ΚΟΣΜΟΣ

Η εκλογή του Πάπα Ιωάννη 23ου

ΝΙΚΟΣ ΠΑΠΑΧΡΗΣΤΟΥ

Η βασιλική του Αγίου Πέτρου κατά τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο που άρχισε στις 11 Οκτωβρίου 1962. Περισσότεροι από 3.000 σύνεδροι απ’ όλο τον κόσμο έλαβαν σημαντικές αποφάσεις για μεταρρυθμίσεις στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Αργά το απόγευμα της 28ης Οκτωβρίου 1958 από την καπνοδόχο της Καπέλα Σιστίνα, του παρεκκλησίου του Βατικανού με τα εντυπωσιακά φρέσκο της «Δημιουργίας», του Μιχαήλ Αγγελου, βγήκε άσπρος καπνός. Ηταν το μήνυμα προς τις δεκάδες χιλιάδες συγκεντρωμένων πιστών στην πλατεία του Αγίου Πέτρου ότι το Κονκλάβιο των Καρδιναλίων, ύστερα από έντεκα ψηφοφορίες, εξέλεξε τον 261ο διάδοχο του –κατά την παράδοση– ιδρυτή της Εκκλησίας της Ρώμης, Αποστόλου Πέτρου, και νέο Προκαθήμενο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Ο νέος Πάπας ήταν ο χαμογελαστός Αντζελο Τζιουζέπε Ρονκάλι, 77 ετών, μέχρι εκείνη την ημέρα Πατριάρχης Βενετίας, ο οποίος μάλλον δεν ανέμενε την εκλογή του, αφού είχε φροντίσει αρκετά νωρίτερα να εξασφαλίσει και το εισιτήριο της επιστροφής του στην έδρα του, μόλις ολοκληρώνονταν οι εργασίες του Κονκλαβίου. Επέλεξε το όνομα Ιωάννης 23ος και, παρά τις εκτιμήσεις ότι αποτελούσε μια μεταβατική λύση, «ο καλός Πάπας» (il Papa buono), όπως τον ονόμασαν οι απλοί πιστοί, έβαλε τη σφραγίδα του στην εκκλησιαστική ιστορία με τη σύγκληση της Β΄ Βατικανής Συνόδου, κατά την οποία περισσότεροι από 3.000 σύνεδροι απ’ όλο τον κόσμο έλαβαν σημαντικές αποφάσεις για μεταρρυθμίσεις στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αλλά και για την έναρξη του διαλόγου με την Ορθόδοξη Εκκλησία, τους άλλους χριστιανούς καθώς και με τις άλλες θρησκείες.

Ταπεινής καταγωγής

Ο Αντζελο Ρονκάλι, ο οποίος πριν από μερικούς μήνες αγιοποιήθηκε από τον Πάπα Φραγκίσκο, ήταν γόνος πολύτεκνης αγροτικής οικογένειας από την επαρχία του Μπέργκαμο της Ιταλίας. Απλός, προσηνής και ευγενικός, ο νέος Πάπας κέρδισε σύντομα τη συμπάθεια του ποιμνίου του. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις δύο μήνες μετά την εκλογή του, τα Χριστούγεννα του 1958, έγινε ο πρώτος Πάπας που εξήλθε του Βατικανού από το 1870, για να επισκεφθεί παιδιά που έπασχαν από πολιομυελίτιδα και νοσηλεύονταν σε δύο νοσοκομεία της Ρώμης. Στη συνέχεια, την επομένη επισκέφθηκε τους κρατούμενους στη φυλακή Regina Coeli της Ρώμης, λέγοντάς τους ότι «δεν θα μπορούσατε να έρθετε σε μένα, έτσι ήρθα σε εσάς». Παρά το γεγονός ότι ήταν ο τελευταίος Προκαθήμενος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας που ακολούθησε το πλήρες παπικό εθιμοτυπικό των λαμπρών τελετών, ο Ιωάννης 23ος διατήρησε την απλότητά του. Συνήθιζε να λέει στους συνομιλητές του, σύμφωνα με τον θεολόγο Αριστείδη Πανώτη, πως «η καλύτερη διπλωματία στα εκκλησιαστικά είναι η ταπείνωση και να μη σηκώνεις τις πέτρες που σου πετούν».

Αρχή προσέγγισης με την Ορθοδοξία

Ο Ιωάννης 23ος, ίσως, είναι ο μοναδικός Πάπας που είχε επισκεφθεί πριν από την εκλογή του το Αγιον Ορος, ενώ είχε γνωρίσει τους Οικουμενικούς Πατριάρχες Βασίλειο Γ΄, Φώτιο και Βενιαμίν, κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του ως διπλωματικού απεσταλμένου του Βατικανού αρχικά στη Σόφια, από το 1925 έως και το 1935, και στη συνέχεια στην Τουρκία και την Ελλάδα, μέχρι και το 1944. Κατά την παραμονή του στις δύο αυτές θέσεις, ο τότε επίσκοπος Αντζελο Ρονκάλι, εκτός από το ενδιαφέρον του για τις τοπικές ρωμαιοκαθολικές κοινότητες, συνδέθηκε με ορθόδοξους αρχιερείς, κληρικούς και λαϊκούς, ενώ είχε την ευκαιρία να επισκεφθεί ιερές μονές και προσκυνηματικούς τόπους. «Οταν βρεθώ στην Ελλάδα, νιώθω σαν το ψάρι που το ξαναπετούν στο νερό» θα γράψει στο προσωπικό ημερολόγιό του.

Στην πρώτη ραδιοφωνική ομιλία του ως Πάπας, τον Οκτώβριο του 1958, ο Ιωάννης 23ος απηύθυνε μήνυμα και προς τους ορθοδόξους, καλώντας τους να επιστρέψουν «στον οίκο του κοινού μας Πατρός». «...Προσευχόμαστε να επιστρέψουν όλοι οικειοθελώς, και είθε, με τη βοήθεια του Θεού, να γίνει τούτο πολύ σύντομα...». Ανάλογη πρόσκληση απηύθυνε και πάλι, δύο μήνες αργότερα, στο χριστουγεννιάτικο μήνυμά του. Η χρήση της λέξης «επιστροφή» προκάλεσε την ενόχληση των ορθοδόξων και την 1η Ιανουαρίου 1959, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας, στο πρωτοχρονιάτικο μήνυμά του, μεταξύ άλλων, σημείωνε: «Εφ’ ω και πεποίθαμε, ότι πάσα έκκλησις προς ένωσιν δέον να συνοδεύηται και υπό των απαραιτήτων εκείνων και συγκεκριμένων πράξεων και ενεργειών, όσαι θα απεδείκνυον μεν ενηρμονισμένας τας προθέσεις προς τα έργα και θα έφερον ημάς και τα μέλη των Εκκλησιών ημών όντων πλησιέστερον του Κυρίου, τουλάχιστον το γε νυν επί εδάφους πρακτικού και εν πνεύματι ισότητος, δικαιοσύνης, ελευθερίας πνευματικής και αλληλοσεβασμού».

Στις αρχές του 1959, ο Πάπας Ιωάννης 23ος, σε ομιλία του στη βασιλική του Αγίου Παύλου «εκτός των Τειχών» στη Ρώμη, θα ανακοινώσει την πρόθεσή του να συγκαλέσει μεγάλη Σύνοδο της Καθολικής Εκκλησίας, γνωστή ως Β΄ Βατικανή Σύνοδο. Για να διερευνήσει τις προθέσεις του Πάπα Ιωάννη 23ου σε ό,τι αφορά την πιθανή έναρξη ενός οικουμενικού διαλόγου, ο Πατριάρχης Αθηναγόρας απέστειλε στο Βατικανό τον τότε νεοεκλεγέντα Αρχιεπίσκοπο Αμερικής, Ιάκωβο. Η συνάντηση Ιωάννου 23ου και Ιακώβου πραγματοποιήθηκε στο Βατικανό στις 18 Μαρτίου 1959 και ήταν η πρώτη επίσημη επίσκεψη ορθόδοξου κληρικού σε Πάπα μετά τον Μάιο του 1547.

«Η ένωση είναι το τέρμα...»

Στην απόρρητη έκθεσή του προς τον Πατριάρχη Αθηναγόρα –που δημοσίευσε ο Γεώργιος Σπυρίδων Μάμαλος– ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος ανέφερε ότι ο Πάπας Ιωάννης 23ος, κατά τη συζήτησή τους, υπογράμμισε την ανάγκη προσέγγισης των δύο Εκκλησιών «σταδιακά ή αλλοτρίως»: «Θα πρέπει να εδραιωθεί μεταξύ μας επαφή, αγάπη, ειρήνη, αδελφοσύνη, ισότης και συνεργασία». Σε άλλο σημείο της συζήτησης, ο Πάπας διευκρίνισε ότι «η ένωση είναι το τέρμα που θα φθάσουμε μέσω της συνεργασίας στο θέμα της ειρήνης μεταξύ των λαών του κόσμου».

Ηταν σαφές πως μια νέα περίοδος εγκαινιαζόταν στις σχέσεις της Ρώμης και της Κωνσταντινούπολης, η οποία θα οδηγούσε στην έναρξη επαφών μεταξύ των εκπροσώπων των δύο Εκκλησιών. Από τη συζήτηση που είχε με τον Πάπα, το συμπέρασμα του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου, όπως αποτυπώνεται στην έκθεσή του, ήταν ότι η Σύνοδος θα είχε ενδορωμαϊκό χαρακτήρα. Παραταύτα, το Πατριαρχείο αντιλαμβανόταν ότι, παρά τον «εσωτερικό» χαρακτήρα της Συνόδου, ο αντίκτυπος που θα επέφερε διεθνώς θα την ανήγε σε διεθνές γεγονός πρώτου μεγέθους. Οπως σημείωνε ο καθηγητής Αμίλκας Αλιβιζάτος, στην «Καθημερινή» της 1ης Φεβρουαρίου 1960: «Η αγγελθείσα Β΄ Βατικανή Σύνοδος, η οποία είναι το σημαντικότερον ιστορικόν και θρησκευτικόν γεγονός της συγχρόνου εποχής όχι μόνον διά τον χριστιανισμόν, αλλά δι΄ ολόκληρον τον κόσμον, έδωκεν εις όλους ελπίδας προς επίλυσιν του ενωτικού προβλήματος. Τα φιλενωτικά κηρύγματα του Ιωάννου ΚΓ΄ εξήγειραν εις συναγερμόν όλον τον κόσμον, αδιακρίτως θρησκεύματος και πολιτεύματος και κοινωνικών απόψεων».

Η σύγκληση της ιστορικής Β΄ Βατικανής Συνόδου

Στις 11 Οκτωβρίου 1962, στη βασιλική του Αγίου Πέτρου, πραγματοποιήθηκε, προεξάρχοντος του Πάπα Ιωάννη 23ου, η εναρκτήρια τελετή της α΄ φάσης της Β΄ Βατικανής Συνόδου, στην οποία έλαβαν μέρος 2.860 επίσκοποι από 141 χώρες, 453 εμπειρογνώμονες, 58 ακροατές και ακροάτριες και 101 παρατηρητές μη καθολικοί. Το γεγονός καλύφθηκε από 1.200 δημοσιογράφους και ανταποκριτές.

Η πρώτη περίοδος της Συνόδου, η οποία κράτησε από τις 11 Οκτωβρίου έως τις 8 Δεκεμβρίου 1962, ήταν και η μόνη στην οποία προήδρευσε ο Ιωάννης 23ος, ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή στις 3 Ιουνίου 1963, ύστερα από σύντομη μάχη με τον καρκίνο. Τις εργασίες της ολοκλήρωσε στις 8 Δεκεμβρίου 1965 ο διάδοχός του Παύλος 6ος. Καθ’ όλη τη διάρκεια της Συνόδου πραγματοποιήθηκαν 168 γενικές συνεδριάσεις, τα αποτελέσματα των οποίων συντάχθηκαν σε 16 Διατάξεις, Διατάγματα και Διακηρύξεις.

«Εκσυγχρονισμός»

Σύμφωνα με τον π. Θεόδωρο Κοντίδη, του Τάγματος των Ιησουιτών, η Β΄ Σύνοδος του Βατικανού, με τον γενικό όρο «εκσυγχρονισμός» (aggiornamento), επιχείρησε να συμφιλιώσει την Καθολική Εκκλησία με τη νεότερη εποχή. «Με τις αποφάσεις της η Σύνοδος θέλησε να εξασφαλίσει τη συμμετοχή των πιστών στη θεία λατρεία, να αναπτύξει τον διάλογο της Εκκλησίας με τον σύγχρονο κόσμο και τους διάφορους πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς, τις άλλες Εκκλησίες, τις άλλες θρησκείες, να αναγνωρίσει την ελευθερία των ανθρώπων και των πιστών στη ζωή και στις αποφάσεις τους».

Τη σημασία της πρωτοβουλίας του Πάπα Ιωάννη 23ου για τη σύγκληση της Β΄ Βατικανής Συνόδου και την προώθηση του οικουμενικού διαλόγου επισημαίνει, σε δήλωσή του προς τον γράφοντα, ο ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ Πέτρος Βασιλειάδης. «Οι προσωπικότητες που έδωσαν πραγματική ώθηση στους διάφορους οικουμενικούς διαλόγους, όχι μόνον στον Ορθόδοξο και Καθολικό χώρο αλλά και διαχριστιανικώς, ήταν ο Πατριάρχης Αθηναγόρας και ο Πάπας Ιωάννης 23ος. Ασφαλώς η συνεργασία τους από το 1949 επηρέασε θετικά και την αλλαγή πλεύσης σύνολης της χριστιανοσύνης, και κυρίως της Καθολικής Εκκλησίας, που μέχρι τότε επέμενε στη θεωρία περί “επιστροφής (των άλλων χριστιανών) στη Ρώμη”. Και αν ο διάδοχος του Πάπα Ιωάννη 23ου, Παύλος 6ος, σηματοδοτεί μια οικουμενική “επιστροφή (όλων των χριστιανών) με τη Ρώμη”, η μετά τη Β΄ Βατικανή Σύνοδο, που ήταν αναμφίβολα όραμα και δημιούργημα του Πάπα Ιωάννη 23ου, περίοδος έχει χαρακτηριστεί “επιστροφή της Ρώμης” στον αυθεντικό και ισότιμο διάλογο με τους λοιπούς χριστιανούς. Το όραμα του Πάπα Ιωάννη 23ου ουσιαστικά ακολούθησαν και οι διάδοχοί του, με αποκορύφωμα τον νυν προκαθήμενο της Εκκλησίας της πρεσβυτέρας Ρώμης Πάπα Φραγκίσκο».

Για περισσότερη αρθρογραφία, γίνετε συνδρομητής στην έντυπη Καθημερινή.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ