ΕΛΛΑΔΑ

Η επίσκεψη Καραμανλή στη Βόννη

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Κ. ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΣ*

Καραμανλής και Αντενάουερ υπογράφουν διμερές ελληνογερμανικό πρωτόκολλο ενώ ο Ευ. Αβέρωφ παρακολουθεί. Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών ήταν εμφανής η επιθυμία της Αθήνας να ενισχύσει την ελληνογερμανική φιλία κυρίως για οικονομικούς, αλλά και για πολιτικούς λόγους.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Στη δεκαετία του 1950 η Ελλάδα έκανε τα πρώτα της βήματα σε μια μακρά πορεία ανοικοδόμησης και οικονομικής ανάκαμψης, κατά την οποία βασική αρχή της εξωτερικής της πολιτικής ήταν η συνεργασία με τις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Ως οικονομική δύναμη στην καρδιά της Ευρώπης αναγνωριζόταν και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, που ιδρύθηκε το 1949 και απέκτησε την ανεξαρτησία της το 1955, οπότε και εντάχθηκε και στο ΝΑΤΟ, παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει μόλις λίγα χρόνια από τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Με γνώμονα το συμφέρον της χώρας, όλες οι μεταπολεμικές κυβερνήσεις της Αθήνας ήταν έτοιμες να δείξουν καλή πίστη και να παραμερίσουν το παρελθόν της ναζιστικής κατοχής, προκειμένου αυτό να μην επηρεάσει αρνητικά την πρόοδο των οικονομικών, αλλά και των πολιτικών σχέσεων με τη Βόννη. Από την πλευρά του το νέο γερμανικό κράτος κατέβαλε κάθε προσπάθεια για να αποδείξει ότι διέφερε από το Τρίτο Ράιχ.

Οταν την πρωθυπουργία της Ελλάδας ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, κατά τη διάρκεια της «οκταετίας» (1955-1963), θεμελιώθηκε μια ειλικρινής, διαρκής και ξεκάθαρη συμμαχία των δύο χωρών. Ηταν το χρονικό σημείο κατά το οποίο οι παραδοσιακές σχέσεις της Ελλάδας με τη Βρετανία είχαν αρχίσει να φθείρονται σημαντικά εξαιτίας του κυπριακού ζητήματος.

Οικονομική συμφωνία ενισχύει τη διεθνή θέση της Ελλάδας

Τη σημαντικότερη τομή στις διμερείς σχέσεις αλλά και ιδιαίτερο σταθμό στην ευρύτερη ελληνική εξωτερική πολιτική της δεκαετίας του 1950 αποτελεί η επίσκεψη Καραμανλή στη Δυτική Γερμανία τον Νοέμβριο του 1958. Η χορηγία γερμανικής οικονομικής βοήθειας στην Ελλάδα ως επιστέγασμα των οικονομικών διαπραγματεύσεων των προηγουμένων ετών αναμενόταν με ανυπομονησία από την ελληνική κυβέρνηση, προκειμένου να ισχυροποιήσει τη θέση της στην εσωτερική πολιτική σκηνή και να μειωθεί κάπως για τη χώρα η πολιτική και οικονομική κυριαρχία των ΗΠΑ. Λαμβάνοντας υπόψη τη σημασία που είχε για την ίδια την Ευρώπη η οικονομική στήριξη της Ελλάδας, ο Δυτικογερμανός καγκελάριος, Κόνραντ Αντενάουερ, υποσχέθηκε στον Καραμανλή τη χορήγηση δανείου ύψους 200 εκατομμυρίων μάρκων, επενδύσεις με τη μορφή παροχής αγαθών ύψους 100 εκατ. μάρκων (με προοπτική να φτάσουν τα 400 εκατ. μάρκα) και συμπληρωματικά ποσά για τη χρηματοδότηση τεχνικής βοήθειας με σκοπό την υλοποίηση έργων υποδομής στην ελληνική επικράτεια.

Το χρονικό σημείο της σημαντικής αυτής οικονομικής ενίσχυσης δεν ήταν τυχαίο. Στις εθνικές εκλογές του Μαΐου του 1958, η Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά (ΕΔΑ) είχε καταφέρει με ποσοστό 24,42% να κατακτήσει τη δεύτερη θέση στο ελληνικό Κοινοβούλιο, γεγονός που αποτέλεσε δυσάρεστη έκπληξη σε πολιτικούς κύκλους της χώρας, αλλά και του εξωτερικού. Οι δυσμενείς εξελίξεις του κυπριακού ζητήματος είχαν προκαλέσει σοβαρή κρίση στις σχέσεις της Ελλάδας με τις ΗΠΑ και τη Βρετανία. Προς το τέλος του ίδιου έτους, εξάλλου, επιδεινώθηκαν οι σχέσεις δυτικού-ανατολικού μπλοκ και εκδηλώθηκε μια νέα κρίση στο Βερολίνο στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.

Η επίσκεψη Καραμανλή έδειξε ότι οι δύο χώρες εναρμονίζονταν σε επίπεδο ιδεολογικοπολιτικό. Επισκιαζόταν από την εντύπωση μιας επαπειλούμενης απομόνωσης της Ελλάδας στο πλαίσιο της Δυτικής Συμμαχίας λόγω των εξελίξεων του Κυπριακού, αλλά ταυτόχρονα υπήρχε στην Αθήνα η πεποίθηση ότι η Δυτική Γερμανία, που δεν ήταν μέλος του ΟΗΕ και έτσι δεν εμπλεκόταν άμεσα στις σχετικές διαδικασίες, είχε περιθώρια ευνοϊκών προς αυτήν κινήσεων. Και επειδή ο Καραμανλής, σύμφωνα με τις επίσημες αρχειακές πηγές, άφησε να γίνει κατανοητό ότι η Δυτική Γερμανία ήταν η μοναδική μεγάλη ευρωπαϊκή χώρα που μπορούσε να ξαναδώσει στην Ελλάδα το συναίσθημα της κατανόησης και υποστήριξης από την πλευρά της Συμμαχίας, ο Αντενάουερ ανταποκρίθηκε, φροντίζοντας όχι μόνο να σταθεροποιήσει τις καλές σχέσεις με την Ελλάδα, αλλά επιπλέον να κάνει σαφές το πόσο σημαντική τη θεωρούσε στο παιχνίδι των δυνάμεων στον χώρο της Μεσογείου. Γι’ αυτό και για πρώτη φορά, και παρά την αντίδραση του Γερμανού υπουργού των Οικονομικών, χορηγήθηκε πίστωση καλυπτόμενη από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό.

Στενή συνεργασία

Οι δύο ηγέτες συμφώνησαν, κατά τη διάρκεια των επίσημων συνομιλιών, ότι μια στενή συνεργασία και ένας σταθερός δεσμός μεταξύ των χωρών τους, αλλά και των άλλων κρατών του «ελεύθερου κόσμου», θα αποτελούσαν τη σημαντικότερη προϋπόθεση για τη διατήρηση της ειρήνης. Η Βόννη είχε βρει μάλιστα στην Αθήνα έναν έμπιστο φίλο στο αίτημά της για επανένωση της Γερμανίας. Λίγο πριν από την επίσκεψη Καραμανλή, ο εκπρόσωπος της Ελλάδας στη συνδιάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών τόνιζε ότι χωρίς τη γερμανική επανένωση δεν θα ήταν δυνατόν να εξασφαλισθεί η ειρήνη στην Ευρώπη. Αυτή η θετική ελληνική στάση απέναντι στο γερμανικό ζήτημα έκανε την υπηρεσία Τύπου και πληροφοριών της γερμανικής κυβέρνησης να ανακοινώσει, ενόψει της επίσκεψης Καραμανλή, ότι στον Ελληνα πρωθυπουργό και σε όλη την ελληνική αντιπροσωπία αξίζει ένα ιδιαίτερα εγκάρδιο καλωσόρισμα.

Η ελληνική πλευρά συμμεριζόταν τη σημασία του γερμανικού εθνικού προβλήματος, προσπαθώντας να το συνδέσει με ένα παρόμοιο δικό της, το ζήτημα της Κύπρου. Ο Καραμανλής, που υποστήριζε τη γερμανική επανένωση, υπέδειξε έναν παραλληλισμό ανάμεσα στα δύο προβλήματα και ζήτησε για τον λόγο αυτό η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να είναι πιο θετική στο αίτημα των Κυπρίων για ανεξαρτησία. Ομως, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση παρέμεινε ουδέτερη, αφού δεν ήθελε να δυσαρεστήσει ούτε την Τουρκία και φυσικά ούτε τη Βρετανία.

Το γεγονός ότι η ουδέτερη στάση της Βόννης απέναντι στο Κυπριακό δεν επηρέασε αρνητικά τις σχέσεις με την ελληνική πλευρά αποδεικνύει τη σταθερότητα των πολιτικών και οικονομικών σχέσεων που είχε ήδη επιτευχθεί την περίοδο εκείνη. Ο Καραμανλής κατανοούσε, εξάλλου, ότι, αντικειμενικά, η αυστηρά ουδέτερη στάση της Βόννης επιβαλλόταν τόσο λόγω της αδύναμης ακόμη τότε πολιτικής της υπόστασης όσο και στο πλαίσιο των σχέσεών της με τη Βορειοατλαντική Συμμαχία. Την ίδια ώρα ο Ελληνας πρωθυπουργός υπολόγιζε ιδιαίτερα στην υποστήριξη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας σε άλλους τομείς (αναπτυξιακή και τεχνική βοήθεια, πιστώσεις, σύνδεση με την ΕΟΚ κ.λπ.) – υποστήριξη που έγινε ιδιαίτερα αισθητή μετά τις διαπραγματεύσεις του Νοεμβρίου του 1958. Και πράγματι η δυτικογερμανική βοήθεια στον οικονομικό τομέα ενίσχυσε τη διεθνή θέση της Ελλάδας σε μια εξαιρετικά δύσκολη και κρίσιμη περίοδο.

Η εξομάλυνση του πολεμικού παρελθόντος

Η επίσκεψη Καραμανλή στη Βόννη το 1958 έθεσε σε νέα βάση τις διμερείς σχέσεις, γιατί έβαλε μία τελεία στο ζήτημα της αντιπαράθεσης με το πολεμικό παρελθόν. Ο Ελληνας πρωθυπουργός στην ομιλία του χαιρέτιζε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, η οποία αναγεννήθηκε από τις στάχτες της και ήδη αποτελούσε καθοριστικό παράγοντα άμυνας του δυτικού κόσμου. Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών ήταν εμφανής η επιθυμία της Αθήνας να προσδεθεί στην προ του πολέμου παράδοση ελληνογερμανικής φιλίας κυρίως για οικονομικούς, αλλά και για πολιτικούς λόγους. Για τον λόγο αυτό το θέμα των εγκληματιών πολέμου και η περίφημη -επίκαιρη τότε- υπόθεση Μέρτεν ξεκαθαρίστηκαν οριστικά με την επίσκεψη Καραμανλή. Ο Ελληνας πρωθυπουργός υποσχέθηκε το οριστικό κλείσιμο του ζητήματος και δύο μήνες μετά την επίσκεψή του στη Γερμανία πέρασε νόμο στην ελληνική Βουλή, με τον οποίο η ελληνική πλευρά παραιτούνταν από τη δίωξη εγκληματιών πολέμου, βάζοντας τέρμα σε ένα ζήτημα που επιβάρυνε για καιρό τις διμερείς σχέσεις.

Αντίθετα, η γερμανική πλευρά δεν κατάφερε, όπως είχε προγραμματίσει, κατά την επίσκεψη Καραμανλή, να αποσπάσει την υπόσχεση του Ελληνα πρωθυπουργού για μια οριστική παραίτηση της ελληνικής πλευράς από τις αξιώσεις της για πολεμικές αποζημιώσεις και το κατοχικό δάνειο, αφήνοντας τα δύο αυτά ζητήματα ανοικτά μέχρι σήμερα. Γενικά, ο Καραμανλής χειρίστηκε προσεκτικά το θέμα της εξομάλυνσης του πολεμικού παρελθόντος και έθεσε με τρόπο και με γνώμονα το συμφέρον της χώρας του ζητήματα, όπως η αμνήστευση εγκληματιών πολέμου ή οι αποζημιώσεις, σαν βάση για τις διμερείς διαπραγματεύσεις.

Συμπερασματικά, Ελλάδα και Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας βρέθηκαν μετά τον πόλεμο στην πρώτη γραμμή της αντιπαράθεσης με τον αντίπαλο σοβιετικό κόσμο. Το γερμανικό ζήτημα και η σύγκρουση των δύο αντίπαλων συνασπισμών βρίσκονταν στο επίκεντρο της διεθνούς πολιτικής και αυτή η ατμόσφαιρα θα επηρέαζε έντονα τις ελληνογερμανικές σχέσεις. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής είχε αναγνωρίσει τη σημαντική θέση της Δυτικής Γερμανίας στην καρδιά της μεταπολεμικής Ευρώπης. Ταυτόχρονα, έβλεπε ότι η χώρα του ως ο πιο προωθημένος στην Ανατολή «προμαχώνας της ελευθερίας», επρόκειτο να παίξει έναν ασυνήθιστα σημαντικό ρόλο, ο οποίος θα της προσέφερε και ευκαιρίες οικονομικού περιεχομένου, όπως ήταν το δάνειο των 200 εκατομμυρίων μάρκων και η τεχνική βοήθεια που εξασφάλισε μετά την επίσκεψή του στη Βόννη τον Νοέμβριο του 1958, αλλά και η υποστήριξη της κυβέρνησης Αντενάουερ για τη σύνδεση της χώρας του με την ΕΟΚ στα επόμενα χρόνια.

* Ο κ. Δημήτρης Κ. Αποστολόπουλος είναι ερευνητής της Ακαδημίας Αθηνών, διδάκτωρ του Τμήματος Ιστορίας του Τεχνικού Πανεπιστημίου του Βερολίνου.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ