ΘΕΑΤΡΟ

Ο έρωτας σώζει και αποθεώνεται

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Αγλαΐα Παππά και Αντώνης Μυριαγκός στο «Amor» σε σκηνοθεσία Θ. Τερζόπουλου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΘΑΝΑΣΗΣ ΑΛΕΥΡΑΣ,
ΘΟΔΩΡΟΣ ΤΕΡΖΟΠΟΥΛΟΣ
Amor
σκηνοθ.: Θόδωρος Τερζόπουλος
θέατρο: Αττις

ΜΑΡΙΝΑ ΤΣΒΕΤΑΓΙΕΒΑ,
ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
Amor est.
σκηνοθ.: Δέσποινα Σιδηροπούλου
θέατρο: Playground

Πάνω σε στενό, γκρίζο διάδρομο φωτίζεται ασκητική, ανδρική φιγούρα με γυμνά πόδια και τσαλακωμένα, γκρίζα ρούχα. «Χτυπάει» ακατάπαυστα πλήκτρα νοερής αριθμομηχανής κάνοντας φωναχτά χρηματιστηριακούς λογαριασμούς. Στην αριστερή άκρη του διαδρόμου ένας ανοιγμένος, μαύρος κύλινδρος. Το πάνω μέρος του κατεβαίνει από τις σκοτεινές «σοφίτες» της σκηνής. Στο κάτω μέρος, το φωτισμένο πρόσωπο και μπούστο ξανθιάς γυναίκας παραπέμπει σε νούμερο τσίρκου. Οροι χρηματιστηριακοί εναλλάξ με παθιασμένο φλαμένκο. Το χορεύει αναδυόμενη από τον Μπεκετικό της κύλινδρο - κάδο - χοάνη, που της κρύβει τα πόδια, ενώ αυτά κρατούν με επαγγελματική δεξιοτεχνία τον ρυθμό.

Στη μέση του διαδρόμου, προφίλ στο κοινό, σαν φιγούρα τραγικού, σημερινού καραγκιόζη, ο ξυπόλυτος άνδρας, παραδομένος στο χρηματιστηριακό του παραλήρημα μένει καρφωμένος στα κέρδη, στα υπερκέρδη, στα επιτόκια. Από το αφρίζον σχεδόν στόμα του ακούμε νούμερα, πολλαπλασιασμούς, όρους: sell, buy, stock, credit, profit, produce, exit, ενώ από το σαρδόνιο χαμόγελο της ξανθιάς δημοπρατούμενης εκσφενδονίζονται ερωτήσεις και εντολές: «πόσο αξίζω;», «buy me, stock me, credit me», «πουλάω τα μάτια μου, τα νεφρά μου, πουλάω το ταλέντο μου» και κάποτε, λίγο πριν την κλείσει ο κύλινδρος μέσα του: «non Exit». Τελικό αδιέξοδο. Που θα ευθυγραμμιστεί με την τελική χρεοκοπία του νευρόσπαστου των λυσσασμένων λογαριασμών. Που άλλο δεν του μένει έπειτα από ουσίες, φάρμακα, ψυχοπάθειες παρά να σκαρφαλώσει τα ντουβάρια. Πράγμα που κυριολεκτικά κάνει με τη βοήθεια κάποιων μικρών πατημάτων στον κάθετο τοίχο. Κι εκεί πάνω, γαντζωμένος στην απόγνωση, πιάνεται από μια λέξη, ελπίδα ή υπόσχεση: Amor. Που όπως διαβάζω στο πρόγραμμα -δύσκολα όμως το πιστεύω- θα μπορούσε μετά απ’ όλη την αγριευτική αλλοτρίωση να λειτουργήσει ως κινητήρια δύναμη εξανθρωπισμού.

Πέρα από την ανατριχιαστική σκηνική εκδοχή της γενικής μας δημοπράτησης σε ώρα κρίσης, η τέχνη του θεάτρου μετρά τις δικές της ήττες. Τα μέσα που χρησιμοποίησε κι εδώ ο Τερζόπουλος, ελάχιστα, επαναλαμβανόμενα, ισχυρά. Οι ηθοποιοί του, απόλυτα αφοσιωμένοι στα σκηνοθετικά του προτάγματα ήταν όργανα εξαιρετικών επιδόσεων.

Η Αγλαΐα Παππά ως ασώματος κεφαλή με μπούστο, τρομαχτικά αινιγματική στη σαρδόνια μάσκα και στις αλγεινές εντολές της, φλογερή, δυνατή και παράφορη στο αποχαιρετιστήριο φλαμένκο. Ο Αντώνης Μυριαγκός θριαμβεύει ως μοιραίος πιανίστας των αριθμομηχανών. Θεία, επιδέξια δάχτυλα, σώμα που με κάθε μυ συμμετέχει στην παραφροσύνη της μουσικής των αγορών, στόμα, πειστικό όργανο παραγωγής ήχων από μηχανές που μετρούν χαρτονομίσματα και συνθλίβουν ανθρώπους. Η κάθετη «ύψωσή» του προς τον εξανθρωπισμό μέσω του έρωτα -έστω και ως ιδέα- είχε κάτι από σταύρωση πριν από την αποκαθήλωση.

Εν επιγνώσει

Αν ο έρωτας στο Amor είναι η ύστατη καταφυγή εν απογνώσει, στο Amor est. είναι η αποθέωση και η ποίησή του εν επιγνώσει. Η σύνθεση της Δέσποινας Σιδηροπούλου βασίστηκε στην ερωτική επιστολογραφία της Μαρίνας Τσβετάγεβα, «Γράμματα στον Ελικώνα», μια φλογερή αλληλογραφία της ίδιας με τον Μπόρις Πάστερνακ και τον Ράινερ Μαρία Ρίλκε λίγο πριν από τον θάνατό του σε μετάφραση Δήμητρας Κονδυλάκη. Φράσεις, αποσπάσματα αυτής της «ερωτικής επιστολογραφίας της ψυχής», μοιρασμένα σε δύο άνδρες και τρεις γυναίκες ηθοποιούς εμπλουτίζονται από προσωπικές επιθυμίες, εξομολογήσεις, αφηγήσεις τους που ζωντανεύουν απρόσμενα τα αιώνια ερωτήματα και τις διαχρονικές στιχομυθίες του έρωτα. Στον τρόπο λοιπόν (δροσιά, αλήθεια, αμεσότητα, φυσικότητα) που ειπώθηκαν τα φλογερά και τα παράφορα της ερωτικής ποίησης, έγκειται η επιτυχία του εγχειρήματος. Οπως και στις εύστοχες εναλλαγές ρόλων, στους οποίους ανταποκρίθηκαν εξαιρετικά οι: Βασιλική Κακοσαίου, Στράτος Παλαιολόγος, Κωνσταντίνος Ρεπάνης, Δέσποινα Σιδηροπούλου, Ελλη Χατζεϊπίδου, σε κίνηση Φώτη Νικολάου. Απρόσμενη σκηνική περιπέτεια, προσωπική και κοινόχρηστη, γεμάτη ποίηση και διόλου προσποίηση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ