ΒΙΒΛΙΟ

Θουκυδίδης: Ο πατέρας της Ιστορίας λογοτέχνης

ΘΟΔΩΡΗΣ ΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ*

ΛΟΥΚΑΣ ΚΟΥΣΟΥΛΑΣ
Θουκυδίδης Αθηναίος κι Αμερικάνος ποιητής
εκδ. Gutenberg, σελ. 190

Η δοκιμιογραφία είναι ένα είδος, ένα genre, ένα ιδίωμα, αν θέλετε, λογοτεχνικής πρακτικής. (Είναι ενδεικτικό ίσως πως ορισμένοι από τους πιο ενδιαφέροντες δοκιμιογράφους στα ελληνικά υπήρξαν -και- ακραιφνώς λογοτέχνες· ιδίως ποιητές.) Συχνά, και μάλιστα εσχάτως, μας διαφεύγει αυτή η διάσταση του λογοτεχνικού δοκιμίου. Μας διαφεύγει συχνά διότι η σύμπλευση δοκιμίου και κριτικής γλώσσας έχει καταστήσει το δοκίμιο ένα πεδίο άσκησης που φαίνεται να διατηρεί απόσταση από το «καθαρό» λογοτεχνικό πεδίο: εκείνο που λυμαίνονται η αφήγηση και η φαντασία. Ειδικότερα, μας διαφεύγει εσχάτως διότι στη σύμπλευση αυτή, στην απομάκρυνση από τη λογοτεχνική απόλαυση, τείνουν να ορίζουν είτε οι «νέες» (που πάντως εισήχθησαν με καθυστέρηση στα ελληνικά πράγματα) κριτικές θεωρίες, που διεκδικούν κάποτε έναν επιστημονισμό για το ίδιο το παραγόμενο δοκιμιακό κείμενο, είτε οι βιβλιοκριτικές, που διεκπεραιώνουν έναν ρόλο κάποτε δημοσιογραφικό, κάποτε εκπλήρωσης οφειλών και κάποτε -δυστυχώς σπανιότερα- συζήτησης στον δημόσιο χώρο μιας ιδιωτικής απόλαυσης: της ανάγνωσης.

Ομως υπάρχει και φιλολογικό δοκίμιο που δεν υπακούει στις δύο κυρίαρχες αυτές τάσεις. Ενα ύφος που παραμερίζει τη λογική της πανεπιστημιακής κριτικής ή της βιβλιοπαρουσίασης είναι επόμενο να περισσεύει, να ορίζεται εκτός κέντρων. Τέτοιο έκκεντρο ύφος έχουν τα είκοσι δοκίμια (τα περισσότερα γραμμένα την τελευταία δεκαπενταετία) του Λουκά Κούσουλα, στον εξαιρετικά όμορφο τόμο που τύπωσαν οι εκδόσεις Gutenberg. Αυτή η λοξή ματιά δεν το καθιστά απαραίτητα καλύτερο ή χειρότερο από τις ως άνω τάσεις, αλλά απλά διαφορετικό· ίσως αυτό εξηγεί την αίσθηση πως «περισσεύει».

Το ύφος του Κούσουλα, εντελώς προσωπικό και με εντελώς προσωπικές αποφάνσεις, μέχρι και αποστροφές μέσα στο κείμενο, χαρακτηρίζεται από μια λαϊκότροπη γλώσσα. Ο δοκιμιογράφος φαίνεται να αφήνει επιμελώς ατημέλητο το κείμενο να μιλά μόνο του, χωρίς έγνοια για την κατάταξή του, και συχνά χωρίς μέριμνα για το χτίσιμο του επιχειρήματος ή την ανάπτυξη ενός πειστικού σκεπτικού. Γι’ αυτό τον λόγο, απελευθερωμένο από τα στεγανά του genre, το δοκίμιο εδώ απεκδύεται τον απόλυτα κριτικό του τόνο και καθίσταται, με ακόμη πιο προφανή τρόπο, λογοτεχνικό είδος. Η απόλαυσή του η ίδια μεγιστοποιείται, καθώς το κλίμα τής -ειδοποιημένης μεν, ξέγνοιαστης δε- γραφής υποβάλλει τον αναγνώστη.

Αυτό είναι ιδιαίτερα έκδηλο στο κείμενο που δίνει τον τίτλο στο βιβλίο, το εκτενέστερο από τα δοκίμια του τόμου (καταλαμβάνει 34 σελίδες, όταν κανένα από τα υπόλοιπα δεν μετράει πάνω από 8). Εκεί, ο λογοτεχνικός Κούσουλας συλλογίζεται τον Θουκυδίδη ως λογοτέχνη: έναν πεζογράφο που «παρουσιάζεται κάτω από το προσωπικότερο ύφος, χωρίς ύφος!» (σ. 55). Η τολμηρή αυτή ματιά απηχεί κάτι από τα χαρακτηριστικά της γραφής -και του εγχειρήματος- του ίδιου του Κούσουλα, να αποκριτικοποιήσει τον δοκιμιακό λόγο. Η διεκδίκηση είναι πάντως πειστική: οι περίφημες δημηγορίες αναδεικνύονται ως αυτό που συχνά ξεχνούμε πως είναι: ρητορική, άρα υψηλή τέχνη του λόγου (σ. 69).

Οι θέσεις αυτές μού θύμισαν το δίδυμο των δύο πιο αναγνωρισμένων (και μεταφρασμένων στα ελληνικά) Αμερικανών ανθρωπολόγων. Από τη μια θυμήθηκα τον Clifford Geertz και τη γνωστή θέση του για την κειμενικότητα του πολιτισμού: για την ανθρωπολογική ανάγνωση αυτού που λέμε τυπικά «κουλτούρα», ως κείμενο. Από την άλλη, τον Marshal Sahlins και το -ήδη κλασικό- βιβλίο του «Apologies to Thucydides». Μιλώντας για τον πολιτισμό στην Ιστορία, ο Sahlins αντιμετωπίζει τον Θουκυδίδη ως παράγοντα και παράγωγο του πολιτισμικού κλίματος της εποχής του και καταδεικνύει πώς ο αρχετυπικός για τον «δυτικό πολιτισμό» ιστορικός δεν μπορεί να διαβαστεί με τους δικούς του όρους (συνεχούς έκκλησης στην «ανθρώπινη φύση»). Ο «πατέρας της Ιστορίας», αναγνωρισμένος από τους κλασικιστές ως ρεαλιστής πολιτικός κριτικός, είναι εντός ενός πολιτισμού: η πρόσληψή του ως λογοτέχνη/δημιουργού σήμερα ίσως απηχεί άδηλα κάτι από αυτή την άποψη.

Ο Κούσουλας διαβάζει τον Θουκυδίδη καταδεικνύοντας την κειμενικότητά του, αλλά και το πολιτισμικό της απότοκο. Δίπλα του, στις σελίδες του βιβλίου προελαύνουν άλλες κεντρικές στιγμές για τη διαμόρφωση του ελληνικού φαντασιακού: ο Λορεντζάτος, ο Καβάφης, ο Παπαδιαμάντης. Ο ανυπόκριτος τρόπος που ο δοκιμιογράφος τους προσεγγίζει επαναφέρει το κειμενικό διακύβευμα στην κριτική, με αποτέλεσμα το βιβλίο να διαβάζεται δίπλα σε αυτές τις μορφές, αλλά και ανεξάρτητα από αυτές.

* Ο κ. Θοδωρής Ρακόπουλος είναι κοινωνικός ανθρωπολόγος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ