ΕΛΛΑΔΑ

Ο Σπύρος Μαρκεζίνης στη Μόσχα

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΠΑΝΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΣ*

Οι προτάσεις του Σπύρου Μαρκεζίνη εντάσσονταν στην ευρύτερη προσπάθειά του να προσφέρει μια εναλλακτική προς την ΕΡΕ πολιτική στον ελληνικό αστικό χώρο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Προς τα μέσα του 1953, επί κυβερνήσεως Ελληνικού Συναγερμού, οι σχέσεις της Ελλάδας με τις ανατολικές χώρες έδειχναν να εξομαλύνονται. Το 1953-54 συνήφθησαν μεγάλες εμπορικές συμφωνίες, πρώτα με την Πολωνία, και κατόπιν με τις βαλκανικές χώρες –πλην της Ρουμανίας και της Αλβανίας– και με την Ανατολική Γερμανία. Τον Σεπτέμβριο του 1953 η Μόσχα απέστειλε πρεσβευτή στην Αθήνα και τον Μάιο του 1954 αποκαταστάθηκαν οι διπλωματικές σχέσεις με τη Σόφια. Αυτό το «ανατολικό άνοιγμα» αντικατόπτριζε τις προσωπικές αντιλήψεις του Σπύρου Μαρκεζίνη, υπουργού Συντονισμού στην κυβέρνηση Αλ. Παπάγου έως την άνοιξη του 1954, σχετικά με τη φύση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Στην τρίτομη «Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδος», ο ίδιος αναφέρει ότι, ως υπουργός Συντονισμού, σχεδίαζε να πραγματοποιήσει επίσκεψη στη Μόσχα, που θα συνέβαλλε στην «οριστική κατοχύρωση της εσωτερικής ειρήνης και στην ενίσχυση της διεθνούς θέσεως της Ελλάδος». Ωστόσο, συνεχίζει, ο Παπάγος διαφώνησε με το ταξίδι εκείνο, αδυνατώντας να υπερβεί το παρελθόν του Εμφυλίου Πολέμου και να υιοθετήσει τελικά την πολιτική της λήθης που προωθούσε ο Μαρκεζίνης.

Διεθνείς πυρηνικοί ανταγωνισμοί αλλά και... επιθέσεις Φιλίας και Συνεργασίας

Η εκτόξευση του Σπούτνικ, τον Οκτώβριο του 1957, άλλαξε τα δεδομένα της παγκόσμιας ασφάλειας. Καθώς η ΕΣΣΔ κατείχε πλέον τεχνολογία κατασκευής διηπειρωτικού πυραύλου, το αμερικανικό έδαφος έπαυε να είναι άτρωτο και οι ΗΠΑ εισέρχονταν σε μία νέα περίοδο ανασφάλειας. Η αντίδραση του ΝΑΤΟ υπήρξε διπλή: αφ’ ενός ελήφθη απόφαση για εγκατάσταση αμερικανικών πυραύλων μέσου βεληνεκούς (Intermediate-Range Ballistic Missiles - IRBM) στην Ευρώπη και, αφ’ ετέρου, δόθηκε έμφαση στις δυνάμεις «ασπίδας» (shield forces) που θα υπερασπίζονταν την «πρώτη γραμμή» του ΝΑΤΟ, τόσο με συμβατικά όσο και με τακτικά πυρηνικά όπλα σε πιθανή επιθετική κίνηση του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Οι σχετικές αποφάσεις λήφθηκαν κατά τη διάρκεια της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στο Παρίσι, τον Δεκέμβριο του 1957.

Στην άλλη πλευρά, από το 1957 έως το 1963 η Σοβιετική Ενωση και οι σύμμαχοί της επιχείρησαν «επιθέσεις φιλίας» που περιελάμβαναν τη δημιουργία αποπυρηνικοποιημένων ζωνών στην Ευρώπη, κάτι που προσελήφθη από τις δυτικές κυβερνήσεις ως απόπειρα να υπονομευθεί η συνοχή της Δύσης και να ανασταλεί το νέο νατοϊκό αμυντικό δόγμα. Στις 10 Σεπτεμβρίου του 1957 ο πρωθυπουργός της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ρουμανίας, Χίβου Στόικα, είχε απευθύνει επιστολές στις κυβερνήσεις της Γιουγκοσλαβίας, της Βουλγαρίας, της Τουρκίας και της Ελλάδας προτείνοντας τη σύναψη περιφερειακού συμφώνου Φιλίας,

Συνεργασίας και μη Επίθεσης· αναφορά γινόταν και σε πιθανή αποπυρηνικοποίηση των Βαλκανίων. Ο Ελληνας πρωθυπουργός, Κωνσταντίνος Καραμανλής, απάντησε ότι συμμεριζόταν την ανάγκη για διατήρηση της παγκόσμιας ειρήνης, αλλά τέτοιο σύμφωνο δεν ήταν δυνατόν να συναφθεί πριν διευθετηθούν τα εκκρεμή ζητήματα μεταξύ της Ελλάδας και των βαλκανικών κρατών. Ο Καραμανλής αντιμετώπιζε τις σοβιετικές επιθέσεις φιλίας ως ένα σχέδιο απομόνωσης της Ελλάδας από τους δυτικούς συμμάχους της και τις απέρριπτε. Εως τα μέσα του 1959, η ελληνική κυβέρνηση απέφυγε να δεχθεί αμερικανικούς IRBM στο έδαφός της, αλλά αποδέχθηκε το νέο νατοϊκό δόγμα για την ενσωμάτωση τακτικών πυρηνικών όπλων στις ένοπλες δυνάμεις της, και παρέμεινε δύσπιστη σε πρωτοβουλίες για την αποπυρηνικοποίηση της περιοχής.

Εκτός της κυβερνητικής γραμμής, κινούνταν δύο άλλοι αστοί πολιτικοί, οι Σπύρος Μαρκεζίνης –τώρα πλέον αρχηγός του Κόμματος των Προοδευτικών– και Σοφοκλής Βενιζέλος, που έβλεπαν τις προσπάθειες της Σοβιετικής Ενωσης για ειρήνη όχι ως ύποπτες, αλλά και ως μέσο για την υπέρβαση της πόλωσης στο εσωτερικό ελληνικό πολιτικό σκηνικό, που κατά τη γνώμη τους εξυπηρετούσε πρώτιστα την ΕΡΕ. Ο Μαρκεζίνης μάλιστα θεωρούσε ότι η ΕΣΣΔ είχε δώσει έμφαση στη μετάβαση από τον στρατιωτικό ανταγωνισμό στον οικονομικό.

Παρέμβαση για «Απύραυλο Βαλκανική»

Τον Απρίλιο του 1959 ο Μαρκεζίνης ανέλαβε μια εντυπωσιακή πρωτοβουλία, επισκεπτόμενος τη Μόσχα. Στις 25 Απριλίου συνομίλησε με τον Αναστάς Μικογιάν και την επομένη με τον Νικίτα Χρουστσόφ. Κεντρικό ζήτημα των συνομιλιών υπήρξε η συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ και η πρόταση των Αμερικανών για των εγκατάσταση των IRBM στην Ελλάδα, ενέργεια που η ΕΣΣΔ θα θεωρούσε ως στρεφόμενη εναντίον της. Χρουστσόφ και Μικογιάν ζήτησαν από την Ελλάδα να μην αποδεχθεί τους πυραύλους, ειδάλλως –κατά την έκφραση του τελευταίου– «η κυβέρνησίς σας θα πρέπει να γνωρίζει ότι αποδεχομένη τας βάσεις πυραύλων προσχωρεί εις την ζούγκλαν του πυρηνικού πολέμου». Ο Χρουστσόφ μάλιστα υποστήριξε ότι «εάν επιτεθούν εναντίον μας από πολεμικάς βάσεις, αι οποίαι θα είναι εγκατεστημέναι εις το ιδικόν σας έδαφος, ημείς θα σας εκμηδενίσωμεν με πυραύλους». Οι Σοβιετικοί ηγέτες παρουσίασαν ένα σχέδιο, σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα δεν θα εγκαθιστούσε τους IRBM, ενώ η ΕΣΣΔ θα εγγυάτο την ακεραιότητα της χώρας και θα δεσμευόταν για μη εγκατάσταση ανάλογων πυραύλων στη Βαλκανική. Από την πλευρά του, ο Μαρκεζίνης υπογράμμισε ότι η προσχώρηση της Ελλάδας στη δυτική συμμαχία είχε καθαρά αμυντικό χαρακτήρα.

Επιστρέφοντας από τη Μόσχα, ο Μαρκεζίνης δημοσίευσε μία σειρά τριών άρθρων στην εφημερίδα «Εστία», στα οποία υποστήριζε μια νέα πρόταση για την ελληνική εξωτερική πολιτική, με σκοπό τη δημιουργία κλίματος ύφεσης. Τόνιζε την ανάγκη αναπροσαρμογής της ελληνικής πολιτικής, η οποία θα έπρεπε μεν, κατά τη γνώμη του, να χαράσσεται στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, αλλά να είναι σαφώς αμυντική και να μην αφήνει την παραμικρή εντύπωση για επιθετικές προθέσεις έναντι της ΕΣΣΔ. Η Ελλάδα θα έπρεπε να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες στα διεθνή ζητήματα και «να μην εκλέγει απλώς τον προστάτη της». Κατά τον Μαρκεζίνη, ήταν υπερβολικοί οι φόβοι περί της κομμουνιστικής απειλής, με τη μορφή είτε της εξωτερικής επίθεσης, είτε της επικράτησης του κομμουνισμού μέσω της εσωτερικής διάβρωσης. Επιπλέον, ο αρχηγός των Προοδευτικών υποστήριξε την αύξηση των εμπορικών ανταλλαγών με τον ανατολικό συνασπισμό, ως ένα από τα πεδία στα οποία μια πολιτική ύφεσης θα ωφελούσε την Ελλάδα.

Σε ένα από τα άρθρα του τόνιζε την ανάγκη να δημιουργηθεί «η Απύραυλος ζώνη των Βαλκανίων». Επρόκειτο για ένα σχέδιο που θα απαιτούσε τη συμφωνία με τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία και την Αλβανία, για μη εγκατάσταση «βάσεων πυραύλων» στο έδαφός τους και την αποδοχή ελέγχου για εφαρμογή των συμφωνηθέντων. Εγγυήτριες αυτής της συμφωνίας θα ήταν οι ΗΠΑ και ΕΣΣΔ. Το σχέδιο δεν θα απαιτούσε την αλλαγή του βασικού προσανατολισμού των εμπλεκόμενων χωρών, δηλαδή τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ και το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. Η Απύραυλος Βαλκανική θα οδηγούσε, κατά τον Μαρκεζίνη, σε πλήρη αποκατάσταση των σχέσεων με την ΕΣΣΔ και στη βελτίωση των σχέσεων με τις βαλκανικές χώρες, θα εκμαίευε την εγγύηση της εδαφικής ακεραιότητας της Ελλάδας εκ μέρους των Σοβιετικών και θα είχε θετικές οικονομικές επιπτώσεις.

Θα μπορούσε, επίσης, να λειτουργήσει ως προηγούμενο για τη δημιουργία ανάλογων ζωνών στη Σκανδιναβία και την Κεντρική Ευρώπη. Ο Μαρκεζίνης διέβλεπε μία νέα περίοδο ύφεσης, από την οποία η Ελλάδα έπρεπε να επωφεληθεί, ανταποκρινόμενη στα ανοίγματα της ΕΣΣΔ και αναπτύσσοντας πολυεπίπεδες επαφές.

Διατύπωση μιας εναλλακτικής προς την ΕΡΕ πολιτικής

Οι απόψεις του Μαρκεζίνη ήταν πράγματι προωθημένες, αλλά και εναρμονισμένες με το ευρύτερο διεθνές κλίμα του 1959, οπότε σε Δύση και Ανατολή ανεζητείτο η «ύφεση» και η μείωση των εντάσεων του Ψυχρού Πολέμου. Η επίσκεψή του στη Σοβιετική Ενωση και η αρθρογραφία του, το 1959, αποσκοπούσαν στη συγκρότηση μιας νέας πρότασης (αυτό που ονόμαζε «τρίτη πολιτική») για τις εξωτερικές σχέσεις της Ελλάδας.

Ο Μαρκεζίνης αποδεχόταν πλήρως τη συμμετοχή στο ΝΑΤΟ, αλλά διαφοροποιούνταν από την ΕΡΕ και το Κέντρο, ζητώντας την ανάληψη ενεργότερου ρόλου από την Ελλάδα στο διεθνές πεδίο. Διαφωνούσε με τις αντι-νατοϊκές θέσεις της ΕΔΑ, συντασσόταν όμως με το αίτημα για στενότερη συνεργασία με την ΕΣΣΔ και ζητούσε διαπραγματεύσεις με την τελευταία για την εγγύηση της ελληνικής ασφάλειας. Με άλλα λόγια, οι προτάσεις του εντάσσονταν στην ευρύτερη προσπάθειά του να προσφέρει μια εναλλακτική προς την ΕΡΕ πολιτική στον ελληνικό αστικό χώρο.

Ο σχεδιασμός του, όμως, αν και συνοδεύθηκε από την εντυπωσιακή του επίσκεψη στη Σοβιετική Ενωση, δεν απέφερε αποτελέσματα. Εχοντας μεγάλη πίστη στις πνευματικές του δυνάμεις, ο Μαρκεζίνης θεωρούσε ότι ήταν σε θέση να επηρεάζει όλες τις σημαντικές αποφάσεις προς όφελος της Ελλάδας, ακόμα κι αν συνομιλούσε με υπερδυνάμεις. Η δημιουργία της «Απυραύλου Βαλκανικής» ήταν μάλλον απίθανη, και οι Δυτικοί δεν φαίνονταν διατεθειμένοι να προωθήσουν σχέδια αποπυρηνικοποιημένων ζωνών. Αλλωστε, η δημιουργία τους, ειδικά στην Κεντρική Ευρώπη, θα απομάκρυνε από το σκηνικό τα πυρηνικά όπλα (δηλαδή το κύριο αποτρεπτικό όπλο της Δύσης), θα άφηνε κυρίαρχες επί του πεδίου τις μεγάλες συμβατικές στρατιωτικές δυνάμεις του Συμφώνου της Βαρσοβίας και έτσι θα προκαλούσε μια σοβαρή αλλαγή του συσχετισμού των στρατιωτικών δυνάμεων προς όφελος της Μόσχας. Επομένως, παρά την αναζήτηση της ύφεσης, η Δύση δεν είχε κανένα κίνητρο για να δεχτεί τέτοια σχέδια.

* Ο κ. Αναστάσιος Πανουτσόπουλος έχει ολοκληρώσει μεταπτυχιακές σπουδές στη Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ