ΒΙΒΛΙΟ

«Καίτοι λιγνή κ’ ευκίνητη στο σώμα...»

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

«Ο κόσμος της Χριστίνας», ο γνωστός πίνακας που ο Αμερικανός Αντριου Γουάιεθ (Andrew Wyeth) φιλοτέχνησε το 1948.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΧΟΛΙΟ Σ' ΕΝΑ ΘΕΜΑ

Δ​​​​εν ήταν εύκολο ποσώς να σηκωθή / Καίτοι λιγνή κ’ ευκίνητη στο σώμα / Γιατί στο νου της είχε την παιδίσκη / Εκείνη που ’τρεχε στον κήπο της προχτές / Και την κρατούσε τώρα καθισμένη». Αυτοί είναι οι εισαγωγικοί στίχοι του ποιήματος «Γυναίκα (μεσήλιξ) καθήμενη», που ο Εμπειρίκος έγραψε τον Σεπτέμβριο του 1934 και περιλαμβάνεται στον τόμο των εκδόσεων Αγρα «1934 - Προϊστορία ή Καταγωγή» (επιμέλεια Γιώργη Γιατρομανωλάκη, σελ. 200, 2014).

Το ποίημα έχει αυτήν τη μοναδική δύναμη ενός στοιχειού (a haunting image, θα έλεγε ένας αγγλόφωνος αναγνώστης). Σε γραπώνει, σε συγκινεί, σε γαληνεύει, μα σε τρομάζει επίσης. Τόσο απλή όσο και σύνθετη στο βάθος της εικόνα, με τη «λιγνή κ’ ευκίνητη» γυναίκα, η οποία για κάποιο λόγο «Δεν ήταν εύκολο να σηκωθή», στίχος-λαϊτμοτίφ που ο Εμπειρίκος επαναλαμβάνει ρυθμικά, κατά την προσφιλή του συνήθεια.

Μια εικόνα που όμως δεν είναι στατική, αλλά θυμίζει μικρή ιστορία, αφήγηση-μπονσάι. Είναι σχεδόν ανάγλυφη, τρισδιάστατη: την έχεις μπροστά σου τη θηλυκή αυτή μορφή και παρακολουθείς κάθε της κίνηση, αυτές τις μάλλον αργές, διστακτικές κινήσεις μιας γυναίκας που, παραδομένη στον ρεμβασμό και στην αναπόληση («Δεν ήταν εύκολο λοιπόν να σηκωθή / Γιατί πολύ την γέμιζαν οι ρεμβασμοί / Με λέξεις και σκιρτήματα και μεταγγίσεις»), προσπαθεί να παγώσει τον χρόνο: το έξω μπερδεύεται με το μέσα, ενώ κάπου εκεί υπάρχει και η παιδίσκη («Δεν ήταν εύκολο λοιπόν να σηκωθή / Γιατί στο νου της είχε την παιδίσκη / Που την κρατούσε καθιστή μα κινουμένη»). Είναι η κόρη της; Είναι μια μάνα με το παιδί της σε μια στιγμή τρυφερότητας και ενατένισης όσων έφυγαν και όσων έλθουν; «Κι όλο βαθαίναν μέσα της οι παρωθήσεις / Με παρατάσεις κι αμφιταλαντεύσεις συνεχείς», γράφει ο ποιητής, για να μας οδηγήσει σε μια κορύφωση, την οποία η αλήθεια είναι ότι υποπτευόμασταν: «Δεν ήταν εύκολο λοιπόν να σηκωθή / Γιατί είχε φτάσει ρίγος εκ βαθέων / Κ’ ήταν αυτή η παιδίσκη κ’ η παιδίσκη αυτή / Για μια στιγμή καθώς οι στεναγμοί της εκπηδούσαν».

Ολοι οι χρόνοι συγκεντρωμένοι σε έναν, σε μια απειροελάχιστη στιγμή, σε μια χωροχρονική ιδιομορφία ή ανωμαλία, όπως θα έλεγε ένας φυσικός ή, αλλιώς, η αστραπιαία μεταφορά της απροσδιοριστίας του κβαντικού μικρόκοσμου στον βαρυτικό μακρόκοσμο των μεγάλων σωμάτων. Ο χρόνος παύει να είναι γραμμικός, δεν είναι ένα ευθύβολο τόξο, μα ένας χυμένος αφρός που κοχλάζει αέναα και οι εαυτοί μας συνυπάρχουν και επαναλαμβάνονται σε άπειρες διάφανες φούσκες, σαν είδωλα σε πολλαπλά κάτοπτρα. Η κβαντική ποίηση του Εμπειρίκου αναδύει αυτό το δέος της ύπαρξης: τι χάνεις, τι κερδίζεις, ανά πάσα στιγμή, ταυτόχρονα.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ