ΒΙΒΛΙΟ

Αναμέτρηση δύο Πίστεων σε τοπίο έρημης χώρας

ΣΙΣΣΥ ΑΛΩΝΙΣΤΙΩΤΟΥ

Χένρι Φόντα και Ντολόρες Ντελ Ρίο στην ταινία «Ο φυγάς», που ο Τζον Φορντ σκηνοθέτησε το 1947, κινηματογραφική διασκευή του μυθιστορήματος «Η δύναμις και η δόξα» του Γκράχαμ Γκρην που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πόλις.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

GRAHAM GREENE
Η δύναμις και η δόξα
μετ.: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
εισαγωγή: Τζον Aπντάικ
επίμετρο: Σταύρος Ζουμπουλάκης
εκδ. Πόλις

Ο Γκράχαμ Γκρην εκδίδει την πρώτη του ποιητική συλλογή το 1925. Την ίδια χρονιά, ο Ελίας Κάγιες, πρόεδρος της Μεξικανικής Δημοκρατίας, ξεκινά την αυστηρή εφαρμογή των μεταρρυθμιστικών και αντικληρικαλικών νόμων έτσι όπως αυτοί είχαν ψηφιστεί στη δεκαετία του 1850 και επικυρωθεί το 1917, εν μέσω της μεξικανικής επανάστασης εναντίον του Πορφίριο Ντίαζ οπότε και εκδίδεται το μεξικανικό σύνταγμα. Οι νόμοι προέβλεπαν την κατάργηση της εκκλησιαστικής περιουσίας και τον διαχωρισμό κράτους-εκκλησίας. Απαγόρευαν τα άμφια σε ιερείς και καλόγριες καθώς και τις θρησκευτικές τελετές. Ο Κάγιες όχι μόνο εφαρμόζει τους ήδη ψηφισμένους αντικληρικαλικούς νόμους αλλά ενισχύει με δικούς του, τους περίφημους «νόμους του Κάγιες»: Εκκλησίες, μοναστήρια και θρησκευτικά σχολεία κλείνουν. Η εκκλησιαστική περιουσία κατάσχεται, οι ξένοι ιερείς απελαύνονται και όσοι μένουν αρνούμενοι να αποποιηθούν την ιεροσύνη, περνούν στην παρανομία.

Η κατάργηση των θρησκευτικών τελετών πυροδοτεί την επανάσταση των Κριστέρος, όπως ονομάστηκαν οι καθολικοί που επαναστάτησαν εναντίον των αντικληρικαλικών νόμων το 1927. Το γεγονός ότι ήταν θρησκευόμενοι άνθρωποι δεν προσέφερε τίποτα στην αποτίμηση του εμφυλίου αφού τόσο οι Κριστέρος όσο και ο αριστερός κυβερνητικός στρατός είναι ένοχοι τρομερών βιαιοτήτων στις οποίες περιλαμβάνονται βιασμοί και εκτελέσεις αμέτοχων ανθρώπων. Το 1929 αφενός μεν επιτυγχάνεται συμφωνία ανάμεσα στην Καθολική Εκκλησία και την κυβέρνηση αφετέρου δε, ο Γκράχαμ Γκρην εκδίδει το πρώτο του μυθιστόρημα (The man Within).

Βία και εγκατάλειψη

Το μυθιστόρημα «Η Δύναμις και η Δόξα» που κυκλοφορεί για πρώτη φορά στην Αγγλία το 1940 αναπτύσσεται χωροχρονικά στο διάστημα 1925-1929 και δικαίως κατατάσσεται στα αριστουργήματα. Το υλικό του αντλείται από τη δίμηνη παραμονή του συγγραφέα στο Μεξικό το 1938 και από τις πέντε εβδομάδες εξαντλητικών, μοναχικών ταξιδιών στις νότιες πολιτείες του Ταμπάσκο και του Τσιάπας, όπως αναφέρεται στην εισαγωγή που έγραψε ο Τζον Απντάικ σε έκδοση του 1990 και η οποία αποτελεί και την εισαγωγή της πρόσφατης ελληνικής έκδοσης.

«Το κοινωνικό τοπίο είναι ένα τοπίο βίας και εγκατάλειψης. Κυρίως εγκατάλειψης, υλικής και ψυχικής. Ερημη χώρα: άδειες, παρατημένες καλύβες, εγκαταλελειμμένα σπίτια, γκρεμισμένες εκκλησίες, κουρασμένοι και παραιτημένοι άνθρωποι. Αρρώστια και θάνατος παντού. [...] Σε όλη αυτήν την αχανή περιοχή, τούτη την περίοδο του άγριου διωγμού, έχει απομείνει ένας μόνο ιερέας της Καθολικής Εκκλησίας. Διατρέχει την περιοχή κυνηγημένος από την αστυνομία, προσπαθώντας διαρκώς να κρυφτεί, να διαφύγει, να δραπετεύσει» γράφει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης στο επίμετρο όπου, ως βαθύς γνώστης των θεολογικών ζητημάτων, αναλύει υπό αυτό το πρίσμα το έργο αλλά και τον συγγραφέα.

Σε ολόκληρο το μυθιστόρημα αναμετρώνται δύο Πίστεις σε μια αγωνιώδη διελκυστίνδα όπου διεκδικούν η καθεμιά για τον εαυτό της το αλάθητο. Η θρησκευτική και η πολιτική ιδεολογία θεωρούν η μία την άλλη το αντίθετό της, ενώ βασίζονται στην ίδια σωτηριολογική προσέγγιση: σε κάθε περίπτωση, τους πιστούς περιμένει ένας παράδεισος, η είσοδος στον οποίο απαιτεί απλώς από τους ανθρώπους να υπακούν χωρίς να σκέφτονται. Αλλιώς τιμωρούνται με την κόλαση. Οι δύο ήρωες, ο ιερέας και ο αστυνόμος, εκπρόσωποι αντιστοίχως της Καθολικής Εκκλησίας και της κρατικής εξουσίας που σκοπεύει στον σοσιαλιστικό παράδεισο επί της γης, αναμετρώνται πάνω σε σώματα και ψυχές ανθρώπων των οποίων η αξιοπρέπεια έχει χάσει τα όρια της δικαίωσής της μπροστά στην άγρια ανάγκη της επιβίωσης. Το κυνηγητό διεξάγεται σε μια χώρα δυστυχισμένη όπου οι άνθρωποι έχουν ξεπεράσει προ πολλού τα όρια της αντοχής τους, αδυνατούν να συμμετάσχουν σε πράξεις ανοχής που προσδιορίζουν τις κοινωνίες ανθρώπων.

Εσωτερικός κλονισμός

Ο ιερέας και ο αστυνόμος διατρέχουν τα ερέβη της ανθρωπινότητας, γίνονται κομμάτι τους προσπαθώντας να υπηρετήσουν έναν Υψηλό Σκοπό. Η αναμέτρηση ανάμεσα στις δύο Πίστεις γίνεται ταυτόχρονα αναμέτρηση του καθενός με τη δική του Πίστη, μεταφέρεται εντός και κλονίζει το οικοδόμημα της καθεμιάς μέσα στο οποίο οι ήρωες έχουν καταχωνιάσει, μέχρι τότε, την προσωπική βούληση, τη δική τους ματιά, τη δική τους απόφαση για τον τρόπο συμμετοχής τους στην κοινωνία. Η ψυχικά ατελέσφορη άσκηση της θρησκευτικής τελετουργίας για τον έναν, οι άγριες δολοφονίες αθώων ανθρώπων για τον άλλον, γίνονται ο εσωτερικός κλονισμός που θα αποτελέσει έναν υπόγειο, ανεπαίσθητο κοινό τόπο, δεσμό ανάμεσα στους δύο.

Ο ιερέας, αλκοολικός, πατέρας (φυσικά) εξώγαμου παιδιού, δειλός, ρακένδυτος, μακριά από τις προστατευμένες, «αθώες» μέρες του ιερέα που ασκούσε την αδιαφιλονίκητη και εξασφαλισμένη άνωθεν επιρροή στο ποίμνιο προσπαθεί να ξεφύγει από το εφιαλτικό περιβάλλον αλλά σε κάθε βήμα του προς τη σωματική σωτηρία παρουσιάζεται ένας λόγος για να μείνει. «Τίποτα δεν μπορείς να προσφέρεις» του είχαν πει αλλά σε ολόκληρο το μυθιστόρημα η πορεία απόδρασης που θυμίζει έντονα την Οδύσσεια, συνδέεται με μικρές ή μεγάλες προσφορές.

Σχεδόν ακουσίως υποχωρεί λίγο λίγο, από την προοπτική της δικής του σαρκικής σωτηρίας υπηρετώντας –μάλλον καλύτερα από κάθε άλλη φορά– συνανθρώπους με ψυχές και σώματα λεηλατημένα από την ανάγκη που κι αυτοί αγκιστρώνονται από τις μνήμες μιας άλλης ζωής, μιας κανονικότητας η οποία δεν πρόσφερε απαραίτητα ευημερία και καλοσύνη αλλά πάντως ένα κάποιο έρμα: «Εσύ δεν θυμάσαι την εποχή που ήταν εδώ η Εκκλησία. Ημουν κακός καθολικός, αλλά η Εκκλησία σήμαινε τελοσπάντων, σήμαινε μουσικές, φώτα, ένα μέρος όπου μπορούσες να γλιτώσεις λίγο από τη ζέστη. Και για τη μητέρα σου, ε, πάντα υπήρχε και κάτι να κάνει. Αν είχαμε ένα θέατρο, οτιδήποτε, αντί γι’ αυτήν, δεν θα νιώθαμε τόσο - παρατημένοι» λέει ένας πατέρας στο μικρό γιο που γνωρίζει τη θρησκεία μέσα από τις διηγήσεις των γονιών του ενώ μεγαλώνει μέσα σε απίθανη φτώχεια και μιζέρια παίζοντας με τους φίλους τον Βίγια και τον Εμιλιάνο Ζαπάτα θαυμάζοντας περιστασιακά τον αστυνόμο-διώκτη του ιερέα, που ονειρεύεται έναν κόσμο χωρίς διαφθορά, φτώχεια και προκαταλήψεις, «μια καλοβαλμένη παρουσία πλήρης μίσους και ενός μυστικού φορτίου αγάπης».

Ανάμεσά τους η αδυσώπητη, απεχθής ανθρωπινότητα: ένας μιγάς, προδότης και πιστός, βρωμιάρης, εξαθλιωμένος, πονηρός και ανίκανος για την προσποίηση, αντιπαθής και αξιολύπητος, ψεύτης και συμπονετικός, λογικός και παράλογος, χυδαίος και ασήμαντος οδηγεί ουσιαστικά τον ιερέα στον θάνατο αλλά και στη σημασία της πίστης που εκπροσωπεί: «Για τούτον τον κόσμο πέθανε ο Χριστός. Οσο περισσότερο το κακό που έβλεπες γύρω σου, τόσο μεγαλύτερη λαμπρότητα περιέβαλε τον θάνατο. Είναι πολύ εύκολο να πεθαίνεις για κάτι καλό ή όμορφο, για το σπίτι σου ή για τα παιδιά σου ή για τον πολιτισμό ― αλλά θέλει να είσαι Θεός για να πεθάνεις για τους χλιαρούς και τους διεφθαρμένους».

Ο ίδιος ο Γκρην έγραψε για το «Η Δύναμις και η Δόξα»: «Αυτό το βιβλίο μου έδωσε τη μεγαλύτερη ικανοποίηση από όλα όσα έχω γράψει».

Σημειωτέον, το Μεξικό είναι ομοσπονδία 32 πολιτειών στις οποίες οι ανισότητες μεταξύ φτωχών και πλουσίων παραμένουν τεράστιες. Είναι η δεύτερη χώρα –μετά τη Βραζιλία– με τον μεγαλύτερο αριθμό καθολικών στον κόσμο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ