ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

«Πρέπει να μάθουμε την Ιστορία μας. Καταλαβαίνω πως η δεκαετία του 1940 δεν προσφέρει κάποιο πολύ ένδοξο αφήγημα εκτός του ελληνοϊταλικού πολέμου -δυστυχώς ακόμα και η μεγάλη σημασία της Εθνικής Αντίστασης αμφισβητείται από κάποιους- όμως είναι απαράδεκτο να υποβαθμίζεται ακόμα και στη διαδικασία της εκπαίδευσης. Οι νέοι πρέπει να γνωρίζουν». Αυτά μου είπε προς το τέλος της κουβέντας μας ο καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και συγγραφέας Πολυμέρης Βόγλης, του οποίου η τελευταία ιστορική μελέτη με τίτλο «Η Αδύνατη Επανάσταση» πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Εξω από το καφέ στην Κηφισιά όπου βρισκόμασταν το χιόνι έλιωνε σιγά σιγά (ήταν μια από εκείνες τις «άσπρες» μέρες της Αττικής) κι εμείς είχαμε μόλις συμπληρώσει μια ώρα χαμένοι στη δύσβατη αλλά και «απαραίτητη» περιοχή του Εμφυλίου Πολέμου.

Το «χαμένοι» βέβαια δεν είναι και τόσο ακριβές μιας και ο συνομιλητής μου τουλάχιστον, μόνο έτσι δεν φαίνεται να αισθάνεται σχετικά με το θέμα του. Είναι ψύχραιμος και σαφής, αποφεύγει τις υποθέσεις και τις παρακινδυνευμένες συγκρίσεις, είναι φανερό πως παίρνει τα γεγονότα αλλά και τον εαυτό του ως επιστήμονα πολύ στα σοβαρά. Γιατί όμως «επανάσταση»; «Αρχικά το ίδιο το ΚΚΕ το λέει στις διακηρύξεις του, από ένα σημείο και έπειτα τουλάχιστον. Επίσης ο ΔΣΕ (Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδος) είναι ένα υποκείμενο το οποίο επαγγέλλεται την επανάσταση και είναι πολύ πιθανό πως αν είχε επικρατήσει, τελικά θα είχαμε αλλαγή καθεστώτος. Εκτός των παραπάνω, καθαρά ακαδημαϊκά, νομίζω πως εξυπηρετεί να δούμε τον Εμφύλιο ως επανάσταση ώστε να τον εντάξουμε στη γενικότερη βιβλιογραφία και έρευνα των επαναστάσεων διεθνώς και έτσι να μπορέσουμε να τον μελετήσουμε υπό άλλο πρίσμα και πιθανώς να τον κατανοήσουμε καλύτερα».

Ο κ. Βόγλης συνεχίζει παραθέτοντας γεγονότα και αποφάσεις, καθοριστικά για την εξέλιξη των πραγμάτων κατά το δεύτερο μισό της ταραγμένης δεκαετίας του 1940. Μου μιλά για τη Λευκή Τρομοκρατία, τον διεθνή παράγοντα, την ιστορική απόφαση του ΚΚΕ -και προσωπικά του Ζαχαριάδη- να μην κατέβει στις εκλογές του 1946 και την εν συνεχεία στροφή του προς τον ένοπλο αγώνα, εξηγώντας το «αδύνατο» του τίτλου. Ολα τα παραπάνω ερευνώνται ενδελεχώς στα κεφάλαια του βιβλίου το οποίο επικεντρώνει κυρίως στη δράση του ΔΣΕ. Πιο συγκεκριμένα εξετάζονται τόσο η οργάνωση όσο και τα χαρακτηριστικά του, καθώς και ο ρόλος του ΚΚΕ στη δράση του. Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το κεφάλαιο που αφιερώνεται στην κοινωνική σύνθεση του ΔΣΕ και τη μετατροπή, όπως λέγεται, των αγροτών της επαρχίας σε μαχητές, οι οποίοι κλήθηκαν να τα βάλουν με τις εγχώριες και τις ξένες στρατιωτικές δυνάμεις.

Το ερώτημα

Στόχος πάντως της μελέτης δεν είναι να αποδώσει ευθύνες, να βρει δηλαδή «ποιος φταίει», ποια πλευρά είναι αυτή που προκάλεσε όλη αυτή την τραγική καταστροφή και τη μετέπειτα χρόνια διαίρεση της ελληνικής κοινωνίας. Αντίθετα, σεβόμενος τις δεκάδες χιλιάδες των νεκρών, των εκτελεσμένων και των εσωτερικών προσφύγων, ο συγγραφέας προσπαθεί να θέσει το ερώτημα «τι ήταν ο ελληνικός εμφύλιος;», επιχειρώντας επί της ουσίας μια συνθετική προσέγγιση που θα θέσει το θέμα σε διαφορετική θεωρητική βάση. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει πως λείπει η πραγμάτευση των αιτίων της σύγκρουσης: αντίθετα, ο κ. Βόγλης ξεκινά από τον τελευταίο χρόνο της γερμανικής κατοχής προκειμένου να εξερευνήσει όλα όσα οδήγησαν στην κλιμάκωση των γεγονότων με την πόλωση και την ακόλουθη ένοπλη σύρραξη.

Σύντομα, η κουβέντα φτάνει στην ίδια την επιστήμη της ιστοριογραφίας και τη μελέτη της συγκεκριμένης εποχής: «Τα τελευταία χρόνια, η δεκαετία του ’40 είναι αρκετά στο προσκήνιο, όσον αφορά τους ιστορικούς τουλάχιστον. Εχουμε πολλές μελέτες, έρευνες, αναπόφευκτα και πολλές διαμάχες. Το σημαντικό τώρα είναι αυτή η ιστορική “κουλτούρα” να μπορέσει να διαχυθεί έξω από τα πανεπιστήμια, η ιστορία να περάσει σε ένα δημόσιο πεδίο αντιπαράθεσης». Ξεκαθαρίζει μάλιστα πως η συγκεκριμένη διαδικασία πρέπει να είναι ουσιαστική και όχι ακαδημαϊκή, να συμβάλει δηλαδή επί της ουσίας στην (ελεύθερη) διαμόρφωση πλήρους, κατά το δυνατόν, ιστορικής συνείδησης στους πολίτες.

Οταν του επισημαίνω την εξαιρετικής σημασίας συμβολή του Διαδικτύου και την πιθανή εκμετάλλευσή του προς αυτή την κατεύθυνση, ο κ. Βόγλης συμφωνεί εν μέρει, επεκτείνοντας όμως τον προηγούμενο συλλογισμό του. «Το πρόβλημα είναι πως στη λεγόμενη δημόσια ιστορία η οποία παράγεται (ορθώς) σε εφημερίδες, σάιτ κ.τ.λ. συμβάλλουν κυρίως δημοσιογράφοι, τηλεαστέρες, πολιτικοί κ.ά. Είναι πια καιρός οι ιστορικοί επιστήμονες να αφήσουν την ελιτίστικη αντίληψη και να έχουν πιο έντονη δημόσια παρουσία. Αλλωστε, πλέον, υπάρχουν πάρα πολλοί ιστορικοί με σοβαρές σπουδές και υποδομή, ώστε να είναι δυνατή αυτή η πιο ευρεία συμμετοχή».

Η πολιτική χρήση της Ιστορίας

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την ακραία πόλωση της εποχής του Εμφυλίου (και φυσικά έχοντας πάντα στο μυαλό το διαφορετικό των συνθηκών και καταστάσεων) ζητώ από τον κ. Βόγλη και ένα σχόλιο για τα ουκ ολίγα «εμφυλιοπολεμικά» συνθήματα τα οποία ανασύρθηκαν τις τελευταίες εβδομάδες, κατά τη νωπή ακόμα προεκλογική περίοδο.

«Είναι η λεγόμενη πολιτική χρήση της Ιστορίας. Τα κόμματα επιστρατεύουν μια τέτοια ρητορική για να ενισχύσουν ταυτότητες και να συσπειρώσουν. Αυτό νομίζω δεν έχει καν νόημα να καταδικαστεί, πάντα συνέβαινε και θα συμβαίνει. Απλά όσον αφορά τον Εμφύλιο, έχουμε να κάνουμε με ένα παρελθόν πάρα πολύ βίαιο και διαιρετικό, οπότε κανείς πρέπει να είναι πολύ προσεκτικός όταν το επικαλείται. Γενικότερα πάντως θα ήθελα να επισημάνω πως όλες οι αναλογίες που έγιναν τα τελευταία χρόνια με το παρελθόν είναι λάθος· το ίδιο λάθος είναι και να σχετικοποιούμε τα γεγονότα, έτσι διαστρεβλώνεται το παρελθόν».

Ντοκουμέντα

Η άποψή του αυτή άλλωστε, περί τεράστιας διαφοράς εποχών, ενισχύεται και μέσα από τις σελίδες του βιβλίου όπου παρατίθενται μεταξύ άλλων και αυτούσια ντοκουμέντα της εποχής. Χαρακτηριστικό είναι δημοσίευμα μεγάλης σε κυκλοφορία εφημερίδας δέκα μέρες πριν από τις εκλογές του 1946, το οποίο αναφέρει για όποιον δεν ψηφίσει πως «δεν θα γίνη δεκτός εις τον Παράδεισον. Θα σταλή στην Κόλασιν, όπου θα βράζουν μέσα σε καζάνια με πίσσαν, όσοι εσκότωσαν τον πατέρα τους και τη μητέρα τους, όσοι υπήρξαν εκτελεσταί της ΟΠΛΑ, όσοι απηρνήθησαν τον Χριστόν και έγιναν οπαδοί του Αντιχρίστου».

Διακρίσεις, διώξεις και ταμπού

Αξίζει να παρατεθεί αυτούσιο ένα τμήμα από τα συμπεράσματα του βιβλίου του κ. Βόγλη, ενδεικτικό της προσέγγισής του: «Το τραύμα που προκάλεσε ο Εμφύλιος ήταν πολύ βαθύ και διαίρεσε την ελληνική κοινωνία για τις επόμενες γενιές, καθώς οι διακρίσεις και οι διώξεις σε βάρος των ηττημένων συνεχίστηκαν και μετά τη λήξη του πολέμου. Ο ίδιος ο εμφύλιος πόλεμος έγινε θέμα ταμπού και διαστρεβλώθηκε – για αρκετές δεκαετίες η επίσημη ονομασία του ήταν «συμμοριτοπόλεμος». Μόλις το 1989, σαράντα χρόνια μετά τη λήξη του, το ελληνικό κράτος αναγνώρισε επίσημα ότι υπήρξε εμφύλιος πόλεμος και ότι αυτοί που πολέμησαν κατά της κυβέρνησης δεν ήταν κάποιοι «συμμορίτες», αλλά ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας.

Από την άλλη πλευρά, η Αριστερά αποσιώπησε την επαναστατική διάσταση του εμφυλίου πολέμου. Η ήττα και οι οδυνηρές συνέπειές της για χιλιάδες ανθρώπους την οδήγησαν στην απώθηση της ιδέας της επανάστασης. Μετά τον Εμφύλιο προσανατολίστηκε σταθερά στην πολιτική νομιμότητα και τον κοινοβουλευτισμό και θέλησε να «ξεχάσει» το επαναστατικό παρελθόν, το οποίο λειτουργούσε απονομιμοποιητικά για την ενσωμάτωσή της στο πολιτικό σύστημα στο παρόν και δεν συνιστούσε προοπτική για το μέλλον. Υποβάθμισε την επαναστατική διάσταση της εαμικής Αντίστασης, προκειμένου να τονίσει τον αγώνα για εθνική απελευθέρωση, ενώ για τον Εμφύλιο επέλεξε να αναδείξει τη μνήμη των θυμάτων της κρατικής βίας και των διώξεων παρά τον αγώνα των μαχητών του ΔΣΕ. Μέχρι σχετικά πρόσφατα, ο μνημονικός τόπος του Εμφυλίου για την Αριστερά δεν ήταν ο Γράμμος, αλλά η Μακρόνησος».

​​«Η Αδύνατη Επανάσταση» του Πολυμέρη Βόγλη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ