ΒΙΒΛΙΟ

Τιμωρημένες, αλλά και τιμωροί

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΝΙΚΗ ΑΝΑΣΤΑΣΕΑ
Τα άγρια περιστέρια
εκδ. Καστανιώτη

Κ​​αθόλου αθώες περιστερές, αλλά ούτε και εξαγριωμένες. Οι διηγηματογραφικές ηρωίδες της Νίκης Αναστασέα ισορροπούν επισφαλώς μεταξύ ενοχής και αθωότητας, προσπαθώντας, όχι πάντα επιτυχώς, να κατασιγάσουν πάθη, φοβίες και επιθυμίες. Κοινή τους τυραννία είναι η αγάπη. Το ανεπίδοτο πλεόνασμά της, το έλλειμμά της, η στρέβλωσή της, η απώλειά της. Η λαχτάρα τους να προσφερθούν ολοσχερώς αλλά και να αγαπηθούν, παρεμποδίζεται είτε από συμφορές, που έχουν στομώσει κάθε συναίσθημα, είτε από ψυχικές κακώσεις, που έχουν αποφράξει την καρδιά τους. Βαριά τραυματισμένες και ανείπωτα πικραμένες, οχυρώνονται μέσα σε ζοφερούς, πνιγηρούς χώρους, παρατηρώντας λοξά τη ζωή να εκτυλίσσεται μακριά τους, αποκλεισμένες από αυτή και ωστόσο για πάντα απροστάτευτες.

Οι ανδρικοί χαρακτήρες λειτουργούν επικουρικά, πυροδοτώντας την ανάφλεξη των εύφλεκτων γυναικείων ιδιοσυγκρασιών. Μπορεί τα δεινά των ηρωίδων να είναι γένους αρσενικού, αλλά και οι ίδιες δεν υστερούν σε μεθόδους βασανισμού και τιμωρίας. Ενδεικτικό το εξαίρετο διήγημα «Είπαν πως ήταν ατύχημα», όπου διαδραματίζεται ένα αμφίπλευρο «ψυχικό μακέλεμα» μεταξύ δύο εξίσου σαρκοβόρων συζύγων. Το θηλυκό θύμα της ιστορίας μεταμορφώνεται βαθμιαία σε δαιμόνιο θύτη, συμμετέχοντας ισότιμα στο σαδομαζοχιστικό παιχνίδι του άντρα. Η εφιαλτική έγγαμη συνθήκη, που είχαν από κοινού δημιουργήσει, τους εγκλώβιζε σε μια ρουτίνα ύβρεων, ταπεινώσεων και εφευρετικής περιφρόνησης, που ήταν για αυτούς η μόνη ζωή που ήθελαν πια να ζήσουν. Εξίσου επινοητική, αλλά απείρως πιο συμπονετική, είναι η συμβίωση του ηλικιωμένου ανδρόγυνου στο «Μόνο και μόνο επειδή σ’ αγαπάω». Και εδώ ο άντρας αναλαμβάνει να μετατρέψει τη συζυγική καθημερινότητα σε θέατρο, μόνο όμως από αγάπη για τη γυναίκα του, η οποία αδυνατεί να πιστέψει τον χαμό της κόρης τους. Γι’ αυτό παλεύει να τη γλιτώσει από τη φρίκη αυτής της αλήθειας, προσφέροντάς της παρηγορητικά ψεύδη που κοιμίζουν το πένθος, που σοβεί στην ψυχή και το μυαλό της. Η πρόδηλη σκηνοθεσία των πένθιμων ημερών τους αποκαλύπτει την έμπνευσή της από το έργο του Αλμπι, «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ», στο αμέσως επόμενο διήγημα, όπου η ηρωίδα αντιμετριέται με τον ρόλο της Μάρθας.

Ωστόσο, εκεί που η Αναστασέα επιβεβαιώνει τις συγγραφικές της δυνατότητες είναι στην «Προσβολή», όπου συνθέτει μια συνταρακτική προσωπογραφία. Η ηρωίδα, στεγνή, στρυφνή και στυμμένη από ανεκδήλωτα μίση, πέφτει στη δολερή παγίδα της ζωής, όταν ερωτεύεται έναν ξένο. Ο ανευόδωτος πόθος την κλειδώνει ακόμα βαθύτερα στο μίσος, ενώ ακόμα και οι φθίνουσες απαντοχές της ρημάζονται μες στην ερήμωσή της. Το ίδιο έρημη στέκει στο άδειο σπιτικό της η γεροντοκόρη του καταληκτικού πεζού, μόνο που εκείνη κατάφερε τελικά να στραγγίξει από το μαράζι που την έτρωγε την ομορφιά της συμπόνιας. Ατενίζοντας στην τελευταία φράση του βιβλίου τον μικρό της κόσμο, που στένευε ολοένα, νεύει στη ζωή με μια ολόθερμη κατάφαση. Μια πολυμέτωπη άρνηση, αντιθέτως, δυναστεύει τον ναρκομανή γιο της ηρωίδας στο εναρκτήριο διήγημα. Θρηνώδης η μητρική αγάπη, αποθεώνεται σε μια ύστατη χειρονομία σπαρακτικής αυτοθυσίας.

Με γραφή φορτισμένη συγκινησιακά, όχι όμως τόσο που να μην είναι δεκτική στην τραχύτητα και τη σκληρότητα, η Νίκη Αναστασέα σκιαγραφεί εντυπωτικές γυναικείες μορφές, που πάλλονται από τα φανερά και τα αφανέρωτα, που τις ορίζουν. Από το άλλο μέρος, με δεξιοτεχνία ενθέτει στις αφηγήσεις κάποια στιγμιότυπα, τα οποία πυκνώνουν το δραματικό φορτίο, απηχώντας τις διαστάσεις του. Το ιδρωμένο μαξιλάρι, η γδαρμένη τσαγιέρα, ο εφιάλτης του πνιγμού, ο φοίνικας που θρασομανεί, η πολυθρόνα που αντικρίζεται με τον καθρέφτη, ο λυτρωτικός, καθαρτήριος χιονιάς, είναι έξι εικόνες από τα ισάριθμα διηγήματα, στις οποίες έχουν εγχαραχθεί ανεξίτηλες οι ήττες, οι διαψεύσεις και οι τρεμάμενες εκεχειρίες των ηρωίδων. Η εύπλαστη γλώσσα σε συνδυασμό με τη μυθοπλαστική οξυδέρκεια και την ψυχογραφική ευαισθησία μεταμορφώνουν απλά αντικείμενα και ήσσονα περιστατικά σε πύρινες στιγμές, όπου κοχλάζουν ο θυμός και η θλίψη. Εν ολίγοις, τα έξι πεζά μετατρέπουν τις υποσχέσεις της συγγραφικής ιδιοσυστασίας της Νίκης Αναστασέα σε απτές αποδείξεις.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ