ΒΙΒΛΙΟ

Το «νουάρ» της Ηπείρου

ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΕΣ

Μιχάλης Μακρόπουλος
«Το δέντρο του Ιούδα»
Νουβέλα
εκδ. Κίχλη

Ενας πυκνός τόπος είναι η νουβέλα του Μιχάλη Μακρόπουλου «Το δέντρο του Ιούδα». Αν και γεωγραφικά προσδιορισμένος (Δελβινάκι, Πωγώνι, Ηπειρος), και μάλιστα με λεπτομερείς καταγραφές, ο τόπος που μας συστήνει ο Μιχάλης Μακρόπουλος, με τη δυνατή, συνειδητή, δουλεμένη και χυμώδη πρόζα του, ζωντανεύει με ρεαλισμό αλλά ταυτόχρονα αποκλίνει προς την αλληγορία. Γίνεται ένας μη-τόπος αυτός ο τόσο εμμονικά καταγεγραμμένος ηπειρώτικος μικρόκοσμος.

Οπως και ο βαρύς, εσωστρεφής, σπηλαιώδης ως προς το μέσα του, φλεγματικός ως προς το έξω του, ήρωας, ο Ηλίας, γίνεται ένας «τύπος», ένας «συνηθισμένος» άνθρωπος, που αποκτά διαστάσεις σχεδόν υπερρεαλιστικές και απόκοσμες, ακριβώς λόγω αυτής της «χωμάτινης» σύνθεσής του, της τόσο αφοπλιστικά γήινης που αποκτά όψεις νεφελώδους και απρόσμενης χάρης.

Αυτή η «χάρις» του Ηλία αναφύεται απρόσμενα, καθώς αυτός, έχοντας παρατήσει γυναίκα και δύο κόρες στην Αθήνα, επιστρέφει στο χωριό στην Ηπειρο και μένει με τη μάνα του, την κυρα-Γκέλω. Γυρνάει πλάτη στα εγκόσμια της Αθήνας, την «βγάζει» με καπνό και τσίπουρο, λέει κάνα δυο κουβέντες με τους χωριανούς, με τον βοσκό αλλά και με τον φίλο, τον αστυνόμο, τον Κώστα Μεντή, τον Κωτσομεντή. Ο Κωτσομεντής με τη γυναίκα του, τη Βίτω, που πάει πεσκέσια στην κυρα-Γκέλω, είναι τα πρώτα πρόσωπα που συνδέουν τον Ηλία με μία μορφή κανονικότητας.

Ομως, ο Ηλίας είναι ένας στοχαστικός, απρόβλεπτος αυτοεξόριστος της αθηναϊκής ζωής και ένας παρατηρητής που πίσω από το βραχώδες παρουσιαστικό κρύβει πτυχώσεις και ρωγμές. Η νέα επαφή του με τον μικρόκοσμο του χωριού περνάει μέσα από μια ανεπίσημη ιεροτελεστία επιστροφής στην πραγματικότητα και την επαφή με την ντόπια μαφία και το κυνηγητό στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Ο Ηλίας κλονίζεται από τη δολοφονία μιας Αλβανής πόρνης που τη βρίσκουν σε έναν γκρεμό και, χωρίς να μπορεί να κάνει πίσω πλέον, αναζητεί το φως στο σκοτάδι. Η τηλεφωνική επικοινωνία με τη μεγάλη του κόρη, στην Αθήνα, είναι η υπενθύμιση για την άλλη ζωή αλλά και για το ανεξήγητο του δικού του εαυτού.

Σταδιακά, αυτή η στοχαστική νουβέλα, με την ποιητική ατμόσφαιρα, τη σφιχτοδεμένη, αρωματισμένη γλώσσα, από τα σπλάγχνα ενός σπάνιου αισθητηρίου λόγου και σκέψης, εξελίσσεται σε μια νουάρ ιστορία με χαρακτήρες σμιλεμένους και αιμάτινους. Μέσα από τα γαλαζωπά σύννεφα του τσιγάρου, σε καπνισμένα τζάμια καφενείων, με τσίπουρο και αντροκουβέντες, εκλύεται λίγο λίγο μία παράλληλη αφήγηση, που σταδιακά δυναμώνει υπόκωφα, σαν σφυγμός. Ο Ηλίας εξελίσσεται από έναν παράξενο απόκληρο της Αθήνας σε μία τραγική μορφή, με βαθιές χαραγματιές και απρόβλεπτη δεξαμενή συναισθημάτων. Τείνεις, ως αναγνώστης, να τον συμπονέσεις, αλλά αυτός δεν ζητεί ούτε οίκτο ούτε και πολλές κουβέντες. Εχει την αδρότητα ενός αρχέγονου πρωτογονισμού με λίμνες ευαισθησίας.

Υπήρχαν στιγμές που αυτό το ηπειρώτικο νουάρ μού θύμισε κατ’ αναλογίαν την ατμόσφαιρα του Ζορζ Σιμενόν. Ο Μιχάλης Μακρόπουλος μας έδωσε ένα σπουδαίο κείμενο, που μένει στο μυαλό γαντζωμένο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ