ΒΙΒΛΙΟ

«Ελλάς - Σερβία - Ορθοδοξία» και μετά;

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ *

Μουσουλμανικό νεκροταφείο στην πρώην Γιουγκοσλαβία με θύματα σφαγών και εθνοκαθάρσεων που έλαβαν χώρα στον γιουγκοσλαβικό αιματηρό πόλεμο του 1991-1995.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΖΙΜΑΣ
Η κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας και οι ελληνικές φαντασιώσεις
εκδ. Επίκεντρο, σελ. 387

Στις 28 Ιουνίου 1989, ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς θα εκφωνούσε έναν λόγο στην πόλη του Γκαζιμεστάν για τα 600 χρόνια από τη μάχη του Κοσόβου, που από πολλές απόψεις προοιωνιζόταν το σκοτεινό μέλλον της Γιουγκοσλαβίας τη δεκαετία του ’90: τη στροφή της Σερβίας στον επιθετικό εθνικισμό και τον ηγεμονισμό εντός της καταρρέουσας ομοσπονδίας, στοιχεία που -μαζί με τις αντίστοιχες ευθύνες του Κροάτη ηγέτη Φ. Τούτζμαν- θα οδηγούσαν τελικά στον αιματηρό πόλεμο του 1991-1995 και σε άγρια εγκλήματα εθνοκάθαρσης.

Οι πολιτισμοί είναι συνέχειες, συνήθιζε να λέει ο Φ. Μπροντέλ, και σε αυτές η γεωγραφία παίζει πάντοτε μείζονα ρόλο. Η Γιουγκοσλαβία υπήρξε τεχνητό κράτος που απαρτιζόταν από έξι διαφορετικές σοσιαλιστικές δημοκρατίες, με σαφώς μεγαλύτερη πληθυσμιακά εκείνη των Σέρβων. Η συγκατοίκηση διήρκεσε χάρη στην πληθωρική προσωπικότητα του Τίτο που, καίτοι Κροάτης ο ίδιος, κατάφερνε να κρατάει τις εσωτερικές ισορροπίες που άφηναν όλες τις πλευρές ικανοποιημένες. Μετά τον θάνατό του, το 1980, άνοιξε το «καπάκι» των εθνικισμών και ξεχύθηκαν δυνάμεις τέτοιας βιαιότητας που έμοιαζαν εντελώς ξένες με το κυρίαρχο παράδειγμα της υπόλοιπης Ευρώπης εκείνη τη στιγμή.

Ο Σταύρος Τζίμας, δημοσιογράφος της «Κ» και ανταποκριτής της εκείνη την περίοδο, με αποστολές στη Γιουγκοσλαβία, περιγράφει με πυκνή αφήγηση, στην οποία παρεμβάλλονται συνεντεύξεις και διηγήσεις των πρωταγωνιστών του δράματος, όλο το χρονικό της διάλυσης της μεγάλης αυτής χώρας, στην καρδιά των Βαλκανίων. Ακόμη σημαντικότερη είναι όμως η συμβολή του σε ένα επιμέρους επεισόδιο του πολέμου αυτού: στην επικίνδυνη στάση ορισμένων πολιτικών ομάδων στην Ελλάδα που είδαν στους «ορθόδοξους» Σέρβους ένα ανάδελφο έθνος που υποτίθεται θα συνέβαλε στον αγώνα (;) κατά αλλοπίστων και άλλων εχθρών του ελληνισμού.

Η Ευρώπη έμοιαζε σοκαρισμένη από τη βιαιότητα που επεδείκνυαν ιδίως οι σερβικές παραστρατιωτικές δυνάμεις, διεξάγοντας αιματηρές επιχειρήσεις εθνοκάθαρσης (π.χ. στο Βούκοβαρ ή στη Σρεμπρένιτσα). Στη Γαλλία, προβεβλημένοι διανοούμενοι, όπως ο Μπερνάρ-Ανρί Λεβί, άσκησαν μεγάλες πιέσεις και υπήρξαν κατήγοροι της παραστρατιωτικής δράσης Σέρβων, όπως ο Μλάντιτς και ο Κάρατζιτς. Στην Ελλάδα, ωστόσο, επικράτησε μια επαμφοτερίζουσα στάση που έκλινε εντέλει υπέρ του Μιλόσεβιτς. Η τότε κυβέρνηση Μητσοτάκη, θορυβημένη από τις εθνικιστικές φιλοδοξίες και τη σκληρή ρητορική των Σκοπίων που διεκδικούσαν μια «μακεδονική» εθνική ταυτότητα, πίστεψε αρχικά ότι ο Μιλόσεβιτς θα έπαιζε τον ρόλο του κυματοθραύστη τέτοιων φιλοδοξιών από τον σύμμαχό του Γκλιγκόροφ. Ο Κ. Μητσοτάκης θα διαπίστωνε γρήγορα ότι ένας λύκος δεν γίνεται ποτέ φίλος. Πέρα όμως από την υψηλή πολιτική, η ελληνοσερβική προσέγγιση περιελάμβανε και τη χαμηλή πολιτική των υπερεθνικιστικών, ακροδεξιών δικτύων. Οπως αναφέρει ο Στ. Τζίμας, παραμένει ατεκμηρίωτη η ακριβής δράση της μικρής ομάδας των Ελλήνων εθελοντών που πήραν μέρος στον εμφύλιο. Το Διεθνές Δικαστήριο Εγκλημάτων Πολέμου στη Χάγη δεν απέδωσε τελικά κατηγορίες στα άτομα αυτά, αν και υπήρχαν υπόνοιες ότι είχαν λάβει μέρος σε επιχειρήσεις εθνοκαθάρσεων υπό τον στρατηγό Μλάντιτς, και σε βασανιστήρια, βιασμούς και δολοφονίες μουσουλμάνων αμάχων στη Σρεμπρένιτσα.

Η μαρτυρία

Αξιομνημόνευτη είναι η μαρτυρία ενός Ελληνα εθελοντή που εντάχθηκε στη διαβόητη παραστρατιωτική ομάδα «Τίγρεις» του Σέρβου πολέμαρχου Αρκάν, μαρτυρία που περιγράφει έναν «στρατό» απαρτιζόμενο κατά κανόνα από ποινικούς εγκληματίες. Στην αγαστή αυτή συμμαχία «από τα κάτω» συναντήθηκαν κατά βάση δύο εθνικιστικές φαντασιώσεις: ο σερβικός μεγαλοϊδεατισμός που θεωρούσε ότι θα μπορούσε χωρίς αντίδραση από τη Διεθνή Κοινότητα να δημιουργήσει μια μαύρη τρύπα στην πίσω αυλή της Ευρώπης· και του βαθέος τυχοδιωκτικού ελληνικού εθνικισμού, με τις θρησκευτικές συνδηλώσεις, που είδε στον πόλεμο αυτό τη χρυσή ευκαιρία να επιβάλει την ατζέντα του. Ο πρώτος ηττήθηκε, με αποκορύφωμα τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς το 1999 και την πτώση και σύλληψη του Μιλόσεβιτς που θα δικαζόταν αργότερα, μαζί με άλλα πρωτοπαλίκαρά του, ως εγκληματίας πολέμου στη Χάγη.

Ο ελληνικός τυχοδιωκτικός εθνικισμός πέτυχε, ωστόσο, τους στόχους του. Με τη συμπαράταξη της τεράστιας πλειοψηφίας των εγχώριων ΜΜΕ, της επίσημης Εκκλησίας και πολιτικών κομμάτων, κατάφερε να επιβάλει ένα κλίμα εθνικιστικού παραληρήματος στην υπόθεση του ονόματος της FYROM, με συλλαλητήρια και λαοσυνάξεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, που κατέστησε αδύνατο τον όποιο λογικό συμβιβασμό, αφήνοντας το θέμα να σέρνεται άλυτο 20 χρόνια μετά. Σε αυτή την υστερία θα ήταν ελάχιστοι εκείνοι που θα αντιτάσσονταν - κυρίως από την σκεπτόμενη Αριστερά της εποχής. Και γι’ αυτό θα πρέπει να θυμίσουμε π.χ. τα μέλη της Αντιπολεμικής Αντιεθνικιστικής Συσπείρωσης που είχαν συρθεί στα δικαστήρια για τις σχετικές απόψεις τους, καθώς και τη μαχητική αρθρογραφία του ιστορικού Φίλιππου Ηλιού που είχε τότε καίρια επισημάνει ότι ο ελληνικός «εθνικισμός είναι πιο επικίνδυνος από κάθε εξωτερικό κίνδυνο».

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας και γραμματέας Σύνταξης της «Νέας Εστίας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ