ΒΙΒΛΙΟ

Διαβάζοντας ξανά ένα μύθο

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Τα σταφύλια της οργής» δεν έλειπαν από τις βιβλιοθήκες των εφήβων των δεκαετιών του ’60 και ’70.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το εμβληματικό μυθιστόρημα του Αμερικανού συγγραφέα Τζον Στάινμπεκ (Καλιφόρνια, 1902-1968), «Τα σταφύλια της οργής», δεν έλειπε από τις βιβλιοθήκες των εφήβων των δεκαετιών του ’60 και ’70, όταν κυκλοφορούσαν τα κλασικά έργα σε, ενίοτε, ατυχείς μεταφράσεις. Οσοι, πάλι, προσπαθούσαν να το διαβάσουν στο πρωτότυπο, μάλλον, αντιμετώπισαν δυσκολίες όχι μόνο λόγω του πυκνού λόγου, σε πολλά σημεία, αλλά και της συχνής χρήσης των ιδιωματισμών.

Ο Τζον Στάινμπεκ (Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας 1962) ασχολήθηκε σε όλα του τα έργα με τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι απλοί άνθρωποι, αυτοί που προέρχονταν από την εργατική τάξη, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, των μεγάλων οικονομικών και κοινωνικών αλλαγών στις ΗΠΑ, τη δεκαετία του ’30.

Κι ενώ η ιστορία είναι απλή κι έχει αποδοθεί με ρεαλισμό, ωστόσο οι δυνατές περιγραφές όχι μόνο των τοπίων ή των κοινωνικών καταστάσεων της εποχής, αλλά και των εσωτερικών συγκρούσεων των ηρώων, συνθέτουν μια κλασική ιστορία, η οποία αντικατοπτρίζει την ανθρώπινη περιπέτεια διαχρονικά. Και μπορεί να αλλάζουν, με το πέρασμα του χρόνου, τα κοινωνικά μέσα και οι συνθήκες, να αναπτύσσεται η τεχνολογία, κάποια πράγματα, όμως, όπως η αξιοπρέπεια, ο ανταγωνισμός, η αδικία, η αλληλεγγύη, η ισχύς της οικογένειας, η επιμονή του ανθρώπου να επιβιώσει, παραμένουν αναλλοίωτα, ενώ μερικά άλλα θα παραμένουν διαρκώς στα ζητούμενα.

Βρισκόμαστε σε μια αγροτική περιοχή των ΗΠΑ, στην Οκλαχόμα, στο αποκορύφωμα της οικονομικής κρίσης, όταν η οικογένεια Τζόουντ αναγκάζεται, εξαιτίας της παρατεταμένης ξηρασίας, αλλά και από τα χρέη προς τις τράπεζες, να εγκαταλείψει το σπίτι της, για να αναζητήσει, όπως έκαναν και πολλοί άλλοι, καλύτερη τύχη στα δυτικά, στη γη της επαγγελίας, την Καλιφόρνια. Το ταξίδι, στο οποίο, εκτός από τα μέλη της οικογένειας Τζόουντ, συμμετέχει και ο πρώην ιεροκήρυκας Κέισι, η πίστη του οποίου για την ύπαρξη του Θεού είχε κλονιστεί, αποδεικνύεται μια δοκιμασία για τις ανθρώπινες αντοχές. Οι κακουχίες, η πείνα, η δυστυχία ακολουθούν τους ήρωες, οι οποίοι δεν βρίσκουν τον παράδεισο τον οποίο ονειρεύονταν. Μερικοί ζούνε στην κόψη του ξυραφιού, ενώ οι οικογενειακοί δεσμοί, καθώς και η μητρική αγάπη, συντελούν ώστε να επιτευχθούν η ενότητα και η επιβίωση εκείνων που συνεχίζουν να αγωνίζονται.

Ο συγγραφέας περιγράφει με ποιητικότητα ακόμα και τις πιο φυσικές ή πιο καθημερινές στιγμές· η παρουσίαση της ανατολής του ήλιου ή του δειλινού, η εμφάνιση της χελώνας γίνονται με όρους υποδηλωτικούς, σύνθετους, χωρίς όμως να είναι ακατανόητοι, μ’ έναν τρόπο που το ρεαλιστικό συναντάει το λυρικό και το κυριολεκτικό το μεταφορικό. Η αφήγηση είναι τριτοπρόσωπη, με πολλούς διαλόγους, οι οποίοι αντικατοπτρίζουν τους απλούς ανθρώπους της εργατικής τάξης, ωστόσο αποδίδονται με εξαιρετική μαεστρία και πυκνότητα, έτσι ώστε να εκφράζονται, με τον πιο καθαρό τρόπο, οι διάφοροι χαρακτήρες. Και οι όποιες εναλλαγές στην αφήγηση και στη μετάβαση στην πρωτοπρόσωπη δεν γίνονται παρά για να αποδοθούν οι πιο μύχιες σκέψεις και τα συναισθήματα των ηρώων, συνθήκη που καθιστά το κείμενο εξαιρετικά ζωντανό και άμεσο. Εξάλλου, οι χρήσιμες λεπτομέρειες οικοδομούν το ατομικό και το συλλογικό σύμπαν χωρίς να γίνονται αυτονόητες διακηρύξεις και διδακτικές προσεγγίσεις.

«Τα σταφύλια της οργής» (το βιβλίο κυκλοφόρησε το 1939, και το 1940 o σκηνοθέτης Τζον Φορντ γύρισε την ομώνυμη ταινία με πρωταγωνιστή τον Χένρι Φόντα) είναι ένα κορυφαίο έργο, όχι μόνο για το γεμάτο ανθρωπιά περιεχόμενό του, αλλά και για τη μορφή του, μυθιστόρημα το οποίο θα κινεί το ενδιαφέρον μικρών και μεγάλων όλες τις εποχές, όσο διαφορετικές κι αν είναι αυτές μεταξύ τους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το απαιτητικό κείμενο αποδόθηκε με μέτρο και σύνεση στη γλώσσα μας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ