2003
Πρωτολειτουργεί το κτίριο της Πειραιώς.

2004
Εγκαινιάζεται το Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης.

2012
Εγκαινιάζεται το κτίριο της Γενιάς του ’30.

2014
Ανακοινώνει την αποχώρησή του από τη θέση του διευθυντή.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ