ΠΟΛΗ

Εκπαιδευτική καινοτομία στις υπώρειες του Λυκαβηττού

ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΑΡΤΙΝΟΣ*

Το δημοτικό σχολείο στα Πευκάκια στα μέσα της δεκαετίας του ‘30. Πηγή: Πάτροκλος Καραντινός (επιμ.), Τα νέα σχολικά κτίρια, ΤΕΕ, Αθήνα, 1938.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Γράμμα από την πόλη μου

Τ​​ο δημοτικό σχολείο στα Πευκάκια, το οποίο χτίστηκε το 1932, βασισμένο σε σχέδια του Δημήτρη Πικιώνη, δεν είναι μόνο «έργο ενός σημαντικού αρχιτέκτονα», το οποίο να χρειάζεται «αποκατάσταση». Εξίσου, μέσα στο σώμα του κτιρίου, μπορεί κανείς να διαβάσει πρωτοποριακές εκπαιδευτικές πρακτικές του ευρωπαϊκού Μεσοπολέμου, οι οποίες μας φέρνουν μέχρι την εναλλακτική παιδαγωγία των δικών μας ημερών. Το κτίριο είναι πράγματι μοντέρνο μνημείο – της άβολης σχέσης ανάμεσα στην εκπαιδευτική καινοτομία που βρίσκει διέξοδο με την υποστήριξη του Δημοσίου και στην αποτελμάτωση τέτοιων προσπαθειών, στα πλαίσια του ίδιου ακριβώς Δημοσίου που τους παρέχει το βήμα ώστε να βρεθούν στο προσκήνιο.

Τα σχέδια του Δημήτρη Πικιώνη αποκαλύπτουν ένα σχολείο σε άριστη σχέση με την πόλη, η οποία το περιέχει, και, ταυτοχρόνως, ένα σχολείο που είναι το ίδιο μια πόλη των παιδιών. Οπως δείχνει πρόσφατη έρευνα του Δημήτρη Αντωνακάκη, το συγκρότημα αρχικά είχε σχεδιαστεί για το πάνω αριστερά όριο του πάρκου της εκκλησίας του Αγίου Νικολάου της Ασκληπιού και όχι για τη θέση όπου βρίσκεται σήμερα, έξω από τον αστικό ιστό. Η είσοδος θα γινόταν από την οδό Δαφνομήλη με κατεύθυνση προς τα κάτω, με χαμηλότερο (και αδιάβατο) όριο τη νοητή προέκταση της Λέοντος Σγουρού. Θα είχε, δηλαδή, ένα μέτωπο με είσοδο στον πυκνοκατοικημένο δρόμο και πτέρυγες οι οποίες θα προστάτευαν μια βαθμιδωτή πλατεία με πανοραμική θέα της Αθήνας και πρόσβαση μέσα από το κεντρικό κτίριο του Σχολείου – το ίδιο με αναφορές στην ελληνιστική πόλη της Πριήνης. Το κέντρο της πόλης, πολύ περισσότερο από «αυλή», θα ήταν πλατεία, όπου αποκλειστική πρόσβαση θα είχαν τα παιδιά. Αυλές, από την άλλη, στο σχολείο θα υπήρχαν πολλές: μία για κάθε τάξη, στρωμένη με χώμα και φυτά, κάτω από μεγάλα υπόστεγα. Οι στεγασμένες αυλές θα ήταν φυσική προέκταση των κλειστών τάξεων, και μεταξύ τους θα υπήρχε ένα διαφανές όριο από συρόμενα υαλοπετάσματα – από τα λίγα στοιχεία της πρότασης του Πικιώνη που υλοποιήθηκαν (ως πρόβλημα, μιας και λείπουν τα απαραίτητα υπόστεγα). Το σχολείο, μέσα από τα δουλεμένα κατώφλια, τα χρώματα και τις επεξεργασίες των υλικών του, κατασκεύαζε ένα περιβάλλον μάθησης μέσα από την ενεργοποίηση όλων των αισθήσεων. Ταυτοχρόνως, ήταν ένας χώρος κοινωνικοποίησης με δουλεμένες διαβαθμίσεις ανάμεσα στο ιδιωτικό και στο δημόσιο. Τελικά, το σχολείο γίνεται χώρος δημιουργικότητας, όπου οι ίδιοι οι τοίχοι μπορούν να αλλάζουν θέση και το βλέμμα, από πολλαπλές στάθμες και διαφάνειες, ανακαλύπτει διαρκώς νέες οπτικές γωνίες και διαφορετικούς τρόπους για να δει κανείς το ίδιο ακριβώς αντικείμενο.

Θα ήταν άδικο να αποδοθεί το σημερινό κτίριο του σχολείου αποκλειστικά στον Δημήτρη Πικιώνη και να κηρυχθεί μνημείο ως τέτοιο, για δύο λόγους: ο πρώτος, ότι ο φορέας υλοποίησης και κατοπινής διαχείρισης της μελέτης, δηλαδή το κράτος, επέφερε σημαντικές αλλαγές. Δεν χρειάζονται λεπτομέρειες, από τη στιγμή όπου άλλαξε αυθαίρετα η ίδια η θέση της πόλης μέσα στην πόλη, ακυρώνοντας έτσι την κεντρική ιδέα. Ο δεύτερος, ότι η μορφή του κτιρίου φαντάζεται ως λειτουργία καινοτόμες εκπαιδευτικές πρακτικές, όπως εκείνες που έφερε στην Ελλάδα ο Εκπαιδευτικός Ομιλος και, συγκεκριμένα, η Μυρσίνη Κλεάνθους – η πρώτη Ελληνίδα παιδαγωγός, η οποία τόνισε τη σημασία του παιχνιδιού, της κοινωνικότητας και της πολυαισθητηριακής αντίληψης στη σύγχρονη μάθηση. Τόσο η αρχιτεκτονική του Πικιώνη όσο και η παιδαγωγία της Κλεάνθους μάς μεταφέρουν από την Αθήνα του Μεσοπολέμου στη σημερινή Ιταλία και τα σχολεία του Reggio Emilia, όπου τον πρώτο λόγο έχει η καλλιέργεια της ατομικότητας και της δημιουργικότητας, μέσα από τα ερεθίσματα που παρέχει ο χώρος: όλα τα σχολεία του Reggio, σύμφωνα με την έρευνα και την πρακτική του Loris Malaguzzi, είναι μικρές πολιτείες γύρω από μια εσωτερική πλατεία. Βασικό ρόλο για την ενεργοποίηση της μάθησης παίζουν οι πέντε αισθήσεις και η εξοικείωση με τον αστικό χώρο μέσα από το παιχνίδι. Τα παιδιά δεν κλείνονται σε ιδρύματα, αλλά μαθαίνουν πώς να μαθαίνουν, μέσα από τον φυσικό χτισμένο χώρο της σύγχρονης κοινωνικότητας – την πόλη η οποία είναι και δική τους. Περνώντας μπροστά από το κτίριο τέτοιες μέρες, που ανοίγουν τα σχολεία, δεν μπορώ παρά να σκέφτομαι ότι οποιαδήποτε αποκατάσταση του κτιρίου στεκόταν «μόνο» στην αρχιτεκτονική, θα ήταν μάλλον ατελής.

* Ο κ. Σταύρος Μαρτίνος είναι αρχιτέκτονας. Διευθύνει στην Ελλάδα το σχολείο αρχιτεκτονικής εκπαίδευσης για παιδιά και νέους Arkki, το οποίο υπάρχει από το 1993 στη Φινλανδία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 

 Πτυχές 
 

Δείτε τις διαδρομές του Ν. Βατόπουλου στο διαδραστικό χάρτη