ΒΙΒΛΙΟ

Πεθαίνω σαν (σοβαροφανής) χώρα

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

Ο αγγλοτραφής συγγραφέας Ευγένιος Τριβιζάς βρίσκεται κοντά στη μακρά παράδοση του «νόνσενς», που ήκμασε στην αγγλόφωνη λογοτεχνία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Λίγο πριν από το Πάσχα η ομάδα μουσικού θεάτρου «Ραφή», που προσεγγίζει πρωτότυπα και αντισυμβατικά το λυρικό τραγούδι, κάλεσε Ελληνες και Ελληνίδες λογοτέχνες να διαβάσουν ποίηση και πρόζα ανάμεσα στα τραγούδια που θα παίζονταν επί τριήμερο στην εξωτικής ομορφιάς αίθουσα του Μουσείου Ισλαμικής Τέχνης, στον Κεραμεικό. Καθώς όμως το πρόγραμμα περιλάμβανε και μελοποιημένους στίχους του είδους «nonsense» -στα ελληνικά μεταγράφεται απλώς «νόνσενς»- οι συγγραφείς που τους έλαχε ο κλήρος να «συνομιλήσουν» με τα τραγούδια αυτά βρέθηκαν αντιμέτωποι με την απουσία, κατά βάση, τέτοιας λογοτεχνίας στα ελληνικά.

Ας θυμίσουμε στον αναγνώστη τι περίπου είναι η «νόνσενς», μολονότι ο όρος προσλαμβάνει ποικίλα περιεχόμενα στη διαχρονία: είναι η λογοτεχνία που χρησιμοποιεί με ακραίο, απρόσμενο, υπερβολικό τρόπο το νόημα. Παραδοξολογώντας, εκπλήσσοντας και διοχετεύοντας μια μάλλον πικρή αίσθηση του χιούμορ, δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη μουσικότητα, τη ρίμα, την παρήχηση, τον ρυθμό, εφόσον πρόκειται για ποίηση και στην ένταση των εικόνων και την οριακή χρήση των αρχών της λογικής, εφόσον πρόκειται για πρόζα. Διάσημοι παλαιότεροι και νεότεροι συγγραφείς «νόνσενς» είναι ο Εντουαρντ Ληρ, ο Λιούις Κάρολ, ο Σελ Σίλβερσταϊν, ο Γούντυ Αλεν αλλά και ο Ρώσος Δανιήλ Χαρμς.

Ισως μετά την απαρίθμηση αυτή να έγινε περισσότερο κατανοητό στον αναγνώστη πόσο απουσιάζουν παρόμοια παιγνιώδεις τόνοι από την ελληνική λογοτεχνία. Σήμερα, ο πιο κοντινός που μπορώ να φανταστώ σε αυτή την τέχνη είναι ο –καθόλου τυχαία άλλωστε αγγλοτραφής- Ευγένιος Τριβιζάς. Την ώρα όμως που γράφω αυτό το όνομα, βλέπω ήδη διάφορες σοβαροφανείς μύτες να σουφρώνουν. Μα είναι δυνατόν να συζητάμε σοβαρά περί λογοτεχνίας και να μπλέκουμε και το όνομα του Τριβιζά στη συζήτηση; Κάπου εκεί ή μάλλον: εκεί ακριβώς, χάνεται το παιχνίδι. Είναι γνωστό ότι ο Σεφέρης επιχείρησε να γράψει λίμερικς, ολιγόστιχα δηλαδή παιγνιώδη ποιήματα που κατεξοχήν αντιπροσωπεύουν το είδος νόνσενς. Ανεξάρτητα του πόσο υπήρξαν επιτυχημένα, είναι σίγουρα ενδιαφέρον το γεγονός ότι δημοσιεύτηκαν το πρώτον μετά θάνατον και παραμένουν στη σκιά.

Το μόνο πλαίσιο που θα άντεχε στην Ελλάδα, παλαιότερη και νεότερη, να δεξιωθεί φόρμες και περιεχόμενα νόνσενς είναι –αν εξαιρέσουμε βέβαια τη δημοτική ποίηση- αφενός η παιδική λογοτεχνία, αφετέρου ο ερωτομανής σουρεαλισμός. Αν πάρει ένας λογοτέχνης τέτοια ρίσκα, υποχρεούται να φορέσει τον καραγκιόζ-μπερντέ, για να παραφράσουμε Σαββόπουλο («Αχαρνείς»). Μας λέει κάτι αυτό για την εγχώρια κριτική;

Οπως και πολλά άλλα, έτσι και η λογοτεχνική κριτική ασκείται εδώ σε στενότητα χώρου, σε συνθήκες σύγχυσης αρμοδιοτήτων και ασφυκτικών εναγκαλισμών από άλλα είδη. Αντί να μας μεταφέρει την τέρψη ή την απέχθεια που προκαλούν συγκεκριμένα έργα στον αναγνώστη-κριτικό, υπηρετεί συχνά άλλους αφέντες, με δημοφιλέστερους ανάμεσά τους τη (δογματίζουσα) ιδεολογία και τη (σχολαστικίζουσα) φιλολογία.

Σημειώματα στεγνά από χυμούς σπεύδουν να μετρήσουν με ηθικό-ιδεολογικό υποδεκάμετρο σχολικού-κομματικού τύπου το κρινόμενο ανάγνωσμα. Αν ταχθούν υπέρ μιας τεχνικότερης προσέγγισης, το νεκροτομούν φιλολογικά, με περισπούδαστα, σπαρταριστά κάποτε αποτελέσματα. Εκεί λοιπόν που στερεύει η απόλαυση και το παιχνίδι γίνεται ανεκτό μόνον ως χυδαία σάτιρα, εκεί που τα είδη διαχωρίζονται αυστηρά σε «σοβαρά» και «παιδικά» ή «ελαφρά», εκεί ακριβώς ο συγγραφέας εξαναγκάζεται να πειθαρχήσει ή να σιωπήσει. Οι κριτικοί, ως φωνή του κοινού, έχουν τους συγγραφείς που τους αξίζουν.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ