ΘΕΑΤΡΟ

Η γεύση της καθημερινότητας

ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΥΜΠΑΡΔΗΣ
Μεγάλες γυναίκες
εκδ. Μεταίχμιο

Τ​​ι συμβαίνει στη νουβέλα του Γιώργου Συμπάρδη; Απροσδιόριστο. Ανοίγοντας την αφήγηση, ο συγγραφέα θέτει ένα σωρό ερωτήματα: Είναι ο Σταύρος, ο νεαρός γείτονας της Σοφίας, γιος του πατέρα Ιωάννη της ενορίας του Αγίου Παύλου ή η ομοιότητα είναι συμπτωματική ή ακόμα φαντασιοκοπία της Σοφίας; Πώς θα καταλήξει η άνιση μητρική σχέση ανάμεσα στον όμορφο εικοσάχρονο και στην ώριμη ζωντοχήρα; Ποιες κατηγορίες βαρύνουν τον Σταύρο και την παρέα του; Θα συλληφθούν απ’ την Αντιτρομοκρατική ή θα διαφύγουν; Κι ακόμα, είναι μήπως ο Σταύρος ταυτόχρονα προστατευόμενος και της συνεκκλησιαζόμενης χήρας Προμπονά;

Παρά τη θεματική ομοιότητα -σχέση νεότερων ανδρών με ώριμες γυναίκες-, η πεζογραφία του Γιώργου Συμπάρδη δεν μοιάζει ούτε με την «Κυρία Κούλα» του Μένη Κουμανταρέα ούτε με το «Μυστικό της Ελλης» του Θόδωρου Γρηγοριάδη. Διότι η δική του λογοτεχνία δεν σχεδιάζεται πάνω στα χνάρια της υπόθεσης, της πλοκής, του story. Εκείνο που ενδιαφέρει δεν είναι τι θα συμβεί στα πρόσωπα, πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, τι θα γίνει παρακάτω, αλλά η δημιουργία μιας αντίληψης για τους ανθρώπους, τον κόσμο και τον χρόνο, η δημιουργία μιας γεύσης, μιας εντύπωσης, μιας αίσθησης της καθημερινής ζωής. Και η καθημερινότητά δεν είναι συναρπαστική, ο χρόνος δεν είναι πυκνός, δεν συμβαίνουν πράγματα, η ζωή με άλλα λόγια δεν είναι μυθιστορηματική. Εχει τον τρόπο της, το ύφος της, τους ρυθμούς της, παίζοντας διαρκώς, βραχυκυκλώνοντας και διαψεύδοντας την ενδιάθετη τάση του νου να δημιουργεί πυκνώσεις, κορυφώσεις, ανατροπές και λύσεις. Η ζωή με άλλα λόγια είναι αντιαφηγηματική. Ο Συμπάρδης πλάθει έτσι το εξής παράδοξο. Φιλοτεχνεί ανθρώπους με καθαρά περιγράμματα και παρακολουθεί με ακρίβεια τις κινήσεις, τις σκέψεις και τις πράξεις τους. Από τη σαφήνεια όμως γεννιέται το απροσδιόριστο και από το χειροπιαστό προκύπτει το ασαφές.

Δεν συμβαίνει όντως τίποτε; Ακριβέστερο θα ήταν να λέγαμε πως συμβαίνει κάτι διαφορετικής τάξεως: ούτε γοητευτικά επεισόδια ούτε συναρπαστικές συμπτώσεις, αλλά ένα μυστήριο στο επίπεδο των σχέσεων, μια αναγνώριση συγγένειας, κάποιου είδους έλξη, κάποια προσδοκία εσωτερικής συνάντησης ― αλλ’ ώς εκεί.

Είτε μυθιστόρημα είτε νουβέλα, η λογοτεχνία του Γιώργου Συμπάρδη μοιάζει με «φέτα ζωής», εμφανίζεται ως «tranche de vie», που σύμφωνα με τον ορισμό του J.A. Cuddon «παρουσιάζει τη ζωή “στη φυσική της κατάσταση”, ανόθευτη, γήινη, τεκμηριωμένη και χωρίς καλλιτεχνική επεξεργασία». Το χωρίς καλλιτεχνική επεξεργασία είναι βέβαια φαινομενικό, και από το παλαιό ρεύμα του νατουραλισμού απ’ όπου και ο ορισμός, ο πεζογράφος υιοθετεί την εμμονή στη γήινη, ανόθευτη, φυσική κατάσταση ― χωρίς ούτε να συμμερίζεται τον επίμονο πεσιμισμό του ρεύματος για τα ελαττώματα και τις αδυναμίες των ανθρώπων ούτε βέβαια κάποια θεωρία του περιβάλλοντος ή της κληρονομικότητας ως υπεύθυνων για όσα μας συμβαίνουν. Το αντίθετο μάλιστα, καθώς το κείμενο δείχνει να πρεσβεύει πως η ζωή δεν συνοψίζεται, αλλά συνιστά όλον. Είναι. Και βάσει της αρχής της ομοιοστασίας, ό,τι ισχύει για το όλον ισχύει και για το μέρος. Οπως δηλαδή τη ζωή, έτσι και τη «φέτα ζωής» δεν μπορούμε να τη συμπτύξουμε, ν’ απομονώσουμε τις τάσεις της, να καταλάβουμε τον προσανατολισμό της. Η «αδυναμία» αυτή οφείλεται στη συγγραφική βούληση, στην έντεχνη αφήγηση, στο ιδιοφυές ύφος. Ως «φέτα ζωής» η λογοτεχνία  «Είναι». Πέρα επομένως απ’ την ατμόσφαιρα, τους χαρακτήρες και τις θεματικές, πέρα από τους χώρους, τη σκηνοθεσία και  τις  τεχνικές  της,  στέκεται και αυτή αμιγής, ατόφια, ολόκληρη, πρόσφορη στην  ευαισθησία,  στην επινοητικότητα και στη φαντασία μας, προσθέτοντας στο μυστήριο της ζωής το καλλιτεχνικό αίνιγμά της.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ