Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Rethink γενικώς

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Την περασμένη Κυριακή έγινε γνωστό ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έκοψε δύο μεγαλεπίβολες παρεμβάσεις για την Αθήνα, έργα ύψους σχεδόν €500 εκ, από το επόμενο ΕΣΠΑ. Τα έργα ήταν δυο εκτεταμένες αναπλάσεις, μία στο κέντρο της Αθήνας (πεζοδρόμηση Πανεπιστημίου και περιφερειακές παρεμβάσεις, από το σχέδιο Rethink Athens) και μία στο παραλιακό μέτωπο (ανάπλαση Φαληρικού όρμου).

Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μου.

Η αντίδραση των ενημερωμένων και των εξωστρεφών που πλημμυρίζουν με γνώμες για το κάθε τι το timeline μου στα social media ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Εκφράστηκε μια έντονη χαρά στα όρια της χαιρεκακίας για το ότι η Ελλάδα ΔΕΝ θα πάρει αυτά τα λεφτά για να φτιάξει αυτά τα δύο έργα. Μαζί διαβάσαμε και μια μεγάλη ποικιλία από τοποθετήσεις γι’ αυτά, που κυμαίνονταν από το “τι να τα κάνουμε τα δέντρα και τους καλλωπισμούς εδώ ο κόσμος πεινάει” και την αμφισβήτηση της ανταποδοτικότητας τέτοιου είδους παρεμβάσεων -που ήταν και η ένσταση της ΕΕ-, μέχρι τη γνωστή επιχειρηματολογία περί ερήμωσης του κέντρου τη νύχτα, του κυκλοφοριακού χάους και άλλων δεινών, και την υπόδειξη εναλλακτικών επενδύσεων που, κατά τη γνώμη των σχολιαστών, θα ήταν πολύ πιο ανταποδοτικές, όπως ασαφή “κονδύλια για την περιφέρεια”, περισσοτερες σιδηροδρομικές γραμμές και περισσότεροι δρόμοι.

Βεβαίως δεν ήταν όλες οι τοποθετήσεις ίδιες, ούτε όλες λανθασμένες. Μα οι ίδιοι άνθρωποι που χαίρονται για το ότι απορρίφθηκαν η μετατροπή της Πανεπιστημίου σε πάρκο-πεζόδρομο και του Φαληρικού όρμου σε πάρκο-περίπατο (από σκουπιδότοπο) πιθανότατα σε άλλες περιστάσεις γκρινιάζουν μαζί μας και για το ότι η Αθήνα δεν έχει αρκετό πράσινο και επειδή τα Ολυμπιακά ακίνητα ρημάζουν. Πιθανότατα, επίσης, είναι οι ίδιοι που γκρίνιαζαν πριν από την πεζοδρόμηση της Ερμού, της Διονυσίου Αρεοπαγίτου και της Αποστόλου Παύλου. Κάποιοι από αυτούς πιθανότατα θα γκρίνιαζαν και για το μουσείο που μοιάζει σα τσαλακωμένο αλουμινόχαρτο στο Μπιλμπάο, ή για το ότι είναι μόνο μια λωρίδα κυκλοφορίας ανοιχτή στη Ράμπλα της Βαρκελώνης, και δημιουργείται κυκλοφοριακό χάος. Πάντα υπάρχουν άνθρωποι που γκρινιάζουν για το οτιδήποτε κάνει τα πράγματα αλλιώτικα από ό,τι είναι ήδη, ακόμα κι να τα πράγματα όπως είναι ήδη δεν τους αρέσουν. Κάποιοι από αυτούς τους σχολιαστές μοιάζουν τέτοιοι.

Αλλά ούτε αυτό είναι το θέμα μου.

Το θέμα μου είναι το ότι, ως πολίτες, η εντύπωση που έχουμε για το τι είναι αναπτυξιακό και τι δεν είναι, τι έχει κόστος και τι δεν έχει, τι αποφέρει ουσιαστικό και απτό οικονομικό αποτέλεσμα και τι είναι διακοσμητικό, είναι πάρα πολύ συχνά -και αναπόφευκτα- ατεκμηρίωτη και λανθασμένη. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να κάνουμε μια impromptu cost-benefit analysis με μόνα στοιχεία μια είδηση και φωτογραφία από μια μακέτα που είδαμε στο ίντερνετ. Με αφορμή τις αυθόρμητες και συναισθηματικές αντιδράσεις στην παραπάνω είδηση, θυμήθηκα μια πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα που δημοσιεύτηκε πριν από λίγους μήνες, την οποία υπογράφουν οι επιστήμονες Τζέιμς Φέρον και Άνκε Χέφλερ των πανεπιστημίων του Στάνφορντ και της Οξφόρδης αντίστοιχα, και μελετά το οικονομικό κόστος διαφόρων μορφών βίας.

Αν μας ρωτούσε κανείς τι από τα δύο έχει μεγαλύτερο οικονομικό αντίκτυπο στον κόσμο, οι εμφύλιοι πόλεμοι ή η ενδοικογενειακή βία, η απάντησή μας φυσιολογικά θα ήταν: Οι πόλεμοι. Τόσα θύματα, τόσες καταστροφές, τόσες τραγικές συνέπειες στην οικονομική δραστηριότητα χωρών, προφανώς οι εμφύλιοι πόλεμοι έχουν μεγαλύτερο κόστος, σε οικονομικά μεγέθη τουλάχιστο.

Θα κάναμε λάθος, όμως. Και όχι μικρό λάθος.

Το κόστος των εμφυλίων πολέμων στη Γη υπολογίστηκε από την έρευνα στα $170 δισεκατομμύρια κάθε χρόνο, ένα ποσό ιλιγγιώδες. Το κόστος της ενδοοικογενειακής βίας; $8 τρισεκατομμύρια το χρόνο.

Αν λοιπόν εμεις ως πολίτες είχαμε ένα μαγικό ραβδάκι που μας επέτρεπε να λύσουμε ένα από τα δύο προβλήματα, βασισμένοι στη λανθασμένη μας αντίληψη θα επιλέγαμε να καταργήσουμε τους εμφυλίους, εξασφαλίζοντας στην ανθρωπότητα ένα κέρδος πολύ μικρότερο από το χρέος της Ελλάδας. Αν ακολουθούσαμε τι μας λένε τα data, και χρησιμοποιούσαμε το μαγικό ραβδάκι για να εξαφανίσουμε την ενδοοικογενειακή βία, θα αυξάναμε το παγκόσμιο ΑΕΠ κατά 9,3% αυτοστιγμή.

Το τι είναι σωστό και τι είναι λάθος σε πολυπαραγοντικά θέματα και σε έναν κόσμο με πεπερασμένους πόρους είναι πάντα κάτι περίπλοκο, που θέλει προσεκτική μελέτη και ανάλυση. Είναι δύσκολο θέμα. Και δεν αφορά μόνο τις επιλογές των μεμονωμένων πολιτών που σχολιάζουν στο Facebook -ούτε οι κυβερνήσεις μπορούν να το διαχειριστούν πάρα πολύ καλά και να σχεδιάσουν πολιτικές με βάση αυτά που λένε τα νούμερα. Για παράδειγμα, δύο από τα πιο αποδοτικά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε για το μέλλον του πλανήτη είναι να καταπολεμήσουμε τον υποσιτισμό των βρεφών και να επενδύσουμε σε νηπιαγωγεία. Ο κόσμος δαπανά δισεκατομμύρια σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στην άμυνα, στην υγεία, σε ένα σωρό δαπανηρά και μεγαλεπίβολα που επιστρέφουν στην ανθρωπότητα το πολύ δύο, άντε τρεις φορές το μέγεθος της επένδυσης. Έχει εκτιμηθεί όμως ότι κάθε δολάριο που επενδύεται για να πάνε περισσότερα παιδιά νηπιαγωγείο φέρνει πίσω στην παγκόσμια οικονομία γύρω στα $33. Κάθε δολάριο που επενδύεται για να τρέφονται επαρκώς περισσότερα βρέφη φέρνει πίσω $59. Αν επενδύαμε περισσότερα κεφάλαια σ’ αυτά τα θέματα θα είχαμε πολύ μεγαλύτερα οφέλη από αυτά που έχουμε επενδύοντας σε άλλους, ενίοτε δημοφιλέστερους τομείς.

Η αξία αυτού του είδους της ανάλυσης γίνεται σιγά σιγά γνωστή και αποδεκτή, κυρίως σε διεθνείς και μη-κερδοσκοπικούς οργανισμούς. Ένα παράδειγμα είναι το Disease Control Priorities Project που χρηματοδοτείται από την Παγκόσμια Τράπεζα και το ίδρυμα του Μπιλ Γκέιτς, και είναι ένα εργαλείο αξιολόγησης των ασθενειών με βάση τις οικονομικές δυνατότητες καταπολέμησής τους, ώστε οι χώρες να μπορούν να επενδύουν βάζοντας ουσιαστικές προτεραιότητες.

Εμείς, ως πολίτες, μπορούμε να τα διαβάζουμε αυτά και να βγάζουμε συμπεράσματα, αλλά δεν μπορούμε να τα ξέρουμε όλα. Μια πεζοδρόμηση ή ένα μουσείο μπορεί να μην έχει σημαντικό και ουσιαστικό αντίκτυπο στη ζωή των ανθρώπων. Ένας δρόμος που φτιάχτηκε για μίζες μπορεί να φέρει πίσω πολλαπλά οφέλη στην κοινωνία. Αλλα μπορεί και όχι. Μπορεί να ισχύει το ανάποδο. Δεν ξέρουμε, και η πρώτη, ατεκμηρίωτη και αυθόρμητη γνώμη μας μπορεί να είναι λανθασμένη. Δεν μπορούμε να τρέχουμε μεμονωμένα και ανεξάρτητα cost-benefit analysis για κάθε είδηση που διαβάζουμε στο ίντερνετ. Γι’ αυτό σ’ αυτά τα θέματα χρειάζεται ψυχραιμία και ενημέρωση.

Αυτό είναι το θέμα μου.

Links
Confilct & Violence paper: http://www.copenhagenconsensus.com/sites/default/files/conflict_assessment_-_hoeffler_and_fearon_0.pdf
DCP3 του ΠΟΥ: http://www.dcp-3.org/

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ