ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: Η άλλη κρίση

ARMIN VON BOGDANDY, ΜΙΧΑΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ*

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε αρκετές κατατάξεις που αξιολογούν τις διεθνείς επιδόσεις στο κράτος δικαίου, η Ελλάδα δεν βρίσκεται απλώς μακριά από τους Ευρωπαίους εταίρους της, αλλά καταλαμβάνει χαμηλότερη θέση ακόμα κι από ορισμένες αναπτυσσόμενες χώρες, όπως η Κόστα Ρίκα και η Ουρουγουάη. Στην ταχύτητα απονομής της δικαιοσύνης, την αποτελεσματικότητα της διοίκησης στην εφαρμογή των νόμων και τη συμμόρφωσή της με δικαστικές αποφάσεις, όλα βασικά στοιχεία του κράτους δικαίου, το πρόβλημα εμφανίζεται δομικό. Στην τελευταία έκθεσή της, η Παγκόσμια Τράπεζα υπολόγισε ότι για τη δικαστική επιδίωξη μιας απαίτησης από σύμβαση απαιτούνται στην Ελλάδα 1.580 ημέρες, όταν στην Ισπανία ο αντίστοιχος χρόνος είναι 510 ημέρες, στην Πορτογαλία 547 και στη Γερμανία 394. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει επισημάνει ήδη από το 2010 ότι το ελληνικό δικαϊκό σύστημα αντιμετωπίζει «δομικά προβλήματα», ενώ εκθέσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης επεσήμαναν ξανά πρόσφατα, ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει «μείζονα συστημικά προβλήματα» στην έννομη τάξη της.

Μεμονωμένα τα στοιχεία αυτά βρίσκονται συχνά στη δημοσιότητα. Η συστηματική και συνδυαστική μελέτη τους επιτρέπει όμως να μιλήσουμε για το πρόβλημα με όρους κράτους δικαίου: Το κράτος δικαίου στην Ελλάδα βρίσκεται σε κρίση και η κρίση αυτή εκτείνεται στον ίδιο τον πυρήνα του, την ικανότητα του κράτους να εγγυηθεί την εφαρμογή του δικαίου.

Προβλήματα στην εφαρμογή των νόμων παρουσιάζονται σε όλες τις χώρες. Παντού υπάρχουν υπάλληλοι που υπερβαίνουν τις αρμοδιότητές τους, δικαστήρια που αργούν να εκδώσουν αποφάσεις, ιδιώτες που καταφέρνουν να αποφύγουν την εφαρμογή του νόμου. Το κράτος δικαίου δεν κινδυνεύει όμως από μεμονωμένες παραβάσεις ή περιστασιακά περιστατικά ανυπακοής. Αντίθετα απειλείται, όταν τα προβλήματα αυτά είναι τόσο έντονα και διαρκή, ώστε η μη τήρηση των κανόνων να είναι συστημική και να έχει λάβει διαστάσεις κανονικότητας. Σε μια πρόσφατη μελέτη μας ονομάσαμε το πρόβλημα αυτό «συστημική δυσλειτουργία του κράτους δικαίου» και χρησιμοποιήσαμε μια σειρά δικαστικών αποφάσεων, εκθέσεων και δεικτών για να εξετάσουμε το κατά πόσον χώρες όπως η Ελλάδα και η Ιταλία πληρούν τις βασικές ευρωπαϊκές απαιτήσεις του κράτους δικαίου – μια από τις θεμελιώδεις αξίες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, σύμφωνα με το άρθρο 2 της ιδρυτικής της Συνθήκης. Στην Ελλάδα το πρόβλημα εμφανίζεται ιδιαίτερα ανησυχητικό. Ανάμεσα στα 28 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση στην ταχύτητα δικαστικής επίλυσης διοικητικών διαφορών, ενώ στα κριτήρια της διαφθοράς και της αποτελεσματικότητας της διοίκησης στην εφαρμογή των κανόνων βρίσκεται πάνω μόνο από τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Κροατία. H τελευταία περιοδική έκθεση του ΟΟΣΑ για την ελληνική διοίκηση εστιάζει στην «ιδιαίτερη αδυναμία» της να εφαρμόσει ήδη αποφασισμένες μεταρρυθμίσεις. Στα θέματα αυτά, την Ελλάδα δεν χωρίζουν απλώς διαφορές βαθμού με τους Ευρωπαίους εταίρους της, αλλά κλίμακας. Υπάρχει μια σημαντική ποιοτική διαφορά ανάμεσα σε τυχόν περιστασιακά προβλήματα στο κράτος δικαίου και σε μια συστημική κρίση. Στην πρώτη περίπτωση η εμπιστοσύνη στους κανόνες και τους θεσμούς διατηρείται, ενώ στη δεύτερη όχι. Σποραδικά κρούσματα διαφθοράς ή μεμονωμένες καθυστερήσεις στην απονομή δικαιοσύνης δεν αρκούν να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη σε κανόνες και θεσμούς. Εκεί όμως όπου η δημόσια διοίκηση δεν έχει τη βούληση, την επάρκεια ή τους πόρους να εφαρμόσει τους κανόνες, εκεί όπου η δικαστική οδός είναι πολύ μακρά για να τους επιβάλλει και εκεί όπου οργανωμένα συμφέροντα και δραστήριες μειοψηφίες συστηματικά τους αγνοούν χωρίς κυρώσεις, οι νόμοι «μένουν στα χαρτιά». Για να υπάρχει όμως κράτος δικαίου, πρέπει το δίκαιο τουλάχιστον να «κρατεί», να είναι αποτελεσματικό. Οταν η εφαρμογή του δικαίου βρίσκεται διαρκώς υπό αίρεση, οι πολίτες δεν μπορούν να προβλέψουν το αν, πότε και πώς θα εφαρμοστούν οι κανόνες που τους αφορούν. Το αποτέλεσμα είναι ότι υπονομεύεται μια από τις πιο βασικές λειτουργίες του δικαίου: η παροχή στους πολίτες ενός αξιόπιστου θεμελίου πάνω στο οποίο μπορούν να σχεδιάσουν το μέλλον τους.

Η πιο προφανής συνέπεια μιας τέτοιας κρίσης είναι ότι τα κάθε είδους μελλοντικά σχέδια, επιχειρηματικά, ακαδημαϊκά ή άλλης μορφής, εκτίθενται σε μεγαλύτερο βαθμό αβεβαιότητας και το κόστος πραγματοποίησής τους αυξάνεται. Επιπλέον, εκεί όπου το κράτος δικαίου παρουσιάζει συστημικές ανεπάρκειες, οι πολίτες συχνά καταφεύγουν σε εναλλακτικούς θεσμούς που τους παρέχουν σχετική εμπιστοσύνη, όπως η μαφία (Ιταλία) ή οι κομματικές ιεραρχίες και οι προσωπικές εξωθεσμικές επαφές (Ελλάδα). Κάθε κοινωνία χρειάζεται κάποιους μηχανισμούς συντονισμού. Οταν το κράτος είναι αναξιόπιστο, οι «παραθεσμοί» γίνονται ισχυρότεροι και οι «προσωπικές γνωριμίες» πιο σημαντικές. Το μεγαλύτερο κόστος μετριέται όμως σε όρους δημοκρατίας. Σε μια χώρα με συστημικά προβλήματα στο κράτος δικαίου η εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία εξουσιάζει στο κενό. Παράγει κανόνες των οποίων η αποτελεσματικότητα είναι αβέβαιη. Η δημοκρατική διάσταση του προβλήματος δεν σταματά όμως εδώ. Οταν οι πολίτες πιστεύουν ότι οι νόμοι δεν εφαρμόζονται, δεν έχουν κίνητρο να συμμετάσχουν ενεργά στη διαμόρφωση ή την αλλαγή τους. Είναι πιο αποτελεσματικό για τους ίδιους να αφιερώσουν τις δυνάμεις τους στο να τους αποφύγουν.

Η κρατική αυθαιρεσία και η ανοχή της ιδιωτικής αυθαιρεσίας υπονομεύουν την οικονομία, την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και τελικά την ίδια τη δημοκρατία. Η κρίση του ελληνικού κράτους δικαίου είναι όμως ταυτόχρονα και ευρωπαϊκή κρίση. Η αποτελεσματική εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου στηρίζεται στην υπόθεση ότι τα κράτη-μέλη είναι αποτελεσματικά κράτη δικαίου. Το ίδιο και οι μεταρρυθμίσεις που επιβάλλει η οικονομική κρίση. Χωρίς διοίκηση και δικαιοσύνη ικανές να εμπεδώσουν την εμπιστοσύνη στους κανόνες και τα δύο τίθενται εν αμφιβόλω. Οπως και στην περίπτωση της οικονομικής κρίσης, η αδυναμία του ελληνικού κράτους δικαίου είναι αδυναμία και της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η έρευνα μας έδειξε ότι η Ελλάδα και η Ευρωπαϊκή Ενωση πρέπει να αντιμετωπίσουν τη σημερινή κρίση και ως μια δομική κρίση του κράτους δικαίου.

* Διευθυντής και senior research fellow αντίστοιχα στο Ινστιτούτο Max Planck Συγκριτικού Δημοσίου και Διεθνούς Δικαίου, Χαϊδελβέργη

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ