ΒΙΒΛΙΟ

Δεκαετία ’80: η μήτρα της Μεταπολίτευσης

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ

Η πολιτική της λιτότητας συναντά σθεναρή αντίσταση. 15 Ιανουαρίου 1987: 24ωρη πανεργατική απεργία στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα και μεγάλη συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Β. ΒΑΜΒΑΚΑΣ
– Π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ (επιμ.),
Η Ελλάδα στη δεκαετία του ’80. Κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό λεξικό
εκδ. Επίκεντρο

Πολιτικά, κοινωνικά, οικονομικά, πολιτισμικά, η δεκαετία του ’80 μπορεί να επαίρεται ότι φέρνει στην επιφάνεια φαινόμενα και τάσεις που ήταν σε μεγάλο βαθμό καινοφανείς: ένα σοσιαλιστικό (έστω και μόνο κατ’ όνομα) πολιτικό κόμμα για πρώτη φορά στην εξουσία, τη διαμόρφωση καινούργιων μεσαίων στρωμάτων ως καθαρά δημιουργήματα του άστεως, μια σταθερή διόγκωση του ΑΕΠ ακόμη και στο πλαίσιο του γνωστού κρατικιστικού μοντέλου, την πρώτη θεσμική αλλά και ουσιαστική επαφή κοινωνίας και πολιτικής με το ενωσιακό εγχείρημα στην υπόλοιπη Ευρώπη, τον συντονισμό των εσωτερικών πολιτισμικών προτύπων με τα παγκοσμιοποιημένα εξωτερικά. Ο,τι υπήρξε τηρουμένων των αναλογιών η δεκαετία του ’40 για την πρώτη μεταπολεμική περίοδο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η δεκαετία του ’80 για τη Μεταπολίτευση. Επρόκειτο για μία μήτρα η οποία εξέθρεψε και από την οποία ξεπήδησαν πολλά από αυτά που βιώνουμε μέχρι σήμερα ως παγιωμένες καταστάσεις και εμπεδωμένες κουλτούρες και νοοτροπίες.

Το ανά χείρας λεξικό, το οποίο επανεκδόθηκε πρόσφατα από άλλο εκδοτικό οίκο, αποτελεί τολμηρή απόπειρα για την καταγραφή αυτής της κύησης και των απολήξεών της σε ποικίλα επίπεδα της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής. Οι επιμελητές του λεξικού –όχι τυχαία, παιδιά της περιόδου αυτής και ψύχραιμοι παρατηρητές της– φέρθηκαν ευφυώς. Ενα λεξικό δεν μπορεί να περιλαμβάνει προφανώς τα πάντα, ούτε και αυτό τα περιλαμβάνει. Ωστόσο, αν κοιτάξει κανείς προσεκτικότερα τις επιλογές των λημμάτων του αντιλαμβάνεται ότι οι επιμελητές προσπαθούν να «σκηνοθετήσουν» και να αναπαραστήσουν (με αρκετά ζωντανό κι ενίοτε σαρκαστικό τρόπο, θα έλεγα) το πνεύμα της εποχής. Δεν τους ενδιαφέρει τόσο η πληρότητα όσο να αποκαταστήσουν τα «σήματα» βάσει των οποίων οριοθετήθηκε και πορεύτηκε σε αυτή τη φάση ο νεοελληνικός «πολιτισμός». Βοηθούντος και του εικονογραφικού υλικού που συμπληρώνει τεκμηριωτικά τα λήμματα (τα οποία είναι γραμμένα από ένα διαφορετικό κάθε φορά ειδικό συντάκτη), αναδύεται μια Ελλάδα νεωτερική μεν και ευρωπαϊκή, αλλά με όλες τις εσωτερικές της αντιφάσεις όπως αυτές αποτυπώνονται σε θεσμούς, πρότυπα και πρακτικές: είναι η Ελλάδα του ΕΣΥ, των ΚΑΠΗ, του περιοδικού «Το Τέταρτο», των Goody’s, των ντισκοτέκ, των Φατμέ και των Κατσιμιχαίων ή του Νίκου Γκάλη, αλλά και των αυθαιρέτων, των μπλε και πράσινων καφενείων, των πελατειακών σχέσεων, του σκανδάλου Κοσκωτά, του άγριου οπαδισμού, της «Αυριανής», της «17 Νοέμβρη», του κιτς ή του Στάθη Ψάλτη.

Ωστόσο, μπορεί κανείς να διαβάσει την εν λόγω εποχή και από αυτά που λείπουν από το λεξικό «της». Για παράδειγμα, το πεδίο της οικονομίας υποεκπροσωπείται και μάλλον όχι άνευ λόγου. Η δεκαετία του ’80 διεκδικεί επάξια τον τίτλο της δεκαετίας με τον μεγαλύτερο βαθμό πολιτικοποίησης στη Μεταπολίτευση, και όχι πάντα με το θετικό πρόσημο της έννοιας – παρότι βεβαίως υπήρχε και τέτοιο. Οι οικονομικές ειδήσεις, και οι συναφείς τεχνικές έννοιες που σήμερα καταλαμβάνουν με πηχυαίους τίτλους τα πρωτοσέλιδα των ΜΜΕ, δεν τραβούσαν ακόμη τότε το ενδιαφέρον όσο π.χ. τα εσωτερικά των μεγάλων κομμάτων εξουσίας ή τα λεγόμενα εθνικά θέματα. Με μια μεγάλη εξαίρεση, πάντως: τις μισθολογικές διεκδικήσεις και δικαιώματα, και δη του δημοσίου τομέα. Ο «μισθός» και οι «συντάξεις» –να ίσως ένα λήμμα που μπορεί να προστεθεί– αποτέλεσαν το πιο κλασικό φετίχ και συνάμα ταμπού του μεταπολιτευτικού διεκδικητικού κύματος, που συμπαρέσυρε τα πάντα υποτάσσοντας στις προτεραιότητές του και το ίδιο το πολιτικό σύστημα και τους πάτρωνές του.

Πέρα από την ιδιοφυή σκηνοθεσία της πραγματικότητας από την πλευρά των επιμελητών, εκείνο που επίσης θα πρέπει να τους πιστωθεί είναι και μια αυξημένη αν και συγκαλυμμένη ευαισθησία απέναντι στα υποκείμενα και τα φαινόμενα της παρατήρησής τους. Ως παιδιά της εποχής τους, οι δύο κατ’ επάγγελμα κοινωνιολόγοι στέκονται μεν κριτικά απέναντι στην εποχή τους, κι ωστόσο δεν θέλουν να κρύψουν τη συναισθηματική τους επένδυση σε αυτή. Και όσο κι αν σήμερα ρίχνουν –και δικαίως– το ανάθεμά τους στην εξοργιστική πολιτική και οικονομική της επιπολαιότητα, δεν είναι ισοπεδωτικοί ούτε άδικοι. Είναι άλλωστε μέγα αμάρτημα να μισείς την εποχή της νιότης σου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ