ΒΙΒΛΙΟ

Αποκρυπτογραφώντας το κενό

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΕΥΓΕΝΙΑ ΜΠΟΓΙΑΝΟΥ
Ακόμα φεύγει
εκδ. Πόλις

Τ​​ο «Ακόμα φεύγει» είναι ένα μυθιστόρημα απουσίας. Οχι μόνον γιατί ο κεντρικός του ήρωας παραμένει απ’ την αρχή ώς το τέλος αφανής. Αλλά γιατί καθώς προχωράμε τις σελίδες του και προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι έχει συμβεί, ποιο είναι το πρόβλημα, ποιο είναι το θέμα του, δεν τα καταφέρνουμε παρά μόνον φθάνοντας στο τέλος του βιβλίου. Το μεγαλύτερο μέρος του έργου στρέφεται γύρω από ένα κενό ― ή γύρω από κάτι τόσο έντεχνα κρυμμένο που μοιάζει κενό. Παρά ταύτα το πρόβλημα υπάρχει και η περιέργεια να το εντοπίσουμε, να το αποκρυπτογραφήσουμε, να το αλώσουμε, κρατάει την ανάγνωση σε εγρήγορση, την παρακινεί να συνεχίσει. Το πρώτο μυθιστόρημα της 47χρονης Ευγενίας Μπογιάνου είναι γραμμένο με τέχνη και μας υπενθυμίζει πως αν υποθέσουμε πως οι περισσότερες απ’ τις ανθρώπινες περιπέτειες έχουν ήδη ειπωθεί, το θέμα της λογοτεχνίας είναι να ξέρει πώς θα τις γράψει.

Ποιος είναι ο αφηγητής, ποιο είναι το πρόβλημα, ποιος είναι ο ένοχος, ποιο είναι το θύμα; Σταδιακά αρχίζουμε να το αντιλαμβανόμαστε. Ο νεαρός Γιώργος κατηγορήθηκε για ανάμειξη σε τρομοκρατική ενέργεια, δικάστηκε, απαλλάχθηκε λόγω αμφιβολιών κι έπειτα εξαφανίστηκε. Από την πεζογραφική σκηνή διαδοχικά περνούν ο πατέρας (που απ’ το πρώτο κεφάλαιο γνωρίζουμε πως είναι πεθαμένος), η μάνα, ο παππούς, ο εραστής της μάνας, ο παιδικός φίλος. Μέσα απ’ τους μονολόγους και τις εξιστορήσεις αρχίζουμε να ψυχανεμιζόμαστε ποιος είναι ποιος και τι έχει να πει γύρω από το διπλό μυστήριο της εξαφάνισης του Γιώργου και του θανάτου του πατέρα. Η πρόσκληση στον αναγνώστη ν’ αναμειχθεί ενεργά σ’ αυτό το διαρκές ρευστό που καίει μες στις ψυχές της οικογένειας του Γιώργου αποτελεί τη λογοτεχνική συμβολή της Ευγενίας Μπογιάνου. Τι πήγε στραβά, τι έφταιξε και ο νεαρός ενεπλάκη σε μια απεχθή, βίαιη υπόθεση κι ύστερα έφυγε; Η συγγραφέας πλάθει ανθρώπους μέσα σε καταστάσεις. Οι χαρακτήρες στους οποίους δίνει φωνή είναι μικρά ανθρωπάκια, φιγούρες ασήμαντες, μορφές τσακισμένες, άνθρωποι ανδρείκελα, άνθρωποι νάνοι, σε αδυναμία να συνάψουν στοιχειωδώς ομαλές σχέσεις. Αυτή η καταθλιπτική κατάσταση οδηγεί -υποθέτουμε- έναν νέο άνθρωπο στο φλερτ με τη βία. Και η ίδια απελπιστική συνθήκη τον οδηγεί, αφού αθωωθεί, στην εξαφάνισή του ποθώντας ίσως μια νέα καλύτερη ζωή. Αυτό τουλάχιστον ελπίζει η δύστυχη μάνα του καθώς, ύστερα από χρόνια, απλώς αντικρίζει την πλάτη του ν’ αγκαλιάζει ένα νέο κορίτσι ― όχι όμως  και  ο υποψιασμένος αναγνώστης που δεν βλέπει στην κίνηση αυτή παρά έναν νέο κύκλο παθών που ενδεχομένως μόλις αρχίζει.

Για την πεζογραφία λοιπόν, το θέμα είναι να ξέρει πώς να γράψει την ιστορία της ― όπως η Μπογιάνου. Για την αληθινή ζωή όμως; Εκτός πολλών άλλων, η λογοτεχνία αποτελεί μέσον κοινωνικής και εθνικής αυτογνωσίας. Το «Ακόμα φεύγει», όπως το πρόσφατο «Πολύ χιόνι μπροστά στο σπίτι» της Νίκης Αναστασέα, ασχολείται με την επίκαιρη περιπέτεια της τρομοκρατίας και το κουβάρι των οικογενειακών σχέσεων που ωθεί νέους ανθρώπους στα δίχτυα της. Και από τα δύο έργα ωστόσο λείπουν οι κοινωνικές ορίζουσες, οι συλλογικές αιτίες και οι δημόσιες αμαρτίες που οδηγούν νέα παιδιά στη βίαιη αυτοδικία. Πολύ συχνά, η σύγχρονη ελληνική πεζογραφία εμφανίζεται διστακτική στο να ανιχνεύσει τις αιτίες δεινών που ανήκουν στη δημόσια σφαίρα. Αυτό βέβαια δεν κάνει τα μυθιστορήματά της ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα. Αν θεωρήσουμε όμως πως η λογοτεχνία αποτελεί, αν το θελήσει, και έκφραση δημόσιας ηθικής ευθύνης και δέσμευσης, τι είναι δυνατόν να υποκρύπτουν η αδιαφορία, η αδυναμία ή η άρνησή της να αντικρίσει κατάματα, μαζί με τις ιδιωτικές παραμορφώσεις, και τις στρεβλές όψεις της σύγχρονης δημόσιας ζωής;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ