ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Νίκη και ήττα, Ιστορία

H ένταξη της Ελλάδας στο πλευρό του δυτικού κόσμου κατά τα πρώτα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου καθόρισε την ιστορική της πορεία, διαμορφώνοντας το θεσμικό, κοινωνικό, πολιτισμικό και αξιακό πλέγμα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της χώρας για σχεδόν τέσσερις δεκαετίες. Ο δυτικός προσανατολισμός της Ελλάδας δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα μιας αυτόνομης επιλογής της πολιτικής ηγεσίας, καθώς επενήργησαν και οι ξεχωριστές συνθήκες του Εμφυλίου Πολέμου και της αποφασιστικής επέμβασης της Βρετανίας και των ΗΠΑ σε αυτόν. Εν τούτοις, δεν μπορεί να παραβλεφθεί το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής πολιτικής και πνευματικής ελίτ είχε ταχθεί στο πλευρό του καπιταλιστικού στρατοπέδου και της φιλελεύθερης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (ιδεολογικά ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1930), ανεξάρτητα από την τελική έκβαση της εμφύλιας σύγκρουσης.

Η ήττα των κομμουνιστικών δυνάμεων στον Εμφύλιο Πόλεμο είχε ως αποτέλεσμα την επικράτηση ενός πλέγματος εξουσίας ταγμένου αναφανδόν στον δυτικό τρόπο ζωής και στην τελική νίκη της Δύσης, με έντονα αντικομμουνιστικά χαρακτηριστικά. Κύριο γνώρισμα των ελληνικών κυβερνήσεων της περιόδου, με εξαίρεση τις κυβερνήσεις της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1967-1974), ήταν η πολιτική στόχευση της ολοένα και μεγαλύτερης ενσωμάτωσης στους δυτικούς θεσμούς.

Η ένταξη στους δυτικούς θεσμούς

Η αρχή έγινε από τις κεντρώες κυβερνήσεις των πρώτων μετεμφυλιακών ετών, με την αποφασιστικής σημασίας για την άμυνα της χώρας ένταξη στο ΝΑΤΟ, ύστερα από επίπονες διπλωματικές προσπάθειες και διεργασίες, τον Φεβρουάριο του 1952. Η συμμετοχή της Ελλάδας στον μεγαλύτερο πολυμερή αμυντικό οργανισμό της Δύσης, ικανό να διεξάγει πόλεμο σε όλα τα επίπεδα με τον κομμουνιστικό κόσμο (από το 1955 ενάντια στο θεσμοποιημένο πλέον αντίπαλο δέος του Συμφώνου της Βαρσοβίας), πρόσδενε τελεσίδικα τη χώρα στο πλευρό του καπιταλιστικού στρατοπέδου. Η πράξη αυτή, πέραν των συμβολισμών περί του διεθνούς προσανατολισμού της χώρας που ενείχε, ήταν καίριας σημασίας για την ίδια την επιβίωση του ελληνικού κράτους. Η ύπαρξη στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας μιας πυκνής «μάζας» κομμουνιστικών κρατών που έφτανε μέχρι τη Βαλτική θάλασσα καθιστούσε παράλογη οποιαδήποτε σκέψη περί αμυντικής αυτάρκειας της χώρας. Στον γεωγραφικό παράγοντα έπρεπε να συνυπολογιστεί και η παρουσία κομμουνιστικών κρατών, όπως η Γιουγκοσλαβία και η Βουλγαρία, με τα οποία η Ελλάδα είχε ιστορικές αντιπαλότητες που συνήθως έπαιρναν τη μορφή είτε της επιβουλής των ελληνικών μακεδονικών εδαφών ή, στην περίπτωση της Βουλγαρίας, της εξόδου στο Αιγαίο. Συνεπώς, μέσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον στο οποίο οι αποφασιστικοί διεθνείς δρώντες, για πρώτη φορά έπειτα από αιώνες, δεν ήταν οι «παραδοσιακές» ευρωπαϊκές δυνάμεις, η Ελλάδα χρειαζόταν όχι απλώς τη χάραξη και την υιοθέτηση μιας πολιτικής περιφερειακών συμμαχιών, αλλά και την πρόσδεση στον μόνο παράγοντα που μπορούσε να διασφαλίσει την ύπαρξή της: τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και το ατομικό/πυρηνικό της οπλοστάσιο, που αναπτυσσόταν ραγδαία ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1950.

Υπό αυτό το πρίσμα, είναι δυνατό να ιδωθεί και η επόμενη κίνηση της ελληνικής διπλωματίας, πάντα μέσα στο πλαίσιο του διακηρυγμένου στόχου της ενσωμάτωσης στους δυτικούς θεσμούς. Τον Οκτώβριο του 1953 η κυβέρνηση του Αλέξανδρου Παπάγου υπέγραψε διμερή συμφωνία με τις ΗΠΑ για την εγκατάσταση αμερικανικών βάσεων στο ελληνικό έδαφος. Αναφορικά με τους ελληνικούς στόχους, η εγκατάσταση αμερικανικών βάσεων στο ελληνικό έδαφος θα αποτελούσε άλλον έναν μείζονα αποτρεπτικό παράγοντα ως προς το ενδεχόμενο ανάληψης κομμουνιστικής στρατιωτικής πρωτοβουλίας. Επιπλέον, στο πλαίσιο της δυτικής συμμαχίας η συμφωνία αυτή εντασσόταν στα αμερικανικά στρατηγικά σχέδια για τη συγκρότηση της δυτικής «αμυντικής περιμέτρου» στην περιφέρεια της Σοβιετικής Ένωσης.

Ανάλογη πολιτική, ως προς τους στόχους και την ευρύτερη θέση της χώρας στον Ψυχρό Πόλεμο, ακολούθησαν και οι κυβερνήσεις Καραμανλή της περιόδου 1955-1963, με την προσπάθεια όμως για την επιτέλεση ενός «ποιοτικότερου» άλματος: τη συμμετοχή της Ελλάδας στις διεργασίες για την ευρωπαϊκή ενοποίηση που σημειώνονταν αυτήν ακριβώς την περίοδο, με αποκορύφωμα την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας το 1957. Το ζήτημα της ένταξης της χώρας στους καινοφανείς υπερεθνικούς θεσμούς της ευρωπαϊκής ενοποίησης δεν αφορούσε μόνο στον «σκληρό πυρήνα» της άμυνας και της ασφάλειας, αλλά ενείχε έντονες προεκτάσεις και στα πεδία της οικονομίας, της κοινωνικής οργάνωσης και της ιδεολογίας. Οι αντιλήψεις που εξέφραζαν οι κυβερνήσεις Καραμανλή είχαν σε μεγάλο βαθμό βασιστεί σε απόψεις σημαντικών Ελλήνων ευρωπαϊστών, μελών της πνευματικής και πολιτικής ζωής του τόπου, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Βασική ήταν η πεποίθηση ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση δεν ήταν μια καιροσκοπική ή αναγκαστική επιλογή, αλλά μια ιστορική αναγκαιότητα του 20ού αιώνα. Αυτή η Ευρώπη βασιζόταν ή έπρεπε να βασιστεί σε συγκεκριμένα ιδανικά, που αποτελούσαν βασική παρακαταθήκη της ιστορίας του ευρωπαϊκού πνεύματος και πολιτισμού: πολιτική και κοινωνική ελευθερία, κοινοβουλευτική δημοκρατία, ελεύθερη οικονομία (με ρυθμιστικό ρόλο της κρατικής εξουσίας), σεβασμός στην προσωπικότητα, καταδίκη της βίας, αντίσταση στην τυραννία και γενικότερα όλα εκείνα τα ανθρωπιστικά ιδεώδη που είχε αναδείξει ο ευρωπαϊκός πολιτισμός από την αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Γι’ αυτό και οι ελληνικές κυβερνήσεις, ιδίως των περιόδων 1955-63 και 1974-81, θεωρούσαν την οικονομική ενοποίηση ατελή και προσέβλεπαν διαρκώς στον τελικό σκοπό της πολιτικής ενοποίησης.

Η ευόδωση των αντιλήψεων αυτών στο πεδίο της πρακτικής πολιτικής πήρε τη μορφή της Σύνδεσης της Ελλάδας με την ΕΟΚ το 1961, καθώς η ελληνική οικονομία δεν θεωρούνταν ακόμη έτοιμη να ενταχθεί πλήρως στον σκληρό πυρήνα της Κοινότητας. Παρ’ όλα αυτά το πρώτο και αποφασιστικό βήμα είχε γίνει και είναι πιθανό να είχε πραγματοποιηθεί πιο σύντομα αν τα εμπόδια που έθετε ο μη ομαλός πολιτικός βίος του τόπου δεν το είχαν αφήσει μετέωρο. Πρέπει σε αυτό το σημείο να υπογραμμιστεί ότι ο δυτικός προσανατολισμός της Ελλάδας παρέμεινε αταλάντευτος, παρά τις τεράστιες αμφισβητήσεις και επικρίσεις που δέχθηκε η δυτική συμμαχία από μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου και της ελληνικής κοινωνίας λόγω της έξαρσης του Κυπριακού ζητήματος την περίοδο 1954-1959· αμφισβητήσεις που στις ακραίες εκφάνσεις τους καλούσαν για την έξοδο της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ και την υιοθέτηση μιας «ουδέτερης» πολιτικής απέναντι στον καπιταλιστικό και τον κομμουνιστικό κόσμο.

Οι κεντρώες κυβερνήσεις της περιόδου 1963-67 διακατέχονταν από ανάλογες αντιλήψεις με αυτές των προκατόχων τους, γι’ αυτό και δεν αμφισβήτησαν τον δυτικό προσανατολισμό της χώρας, παρά τη νέα έξαρση του Κυπριακού ζητήματος από το 1963 και έπειτα, που μονοπώλησε την εξωτερική πολιτική της χώρας. Κατά την περίοδο αυτή, έμφαση δόθηκε στις διμερείς σχέσεις με τις ΗΠΑ ως μέσο επίλυσης του Κυπριακού αλλά και ως καίριο παράγοντα επιρροής στις εκρηκτικές εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις στα μέσα της δεκαετίας του 1960. Πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι το ασταθές εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, ιδίως από το καλοκαίρι του 1965 και μετά, κατέστησε δύσκολη, έως αδύνατη, την πραγμάτωση μιας σταθερής εξωτερικής πολιτικής βασισμένης σε μακροπρόθεσμες αρχές και στόχους.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας των συνταγματαρχών (1967-1974) οι γεωπολιτικές/γεωστρατηγικές συνιστώσες του Ψυχρού Πολέμου καθώς και τα μικροπολιτικά συμφέροντα κυριάρχησαν εις βάρος των ιδεολογικών. Κύριο κίνητρο πίσω από την καλλιέργεια των ελληνοαμερικανικών σχέσεων ήταν περισσότερο η παραμονή των συνταγματαρχών στην εξουσία παρά το εθνικό συμφέρον. Σε αυτό το πλαίσιο, τα κίνητρα αυτά συμβάδισαν, συγκυριακά, με τον ακραίο ρεαλισμό (έως κυνισμό) της αμερικανικής κυβέρνησης Νίξον και του συμβούλου εθνικής ασφάλειας Χένρι Κίσινγκερ, ο οποίος, με την απολυτοποίηση της έννοιας της ισχύος και του εθνικού συμφέροντος, παρέβλεπε τις καίριες ιδεολογικές προεκτάσεις του ψυχροπολεμικού φαινομένου. Πάντως, αυτή η σύμπτωση συμφερόντων της ελληνικής με την αμερικανική πλευρά διατήρησε τη συνέχεια του βασικού προσανατολισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και τη διατήρηση των σχέσεων με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Από την άλλη μεριά, η θέση της Ελλάδας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς υπονομεύτηκε («πάγωμα» της Σύνδεσης με την ΕΟΚ το 1967 και αποχώρηση από το Συμβούλιο της Ευρώπης το 1969) εξαιτίας του βάρους που έδιναν οι Ευρωπαίοι εταίροι στην καταπάτηση θεμελιωδών ευρωπαϊκών αξιών από την πλευρά της ελληνικής δικτατορίας. Επιπλέον, η εντεινόμενη απομόνωση της δικτατορικής Ελλάδας στο πλαίσιο της Δύσης και η άφρων μονομερής πρωτοβουλία του πραξικοπήματος εναντίον του Μακαρίου το 1974 έφεραν τη χώρα να αντιμετωπίσει μόνη την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, με αποτελέσματα καταστροφικά.

Η προσαρμογή της πολιτικής
μετά τη Μεταπολίτευση


Η εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1974, το ισχυρό ενδεχόμενο ενός ελληνοτουρκικού πολέμου και η αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα άλλαξαν δραματικά τα δεδομένα. Η κύρια μεταβολή είχε να κάνει με τον πυρήνα της εθνικής ασφάλειας, καθώς ο κύριος κίνδυνος εντοπιζόταν πλέον στη σύμμαχο Τουρκία, στα ανατολικά σύνορα της χώρας, και όχι στον από «Βορράν κίνδυνο» των κομμουνιστικών κρατών. Η «αναγκαστική» έξοδος της Ελλάδας από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ λόγω της πικρίας απέναντι στην αδράνεια των Δυτικών συμμάχων, οι οποίοι φάνηκαν απρόθυμοι να αποτρέψουν την τουρκική εισβολή, καταδείκνυε με τον εναργέστερο τρόπο τα διλήμματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Οι κυβερνήσεις Καραμανλή, υπό το βάρος της λαϊκής αγανάκτησης και του έντονου αντιαμερικανισμού που διαπερνούσε μεγάλο πλέον μέρος της ελληνικής κοινωνίας, βρέθηκαν μπροστά σε νέα διλήμματα ως προς τον ίδιο τον διεθνή προσανατολισμό της χώρας. Ωστόσο, η ελληνική πολιτική ηγεσία της περιόδου 1974-1981, απαρέγκλιτα προσηλωμένη στη Δύση, δεν μετέβαλε ουσιαστικά την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας παρά μόνο σε επίπεδο έμφασης: οι σχέσεις με τις ΗΠΑ δεν απολάμβαναν πλέον την ένταση και την πρωτοκαθεδρία της προδικτατορικής περιόδου, ενώ το αντίβαρο αναζητήθηκε στην ένταξη της χώρας στον σκληρό πυρήνα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η οποία και πραγματώθηκε το 1981. Ταυτόχρονα, επιχειρήθηκε για πρώτη φορά ένα τολμηρό άνοιγμα προς τον κομμουνιστικό κόσμο, αδιανόητο τα προηγούμενα χρόνια, με αποκορύφωμα τις επισκέψεις του πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή στη Μόσχα και στο Πεκίνο στα τέλη του 1979. Η «ποιοτική» αυτή αναπροσαρμογή της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής -πιο ευέλικτη, αλλά χωρίς να παρεκκλίνει στο ελάχιστο από τον κύριο στόχο της ενσωμάτωσης στον δυτικό κόσμο- ήταν δυνατή εξαιτίας της αλλαγής του διεθνούς πλαισίου, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, και της επικράτησης κλίματος «ύφεσης» μεταξύ πρωτίστως των δύο υπερδυνάμεων και δευτερευόντως ανάμεσα στα κράτη της Ανατολικής και της Δυτικής Ευρώπης.

Οι κυβερνήσεις του Ανδρέα Παπανδρέου της περιόδου 1981-1989 αποτέλεσαν, εκ πρώτης όψεως, μια ρήξη ως προς τη συνέχεια της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Ο Παπανδρέου, θιασώτης μιας νεο-μαρξιστικής ανάλυσης και ερμηνείας της διεθνούς ζωής, με πυρήνα την εξουσιαστική σχέση και απόλυτη εξάρτηση της περιφέρειας από τη μητρόπολη (δηλαδή της Ελλάδας από τις ΗΠΑ), πρέσβευε, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, τη ριζική ανατροπή του διεθνούς προσανατολισμού της χώρας: έξοδος από το ΝΑΤΟ, απόσυρση του αιτήματος για ένταξη στην ΕΟΚ, ακύρωση των διμερών συμφωνιών για τις αμερικανικές βάσεις στο ελληνικό έδαφος, υιοθέτηση «ουδέτερης» πολιτικής και σύσφιξη των σχέσεων με τον λεγόμενο Τρίτο Κόσμο, ιδίως με τα αραβικά κράτη. Ο ριζοσπαστικός δημόσιος λόγος του Παπανδρέου και η ανάρρησή του στην πρωθυπουργία στα τέλη του 1981 δημιούργησαν έντονες ανησυχίες στο εξωτερικό και το εσωτερικό. Παρ’ όλα αυτά, η πραγματικότητα των διεθνών σχέσεων αποδείχθηκε αδήριτη και για τον Παπανδρέου, ο οποίος μάλιστα εμφανίστηκε αρκετά ρεαλιστής, ιδίως στα ευρύτερα, «υπαρξιακά» ζητήματα που αφορούσαν τη χώρα: η Ελλάδα παρέμεινε στο ΝΑΤΟ, οι σχέσεις με τις ΗΠΑ και τον δυτικό κόσμο δεν άλλαξαν στην ουσία τους, παρά μόνο σε επίπεδο ρητορικής και εντυπώσεων, ενώ ομαλή, σε γενικές γραμμές, ήταν και η πορεία της χώρας εντός της ΕΟΚ. Το καλοκαίρι του 1983 -εποχή κατά την οποία οριστικοποιήθηκε η ένταξη στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, με την αποδοχή του νέου μνημονίου μαζί τους, και υπογράφηκε η νέα ελληνοαμερικανική συμφωνία για τις βάσεις- η παραμονή της Ελλάδας στον δυτικό κόσμο αποκτούσε πλέον χαρακτηριστικά δικομματικής συναίνεσης. Πάντως, η απόσταση ανάμεσα στον δημόσιο λόγο και την πολιτική πράξη έγινε εμφανής και στο επίπεδο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, για τις οποίες ο Παπανδρέου είχε εμφανιστεί έντονα μαξιμαλιστικός, με το «άνοιγμα» προς τη γείτονα χώρα και τη συνάντηση Παπανδρέου - Οζάλ στο Νταβός της Ελβετίας τον Ιανουάριο του 1988.

Μια μικρή χώρα σε μια μακροχρόνια παγκόσμια σύγκρουση    

Η ένταξη της Ελλάδας στο πλευρό του δυτικού κόσμου μέσω της αποφασιστικής στρατιωτικής και οικονομικής επέμβασης της Βρετανίας και στη συνέχεια των ΗΠΑ καθόρισε τον διεθνή προσανατολισμό της χώρας σε όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Η ελληνική πολιτική ηγεσία τάχθηκε αναφανδόν υπέρ της Δύσης σε όλα τα επίπεδα - πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό, πολιτισμικό και ιδεολογικό. Ο διεθνής αυτός προσανατολισμός δεν ήταν αποτέλεσμα μόνο γεωπολιτικών και οικονομικών αναγκαιοτήτων, πιεστικών μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και συνειδητών ιδεολογικών επιλογών. Η πολιτική αυτή απέρρεε όχι μόνο από την πίστη στην ισχύ και την τελική επικράτηση του δυτικού κόσμου έναντι του σοβιετικού συνασπισμού, αλλά και από την πεποίθηση ότι ο «ελεύθερος κόσμος», σύμφωνα με την ορολογία της εποχής, προέτασσε όλες εκείνες τις αρχές και αξίες που όχι μόνο αποτελούσαν κοινή πολιτισμική παρακαταθήκη με τον ελληνισμό, αλλά και το καλύτερο μέσο για την πρόοδο και την ευημερία της Ελλάδας. Οι αντιλήψεις αυτές ενσαρκώθηκαν στα πρώτα δεκαπέντε χρόνια της ψυχροπολεμικής διαμάχης με τις δύο κύριες, υπαρξιακού χαρακτήρα, επιλογές της ένταξης της χώρας στο ΝΑΤΟ και της συμμετοχής στις διεργασίες για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Με την ένταξη στο Βορειοατλαντικό Σύμφωνο η Ελλάδα διασφάλιζε την ίδια της την ύπαρξη και τασσόταν τελεσίδικα στο πλευρό της Δύσης. Η συμμετοχή της Ελλάδας στο εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης «αγκάλιαζε» όλους τους νευραλγικούς τομείς της διεθνούς ζωής: ασφάλεια, οικονομία, κοινωνική οργάνωση, ιδεολογία/αξιακό σύστημα. Παρά τις επιμέρους διαφωνίες και «ποιοτικές» διαφοροποιήσεις ως προς τον διεθνή προσανατολισμό της χώρας, το κύριο διακύβευμα της ένταξης στον δυτικό κόσμο και το διαρκές ζητούμενο της συμμετοχής στους δυτικούς θεσμούς δεν αμφισβητήθηκε θεμελιωδώς σε όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Ως αποτέλεσμα, το τέλος του Ψυχρού Πολέμου (1989-1991) βρήκε τη χώρα στο στρατόπεδο των νικητών. Επομένως, η στρατηγική επιλογή της ενσωμάτωσης στον δυτικό κόσμο διασφάλισε τα ζωτικά εθνικά συμφέροντα με τον πιο εφικτό τρόπο.

*Ο Λυκούργος Κουρκουβέλας είναι μέλος του Συνεργαζομένου Εκπαιδευτικού Προσωπικού στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ