ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Μάκης Μάτσας, σαράντα χρόνια επιτυχίες, χρυσά συμβόλαια, μεταγραφές

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

1987: Νίκος Τζαννιδάκης, Μάκης Μάτσας, Στέλιος Καζαντζίδης και Βασίλης Βασιλειάδης στην τελευταία ηχογράφηση στη Μinos, «Ο δρόμος της επιστροφής».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Σαν ένας μικρός θαυματοποιός». Ετσι ένιωθε όταν μία παρατήρησή του άλλαζε λέξεις στους στίχους ή μια μελωδία που σκόνταφτε στο αυτί, μεταμορφώνοντας ένα τραγούδι. Οταν μια δική του επιλογή μέσα σε λίγα 24ωρα γινόταν «η αγαπημένη ενός ολόκληρου λαού». Και όσα κι αν άκουσε σε αυτόν τον μισό αιώνα εμπειριών ο Μάκης Μάτσας, από καλά λόγια μέχρι κατάρες και απειλές, κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι οι επιλογές του καθόρισαν την τύχη πολλών ανθρώπων.

Λαμπρές καριέρες, μεγάλες αμοιβές, πρωτόγνωρα για την εποχή συμβόλαια, «αρπαγές» και μεταγραφές. Ο «Εβραίος της δισκογραφίας» όπως τον χαρακτήριζαν οι εχθροί του, ο αντίπαλος του επίσης χαρισματικού Τάκη Λαμπρόπουλου της Columbia, δημιούργησε μια γενιά δημιουργών και τραγουδιστών και πολλούς σταρ προτού παραδώσει τα ηνία της Μinos στην κόρη του Μαργαρίτα. Ο γιος του Μίνως διάλεξε τον δρόμο της μουσικής.

Υπεύθυνος για τη γέννηση ορισμένων από τα καλύτερα άλμπουμ της τελευταίας 50ετίας, έσπασε το μονοπώλιο του εργοστασίου παραγωγής δίσκων της Columbia, «έδεσε» πρώτος σε συμβόλαιο συνθέτη (Μπάμπη Μπακάλη) δίνοντάς του ποσοστά επί των πωλήσεων, καθιέρωσε τον θεσμό των χρυσών και των πλατινένιων δίσκων και βέβαια τα έβαλε με το «εθνικό λαρύγγι», τον Καζαντζίδη.

Η πολυσέλιδη έκδοση «Πίσω απ’ τη Μαρκίζα - 40 χρόνια ελληνικής μουσικής όπως την έζησα» (εκδ. Διόπτρα) είναι ένα «συναρπαστικό» βιβλίο όπως ακριβώς το περιγράφει ο Κωνσταντίνος Ζούλας στον πρόλογο.

Καλογραμμένο, με λεπτό χιούμορ στις 411 σελίδες του, αποκαλύπτει αλήθειες, αδικίες, υπερβολές και κυρίως πάθος για τη μουσική. Οπως υπογραμμίζει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, πήρε νωρίς στα χέρια του μια σχεδόν πτωχευμένη βιοτεχνία και την κατέστησε «ακμάζουσα βιομηχανία».

Ο διωγμός των Εβραίων

Από τις συγκινητικότερες στιγμές είναι τα πρώτα κεφάλαια με τις παιδικές αναμνήσεις. Τη μητέρα του να παίζει στο Ηoffman το «Reproches d’ amour» και να χαζεύει τα μακριά της δάχτυλα. Γρήγορα κατάλαβε τα λόγια της: «Ολοι φοβούνται αυτόν τον πόλεμο, αλλά εμείς πολύ περισσότερο, γιατί είμαστε Εβραίοι».

Οι κρυψώνες οδήγησαν τη μεσοαστική οικογένεια από την Αθήνα στο Δίκαστρο της Ευρυτανίας το 1943. Επειτα γνώρισε τη σκληρή περιπλάνηση στα χωριά του Σπερχειού σε ένα καραβάνι 50 ανθρώπων προτού επιστρέψουν στην απελευθερωμένη Αθήνα, χωρίς χρήματα, χωρίς σπίτι (τους το πήραν). Μαζί με τα Δεκεμβριανά είναι όσα ατσάλωσαν τον μικρό τότε Σαμουήλ, τρανό αργότερα Μάκη Μάτσα.

«Κάθε μεσημέρι όταν τρώγαμε, η μάνα μου μου ζητούσε να μαζεύω τα ψίχουλα και ό,τι περίσσευε από το ψωμί, να το βάζω σε ένα υφασμάτινο σακουλάκι για να έχω για το βραδινό μου φαγητό». Ευτυχώς ο παππούς Αζαρίας, από τους γνωστούς υφασματεμπόρους, «είχε πρόσωπο στην αγορά». Με εμπόρευμα απ’ του Λαναρά ξεκίνησε πάλι κι από κοντά έστεκε ο πατέρας Μίνως, που εργαζόταν το πρωί υφασματάς και από το μεσημέρι και μετά ήταν στιχουργός και διευθυντής της δισκογραφικής εταιρεία Odeon-Parlophone.

Οι πρώτες ιστορίες που έμαθε ο Μάκης από τον πατέρα του ήταν για τον Βαμβακάρη. Τον πρωτόγνωρο ήχο για την εποχή που ένιωσε σαν τον άκουσε, αλλά και όσα συνέβησαν στο αυτοσχέδιο στούντιο, σε κάποιο ξενοδοχείο στην Ομόνοια. Η αντίδραση του Νίκου Χατζηαποστόλου, ο οποίος ηχογραφούσε μια οπερέτα σαν άκουσε τις πενιές του μπουζουκιού του Μάρκου: «Μίνω, αν δεν βγάλεις από την αίθουσα τα άθλια αυτά κατασκευάσματα, εγώ άλλη φορά δεν ξαναμπαίνω σε αυτό το στούντιο», εισέπραξε απάντηση ιστορική: «Mαέστρο μου, όπως εγώ δεν ανακατεύομαι στις παρτιτούρες σου, θα σε παρακαλούσα κι εσύ να μην ανακατεύεσαι στη δουλειά μου».

Ο Μίνως Μάτσας ενθάρρυνε και τον 21χρονο οργανοπαίκτη από τα Τρίκαλα Βασίλη Τσιτσάνη, αλλά και τον καλοσυνάτο Γιάννη Παπαϊωάννου. Πάνω σε αυτά πάτησε κι αυτός με σεβασμό, συμβάλλοντας αργότερα στην αναβίωση του ρεμπέτικου, πριν καταπιαστεί με το έντεχνο. Η Ανωτάτη Σχολή Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών τον προετοίμασε για τον μεγάλο «μουσικό πόλεμο» με τους ανταγωνιστές: Columbia, Τάκη Β. Λαμπρόπουλο και τον «κυρ Αλέκο» της Fidelity και της Λύρας.

Ετσι, στις αρχές του ’60 γεννήθηκε η Μίνως Μάτσας και Υιός, με κληρονομιά ένα χρέος 2 εκατ. δραχμών από την Odeon και τους περισσότερους καλλιτέχνες να έχουν φύγει. Εκμεταλλευόμενος την αδιαφορία των ανταγωνιστών για τους «λεγόμενους κλασικούς του λαϊκού», ο νεαρός Μάκης βρήκε το σκαλί. Τυχερό του τραγούδι το «Ανεβαίνω σκαλοπάτια» του Απόστολου Καλδάρα (μόλις είχε κυκλοφορήσει με τον Αντώνη Ρεπάνη). Ρίσκαρε ωστόσο μια δεύτερη εκτέλεση από τον Βαγγέλη Περπινιάδη και «σ’ ένα μήνα βούιζαν όλα τα τζουκμπόξ απ’ άκρη σ’ άκρη στην Ελλάδα».

Συμβάλλοντας στην καριέρα των Νταλάρα, Κουγιουμτζή, Καλατζή, Πάριου, Λοΐζου, Βίσση, Παπακωνσταντίνου, τους σκιαγραφεί. Ο Νταλάρας υπήρξε «μια σημαντική… μετοχή» που του σύστησε ο Σπύρος Ζαγοραίος. Η φωνή του «δεν είχε μόνο τη σπάνια δωρικότητα του Μπιθικώτση» αλλά και κάτι από βυζαντινό ύμνο. «Ισχυρή προσωπικότητα» με πολλές ευαισθησίες, ιδιορρυθμίες «και κυρίως μια εισαγγελική νοοτροπία». Ο Βοσκόπουλος «είχε μια ανεπιτήδευτη μεγαλοπρέπεια, έναν αέρα σχεδόν πριγκιπικό, σαν να είχε ανατραφεί από γονείς μεγάλης αρχοντικής οικογένειας, παρότι ο πατέρας του ασχολούνταν με το χονδρεμπόριο φρούτων». Ηταν όπως αστειεύεται «πρόδρομος του Ρουβά».

Λέει πως αδίκησε τον Γιάννη Πάριο δίνοντας το «Να ’τανε το 21» του Σταύρου Κουγιουμτζή στον Νταλάρα, ενώ αποκαλύπτει ότι ο πρώτος δίσκος της Αλεξίου κυκλοφόρησε με τη φωνή της Καίτης Πετράκη από ένα λάθος του τεχνικού. Αλλά ο Μπιθικώτσης ήταν προφητικός για την εξέλιξή της: «Αυτή η φωνή έχει στασίδι στην εκκλησία!» είπε ακούγοντάς την τότε.

Ο Μάνος Χατζιδάκις τον γοήτευσε όταν το 1958, στου «Φλόκα», πλήρωσε τρεις μπίρες με καρνέ επιταγών! Η «αρπαγή» του Θεοδωράκη και της δισκογραφίας του τού είχε γίνει εμμονή, όπως και ο Καζαντζίδης. Την περιπέτειά τους να συνεννοηθούν επί 25 χρόνια την περιγράφει ως ένα «κοκτέιλ συναισθημάτων» αγάπης, πάθους, πίκρας, οργής, μίσους με αλληλοκατηγορίες, επιτυχίες, απειλές (από θερμόαιμους θαυμαστές).
Ο ψυχισμός του Στέλιου

Ο Μάτσας μοιάζει να παίρνει το αίμα του πίσω δημοσιοποιώντας ένα μέρος της αλληλογραφίας που αντάλλαξαν με τον Καζαντζίδη το 1977. Η επιτυχία του «Υπάρχω», η ασφυξία από την αγάπη του κόσμου, η ήττα στο καζίνο της Πάρνηθας όπου τα έχασε όλα, οι ξεχασμένες χρηματικές καταβολές στο Δημόσιο, «έμπλεξαν χωρίς να το καταλάβει, τραγικά, τον ψυχισμό του και τον έκαναν κουβάρι», δίνει τη δική του εξήγηση για τη φυγή του «θρύλου» στην Αμερική, όπου ήθελε να ασχοληθεί με το εμπόριο ψαριών. Από κει ζητούσε συνεργασία προκειμένου να αγοράσει ένα σκάφος 200.000 δολαρίων, αλλά και μια οικονομική συναλλαγή ανέφικτη.

«Αυτά που μου ζητούσε δεν ήταν νόμιμα και συνεπώς δεν μπορούσα να τον ικανοποιήσω».

Οι «Ρεπόρτερς» (Λιάνης - Χαρδαβέλλας - Δημαράς) και η εκπομπή του 1983 για το «καρυδωμένο λαρύγγι» πόλωσαν το κλίμα. Τη μεγαλύτερη αντιδικία στην ελληνική δισκογραφική βιομηχανία, για την οποία ψηφίστηκε «φωτογραφική» τροπολογία των Αντώνη Τρίτση - Γιώργου Παπανδρέου στη Βουλή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ