ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΝΤΕΪΒΙΝΤ ΜΙΤΣΕΛ
Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ
μτφρ.: Μαρία Ξυλούρη
εκδ. Τόπος, σελ. 575

Ο Βρετανός Ντέιβιντ Μίτσελ είναι από εκείνους τους συγγραφείς που κάνουν τις λέξεις να εκρήγνυνται. Το γράψιμό του είναι πληθωρικό, ασυγκράτητο, λαμπερό, καμιά φορά εκτυφλωτικό. Το σύμπαν της έμπνευσής του μοιάζει απέραντο, κι εκείνος έχει δείξει επανειλημμένως πως διαθέτει τα μέσα για να το εξερευνήσει εξαντλητικά, δοκιμάζοντας κάθε φορά διαφορετικές φόρμες αφήγησης.

Το καινούργιο του βιβλίο που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, Τα χίλια φθινόπωρα του Γιάκομπ ντε Ζουτ, φέρει αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά, που το καθιστούν ανάγνωσμα ωραίο – και απαιτητικό. Οχι μόνον επειδή είναι πολυσέλιδο και πολυπρόσωπο, ούτε και επειδή τοποθετείται σε χώρο (Ιαπωνία) και χρόνο (τέλος του 18ου-αρχές του 19ου αιώνα) μη οικείο για τον μέσο αναγνώστη, αλλά γιατί ο Μίτσελ δεν φαίνεται διατεθειμένος να κάνει καμία έκπτωση στην έμπνευσή του. Εκ πρώτης όψεως, πρόκειται για άλλο ένα ιστορικό μυθιστόρημα, σε τριτοπρόσωπη αφήγηση. Ο Μίτσελ ωστόσο προικίζει (ενίοτε «φορτώνει») κάθε του σελίδα με ερεθίσματα και πληροφορίες, συγκροτώντας έναν κόσμο που πάλλεται από ένταση και εσωτερική ζωή.

Και πρόκειται για μια ζωή εν πολλοίς ζοφερή και δύσκολη: ο κεντρικός ήρωας, ο κοκκινομάλλης Ολλανδός Γιάκομπ ντε Ζουτ, καταφθάνει στην Ντετζίμα, ένα μικρό τεχνητό νησί στον κόλπο του Ναγκασάκι, όπου διεξάγεται το εμπόριο της Ολλανδικής Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών με την κατά τα άλλα ερμητικά κλειστή Ιαπωνία. Αποστολή του είναι ο λογιστικός έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης της τελευταίας πενταετίας. Το νησί αποτελεί έναν απομονωμένο μικρόκοσμο-φυλακή για τους εκπροσώπους της εταιρείας, ένα θερμοκήπιο όπου ευδοκιμούν όλα τα αγριόχορτα της ανθρώπινης φύσης: η απάτη, η αρχομανία, η ίντριγκα, η χυδαιότητα, η βία. Αυτά έχει να αντιμετωπίσει ο εργατικός και ηθικά ακέραιος αλλά όχι αφελής Γιάκομπ. Παράλληλα, μαθαίνει να κινείται στον λαβύρινθο του ιαπωνικού συστήματος αξιών, που όσο κι αν διαφέρει από το δυτικό, είναι κι αυτό κατάσπαρτο από τις ίδιες σύμφυτες στον άνθρωπο αδυναμίες. Ετσι, οι σχέσεις που θα αναπτύξει και οι περιπέτειες στις οποίες θα εμπλακεί φέρουν όλες, τη βαριά σκιά της αβεβαιότητας.

Γιατί, πράγματι, τα πάντα μοιάζουν να κρέμονται από εύθραυστες κλωστές σ’ αυτόν τον παράδοξο, ενδιάμεσο κόσμο στην άκρη του κόσμου. Κατά μία έννοια, η Ντετζίμα είναι μια γέφυρα ανάμεσα στην Ιαπωνία και στη Δύση, μια γέφυρα όμως ασταθής και γεμάτη εμπόδια όσο και η προσπάθεια λεκτικής επικοινωνίας ανάμεσα στους Ιάπωνες και στους Δυτικούς. Κι ο Γιάκομπ ντε Ζουτ, ο διαφωτισμένος άνθρωπος, προσπαθεί αυτή τη γέφυρα να τη διαφυλάξει, να χτίσει κι άλλες, κατανοώντας το ξένο όσο και το οικείο, να γίνει ο ίδιος γέφυρα προστατεύοντας την Ντετζίμα και διεκδικώντας την καρδιά μιας ξεχωριστής γυναίκας, της Ορίτο, που επίσης ενοικεί σε δύο κόσμους χωρίς να ανήκει απόλυτα σε κανέναν.

Πριν από λίγα χρόνια, ο Μίτσελ είχε εκφράσει τον θαυμασμό του για τους μεταφραστές και τη δουλειά τους – και μπορούμε να ανιχνεύσουμε τον θαυμασμό αυτόν και εδώ, στον πρωταγωνιστικό ρόλο που δίνει στους διερμηνείς. Νομίζω πως η στιβαρή ελληνική μετάφραση από τη Μαρία Ξυλούρη θα ενίσχυε ακόμα περισσότερο την πεποίθησή του ότι ο κόσμος μας μεγαλώνει όσο υπάρχουν αυτοί που στήνουν γέφυρες με εργατικότητα και ευσυνειδησία.

Η σελίδα που τσάκισα

«Δες ποιος παραμονεύει εντός σου», λέει ο γιατρός.

Ο Γιάκομπ μελετά τις λεπτομέρειες, κι ο διάβολος του φυτεύει έναν σπόρο.

Κι αν αυτή η μηχανή από κόκαλα –ο σπόρος βλασταίνει– είναι όλος κι όλος ο άνθρωπος... και η Θεία Αγάπη δεν είναι παρά ένας τρόπος να παράγονται μωρά μηχανές από κόκαλα;

Ο Γιάκομπ σκέφτεται τις ερωτήσεις του ηγούμενου Ενομότο στη μοναδική τους συνάντηση. «Γιατρέ, πιστεύετε στην ύπαρξη της ψυχής;».

Ο Γιάκομπ φαντάζεται ότι ο Μαρίνους ετοιμάζει κάποια σπουδαγμένη και σιβυλλική απάντηση. «Ναι».

«Τότε πού» –ο Γιάκομπ δείχνει τον ευσεβή, βλάσφημο σκελετό– «είναι;». «Η ψυχή είναι ρήμα», λέει καθώς μπήγει ένα αναμμένο κερί σε μια ακίδα, «κι όχι ουσιαστικό».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ