Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Η μοναξιά της χώρας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Η σκηνή διαδραματίζεται στο σαλόνι μεσοαστικού σπιτιού. Γύρω στα 15 άτομα, ηλικίας 55-65 ετών, ύστερα από ένα εορταστικό γεύμα, αποφασίζουν να ψηφίσουν για Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Είναι σχεδόν όλοι επιστήμονες, οι περισσότεροι έχουν σπουδάσει και ζήσει στο εξωτερικό· γενικώς κοσμοπολίτες, με δημοκρατικές, κεντροαριστερές - κεντροδεξιές, αντιλήψεις.

Στη «μηχανή αναζήτησης» (τρόπος του λέγειν) τέθηκε το ερώτημα: ποια προσωπικότητα διεθνούς ακτινοβολίας θα επιλέγατε για Πρόεδρο της Δημοκρατίας; Εμοιαζε με παιχνίδι· ένας Ελληνας ή μια Ελληνίδα που το όνομά του/της θα είχε απήχηση στο εξωτερικό. Θα ήταν δηλαδή αναγνωρίσιμος για το έργο του, θα έχαιρε εκτίμησης, θα ήταν μια «εξαργυρώσιμη» αξία, με κύρος και ακτινοβολία, που θα μπορούσε να ενισχύσει τη χώρα επικοινωνιακά. Ολοι γνώριζαν ότι αναζητούν έναν άνθρωπο για έναν ρόλο όχι πρωταγωνιστικό στην πολιτική σκηνή της χώρας, μιας και από το ίδιο το Σύνταγμα έχει περιορισμένες αρμοδιότητες. Η γνώση αυτή δεν βοήθησε στο αποτέλεσμα. Σημαντικές προσωπικότητες υπήρχαν αλλά η εμβέλειά τους περιοριζόταν στην ελληνική επικράτεια. Υστερα, οι δύο στους οποίους κατέληξαν και κλήθηκαν να ψηφίσουν οι συμμετέχοντες, δεν ικανοποιούσαν απολύτως, κανέναν. Ανθρωποι του πνεύματος και οι δύο, είχαν ως κοινό μειονέκτημα την ηλικία, αρκετά προχωρημένη· αμέσως δε, άρχισε και η αναμενόμενη αποδόμηση («τότε που είπε αυτό», «έχει εμμονές», «έχει αρχίσει και τα χάνει», κ.ο.κ.).

Περνούσε η ώρα και η διαδικασία δεν κατέληγε πουθενά. Οι αντιθέσεις πυροδοτούσαν εκρήξεις, όσες φορές η συζήτηση παρεξέκλινε στον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας φάνταζε σαν μικρό διάλειμμα. Ερρεε πιο ήσυχα, ο καθένας μπορούσε να συνεισφέρει. Με τα ονόματα όμως; Αδιέξοδο. Ωσπου κάποια στιγμή, μεταξύ αστείου και σοβαρού, άρχισε η «επίκληση» των νεκρών. Στο σημείο αυτό, η παρέα έδωσε ρέστα. Εμφανίστηκε στην ατμόσφαιρα ομόνοια, θαυμασμός, νοσταλγία, λείανση κάθε γωνίας (συνέπεια που μόνο ο χρόνος και ο θάνατος επιφέρουν). Η διάθεση ανέκαμψε, ο προβληματισμός μεταστράφηκε σε ένα συναινετικό μνημόσυνο υπέρ κορυφαίων φιλοσόφων, πολιτειολόγων, πολιτικών στοχαστών. Ελλήνων πάντα, που διέπρεψαν (και) στο εξωτερικό.

Χώρισαν, χωρίς να εκλέξουν –να προτείνουν έστω– τον νέο Πρόεδρο. Με μια γεύση φτώχειας στα χείλη. Χωρίς να μπορέσουν να αναδείξουν μια προσωπικότητα διεθνούς κύρους σε ενεργή ηλικία. Γιατί και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να κομίσει μια αλλαγή ατμόσφαιρας. Να ασκήσει με τον τρόπο του μια «άλλη εξουσία», με πρωτοβουλίες που να απλώνονται σε μια ευρύτερη πολιτισμική θεματολογία. Θα μπορούσε να είναι ένα πρότυπο που να αφυπνίσει τραυματισμένα συναισθήματα (όπως της περηφάνιας) με παρεμβάσεις καίριες, υπονομευτικές της τελετουργικής ακαμψίας, οι οποίες θα αποτελούν κίνητρο για τους πολίτες.

Η παρέα ατύχησε όχι γιατί δεν συμφώνησε στις «ιδιότητες» του νέου Προέδρου αλλά γιατί στη μεσημεριανή αυτή χαλαρή βεγγέρα διαπίστωσε την ένδεια, μόλις πρόσθεσε την παράμετρο του «διεθνούς κύρους».

Σαν να επιτάθηκε η μοναξιά της χώρας μέσα σε ένα απομεσήμερο. Μοναξιά, απομόνωση, όπως το πει κανείς. Νέοι επιστήμονες που διαπρέπουν στο εξωτερικό ασφαλώς υπάρχουν και πολλοί. Εκείνο που λείπει είναι ο άνθρωπος ο οποίος μπορεί να φέρει το στίγμα της χώρας στον διεθνή χάρτη. Να εκπέμπει και ταυτόχρονα να επινοεί τη χώρα, να την υπερβαίνει και να την περικλείει. Δεν είναι καθόλου ανέφικτο, όσο κι αν ακούγεται εξωπραγματικό. Στο παρόν δοκιμαζόμαστε, το παρελθόν αποδεικνύεται πιο γενναιόδωρο.

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ