ΒΙΒΛΙΟ

Οδοιπορικό για το δράμα των Ποντίων

ΒΡΑΣΙΔΑΣ ΚΑΡΑΛΗΣ*

Μικρασιάτες πρόσφυγες στη Μυτιλήνη. Το βιβλίο «Η αυτοβιογραφία του πατέρα μου», της Ουρανίας Λαμψίδου, είναι ένα τραγικό οδοιπορικό που ξεκινάει από τα βάθη της ποντιακής Ανατολίας και καταλήγει στην καρδιά της ταλαιπωρημένης Μακεδονίας των αρχών του 20ού αιώνα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΟΥΡΑΝΙΑ ΛΑΜΨΙΔΟΥ
Η αυτοβιογραφία του πατέρα μου
εκδ. Γαβριηλίδη

Δυστυχώς δεν υπάρχουν αυτοβιογραφίες στα ελληνικά και ενώ μιλάμε τόσο πολύ για τον εαυτό μας, σχεδόν με ναρκισσιστική ελαφρότητα, δεν αντέχουμε το βάρος της αυτοαποκάλυψης. Δεν υπάρχουν και πολλές βιογραφίες στα ελληνικά, ίσως γιατί δεν μας είναι σαφές πως το δημόσιο και το προσωπικό διαπλέκονται, με ακαταπόνητη επανάληψη και συνθέτουν την Ιστορία.

Γι’ αυτό και «Η αυτοβιογραφία του πατέρα μου», της Ουρανίας Λαμψίδου, με αιφνιδίασε και με την ορμή των γεγονότων που καταγράφει, αλλά και με το υβριδικό της τέχνασμα, τον συνδυασμό αυτοβιογραφίας και βιογραφίας, τη συνύπαρξη δύο φωνών σε μια βαθιά ώσμωση υπαρξιακών χρόνων και σε μια συστοιχία ευαισθησίας.

Είναι μια συνειδητή συν-αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, δύο γενιών, που βασίζεται σε ένα σύντομο αυτοβιογραφικό σημείωμα του δημοσιογράφου και συγγραφέα Γιώργου Λαμψίδη και εξελίσσεται σε μια αφήγηση μιας διαδρομής ζωής, σε έναν διπλό διάλογο με το παρελθόν: του πατέρα με την περιπέτεια της ζωής του και της κόρης με τον πατέρα. Το βιβλίο είναι ένα τραγικό οδοιπορικό που ξεκινάει από τα βάθη της ποντιακής Ανατολίας και καταλήγει στην καρδιά της ταλαιπωρημένης Μακεδονίας των αρχών του 20ού αιώνα. Μιλάει για τη βίαιη μετανάστευση, την οδυνηρή μετατόπιση από τα ονειρικά τοπία της παιδικής ηλικίας, στα κολαστήρια μια νέας χώρας, που πολλοί θεωρούσαν μητροπολιτική τους καταγωγή.

«Η αυτοβιογραφία του πατέρα μου», χωρίς νοσταλγία και συναισθηματικές εξιδανικεύσεις, εκθέτει το διαρκές ιστορικό τραύμα που διαμόρφωσε την προσωπικότητα του Γιώργου Λαμψίδη, αλλά και την επούλωση του τραύματος, καθώς και την επιστροφή σε αυτό για να μη χαθεί η κατάθεσή του. Η ειλικρίνεια και η εντιμότητα του αφηγητή συναρπάζει και νομίζω ότι το κείμενο αυτό αποτελεί μια από τις πυκνότερες καταγραφές του αυτοστοχασμού μιας συνείδησης που δεν υφίσταται απλώς την ιστορία, αλλά τη θεωρεί ως το πρωτογενές και αδιαμόρφωτο υλικό, για να καταστρώσει έναν ολοκληρωμένο χάρτη της εμπειρίας και της αυτο-διαμόρφωσής του.

Τα αρχικά κεφάλαια του βιβλίου με μια λεπταισθησία περιγραφής, συγκροτούν μιαν εποχή και έναν χώρο, το εκεί, αυτό που εγκαταλείφθηκε, για να εκτιμήσει ο αναγνώστης το μέγεθος της έκπτωσης και η αφήγηση ανεβάζει θερμοκρασία όταν αρχίζουν οι περιπέτειες με την απόδραση από την πατρίδα. Μετά την άφιξη στην Ελλάδα το κείμενο αποκτάει μια διαφορετική ανάσα. Οι προτάσεις είναι κοφτές, λαχανιασμένες, σχεδόν ημιτελείς. Ο αναγνώστης αιφνιδιάζεται από τη στιλπνότητα και την ευκρίνεια των περιγραφών της προσωπικής και συλλογικής τραγωδίας, από την αδόκητη σκληρότητα της πατρίδας και των λειτουργών της. Οι καταστάσεις αποτυπώνονται αμφίσημες και η αυτοβιογραφική ροή αναπτύσσει μια ένταση και οξύτητα που στη μνήμη μου ανακάλεσε την αφηγηματική πολυτροπία του Στρατή Τσίρκα. Είναι μια αφήγηση σεμνή, ιδιάζουσα και αυτό που προκύπτει από τη μαρτυρία των σελίδων της, είναι μια βαθιά στωική αυτάρκεια και αξιοπρέπεια, η αταραξία μπροστά στις μεγάλες αναστατώσεις, μια αταραξία που δεν συνιστά τη στέρηση των συγκινήσεων, αλλά την κορύφωσή τους.

Μέσα από αυτή την προοπτική η αυτοβιογραφία - βιογραφία συνιστά τη χάραξη ήθους ως μορφής σχέσης με τα πράγματα και τους ανθρώπους και αποκαλύπτει τη σχέση της συγγραφέως, του πατέρα και των λόγων τους ως μια συστοιχία στοχαστικότητας και σκεπτικισμού, που ξεχωρίζει αυτό το βιβλίο από άλλα κείμενα οργής και διαμαρτυρίας. Ολα υποδηλώνονται έμμεσα και χωρίς κραυγές, με μειλίχιο ύφος λιτότητας, η οποία ακόμα και όταν κρίνει και επικρίνει το πράττει με μια σχεδόν υπεράνθρωπη συμπόνια προς τα θύματα και τους θύτες. Η φωνή που αυτοβιογραφείται δεν επιθυμεί να αυτοβεβαιωθεί ή να κυριαρχήσει πάνω στην τεράστια ιστορική πολυμορφία. Αρκείται στους κραδασμούς των πραγμάτων που την διέπλασαν και σε ό,τι ιχνογραφεί τα όρια της προσωπικής παρουσίας.

Πρέπει να είμαστε ευγνώμονες στην Ουρανία Λαμψίδου όχι μόνο γιατί έσωσε τη φωνή του πατέρα της, αλλά γιατί έδωσε μια νηφάλια και ταυτόχρονα νευρώδη φωνή στις σιωπές και τα κενά της ιστορίας, φωτίζοντας με τις συμμετρικές και απροσδόκητες προτάσεις της έναν κόσμο αποσιωπημένο.

* Ο κ. Βρασίδας Καραλής είναι πρόεδρος του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ