ΕΛΛΑΔΑ

Το Αλουμίνιον της Ελλάδος

ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΣΤΗ*

Το Αλουμίνιον Α.Ε. (στη φωτ. το εργοστάσιο στον Αγιο Νικόλαο) αποτελεί μία από τις σπάνιες περιπτώσεις σε διεθνές επίπεδο πλήρους καθετοποιημένης επιχείρησης βωξίτη - αλουμίνας - αλουμινίου, με ισχυρότατη εξαγωγική επίδοση, που συνεχίζει να διατηρεί την ανταγωνιστικότητά του σε μία σκληρή διεθνή αγορά.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Το Αλουμίνιον Α.Ε., διάδοχος επιχείρηση του Αλουμινίου της Ελλάδος Α.Ε., εξακολουθεί και είναι μία από τις λίγες ελληνικές επιχειρήσεις που δημιουργήθηκαν κατά την ένδοξη για την ελληνική μεταποίηση δεκαετία του 1960 και που συνεχίζει να παράγει και να διατηρεί την ανταγωνιστικότητά του σε μία σκληρή και εν πολλοίς απρόβλεπτη διεθνή αγορά. Ενα μέρος της μακρόχρονης επιτυχίας του οφείλεται σε μία ιδιαιτερότητα: αποτελεί μιαν από τις σπάνιες περιπτώσεις σε διεθνές επίπεδο πλήρους καθετοποιημένης επιχείρησης βωξίτη –αλουμίνας– αλουμινίου, με ισχυρότατη εξαγωγική επίδοση και τεχνικές επιδόσεις που, ακόμη και σήμερα, θα τις ζήλευαν πολλές κατά πολύ νεότερες επιχειρήσεις του κλάδου. Αυτό είναι ένα βασικό στοιχείο που εξηγεί την επιβίωσή του τη στιγμή που επιβαρυνόταν με υψηλότερο κόστος ηλεκτρικής ενέργειας σε σύγκριση με τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές του.

Το σημαντικότερο μεταποιητικό εγχείρημα της εποχής

Η απόφαση για τη δημιουργία του Αλουμινίου της Ελλάδος ήταν πέρα από οτιδήποτε άλλο μία πολιτική απόφαση. Για την κυβέρνηση του Κων. Καραμανλή, η ίδρυση ενός εργοστασίου αλουμινίου εντασσόταν στην πολιτική της για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και ανταποκρινόταν σε μία αντίληψη για το κράτος ως μηχανισμό που εξασφαλίζει τα ιδιωτικά συμφέροντα και δίνει κίνητρα για την αξιοποίηση των ελληνικών και ξένων κεφαλαίων. Στο οικονομικό πεδίο, η ίδρυση του Αλουμινίου της Ελλάδος αντιπροσώπευε τη λογική της αξιοποίησης των φυσικών πόρων της χώρας, μια λογική που συμμερίζονταν όλες οι πολιτικές παρατάξεις της εποχής, αλλά που στις απλοϊκές εκφάνσεις της κατά τη δεκαετία του 1960 πολύ δύσκολα μπορούσε να εξασφαλίσει το ζητούμενο, δηλαδή την ανάπτυξη. Η προσφυγή στο ξένο κεφάλαιο, στη συγκεκριμένη δε περίπτωση στο γαλλικό, προσέφερε την πρόσβαση σε μία υψηλή τεχνολογία που ήταν εκτός των δυνατοτήτων της ελληνικής πραγματικότητας. Τέλος, η δημιουργία του Αλουμινίου της Ελλάδος αποτελούσε τη βασική προϋπόθεση για την ενοποίηση και ανάπτυξη της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα, όρο απαράβατο για την εκβιομηχάνιση της χώρας, μέσω της δημιουργίας και ενίσχυσης ενός κρατικού μονοπωλίου, της ΔΕΗ.

Το ενδιαφέρον στην υπόθεση αυτή είναι ότι ο βολονταρισμός ή με τους όρους του Ευ. Χατζηβασιλείου, ριζοσπαστισμός του Κων. Καραμανλή και των υπουργών του, οδήγησαν στην απόφαση για τη δημιουργία μιας μονάδας αλουμινίου, αποφεύγοντας την παγίδα ικανοποίησης των φιλοδοξιών εκβιομηχάνισης της χώρας μέσω της κατασκευής μιας μονάδας αλουμίνας, όπως θα μπορούσε να είχε συμβεί και όπως είχε επανειλημμένως προταθεί στην ελληνική κυβέρνηση, δεδομένης της ανεπάρκειας αλλά και του υψηλού κόστους της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι στις χώρες όπου επιδιώκοντας την ανάπτυξή τους μέσω της αξιοποίησης των εγχώριων φυσικών πόρων, κατασκευάστηκε μόνο μονάδα αλουμίνας, τα αποτελέσματα για την ανάπτυξη της οικονομίας ήσαν απογοητευτικά έως περιορισμένα.

Η φυγή λοιπόν προς τα εμπρός που επιλέγει η κυβέρνηση Κων. Καραμανλή στα τέλη της δεκαετίας του 1950 μπορεί να μην ήταν με αυστηρά οικονομικούς όρους δικαιολογημένη, αλλά τα αποτελέσματα ήσαν μάλλον εντυπωσιακά, εφόσον στη βάση αυτής της λογικής μετασχηματίστηκε η μεταπολεμική ελληνική οικονομία. Το Αλουμίνιον της Ελλάδος Α.Ε. υπήρξε το σημαντικότερο μάλλον μεταποιητικό εγχείρημα της εποχής και ενδεχομένως το καλύτερο δείγμα του πώς αντιλαμβάνονταν οι πολιτικοί της εποχής την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας και την πολιτική που θα έπρεπε να ακολουθήσουν. Πιο ειδικά για τις κυβερνήσεις του Κων. Καραμανλή, η επιδότηση της τιμής την οποία κατέβαλλε για το ηλεκτρικό ρεύμα το Αλουμίνιον της Ελλάδος αντιπροσώπευε το κόστος που έπρεπε να πληρώσει η Ελλάδα για τον εκσυγχρονισμό της και για τη δημιουργία βαριάς βιομηχανίας, για τη μετατροπή της τέλος, σε μία ανεπτυγμένη οικονομία, έστω και με τις αδυναμίες της.

Εντονη κριτική για την επένδυση που δόθηκε στους «ξένους»

Στην επένδυση του αλουμινίου και στην κυβέρνηση Καραμανλή προσήφθη τότε ότι προσέφερε πάρα πολλά για να πάρει πολύ λίγα. Εως ένα βαθμό αυτό είναι σωστό, αλλά θα πρέπει να λάβει κανείς υπόψη του ότι τα διαπραγματευτικά περιθώρια που διέθετε η κυβέρνηση αρχικά ήταν πολύ περιορισμένα. Προϊόντος του χρόνου και όσο η ξένη επενδυτική δραστηριότητα εδραιωνόταν στην Ελλάδα, οι ελληνικές κυβερνήσεις ήσαν σε θέση να διεκδικήσουν και να πάρουν περισσότερα από τους ξένους επενδυτές, συμπεριλαμβανομένης και της Pechiney. Στο κάτω κάτω όλο το πρόβλημα βρισκόταν στη λέξη «ξένους», μιας και όλη η κριτική που ασκήθηκε στην επένδυση του αλουμινίου είχε να κάνει με το γεγονός ότι την επένδυση την πραγματοποιούσαν ξένοι και ότι, σύμφωνα με αυτήν, τα οφέλη δεν θα έμεναν στην Ελλάδα. Ετσι, η πριμοδότηση της τιμής του ρεύματος από μέρους του ελληνικού κράτους ήταν το σύμβολο της «στυγνής» εκμετάλλευσης που γνώριζε η ελληνική οικονομία από το ξένο κεφάλαιο. Υπογράμμιζε στη λογική εκείνων που ήσαν αντίθετοι με την επένδυση της Pechiney, και που συχνά ήσαν καθ’ όλα σοβαροί πολιτικοί και επιστήμονες, τους λόγους για τους οποίους η ελληνική οικονομία δεν μπόρεσε ποτέ να αναπτυχθεί σύμφωνα με τις δυνατότητές της, ή με ό,τι πίστευαν ότι ήσαν οι δυνατότητές της.

Ελεγε λοιπόν ο Ανδρέας Παπανδρέου, την εποχή που διεκδικούσε την εξουσία, «Επιχειρήσεις όπως είναι λ.χ. η Πεσινέ έχουν πάρα πολύ λίγα προσφέρει στην οικονομία της χώρας. Αντίθετα έχουν κυριολεκτικά κερδοσκοπήσει σε βάρος του ελληνικού Δημοσίου με τους απίθανους όρους κάτω από τους οποίους έχουν λειτουργήσει. Η επιδότηση π.χ. του ηλεκτρικού ρεύματος είναι σκανδαλώδης. Αν λογαριάσει κανείς στη ζωή της Πεσινέ έως τώρα ποια είναι η κρατική επιδότηση θα καταλήξει σε αριθμούς φανταστικούς! Ο ορυκτός πλούτος ανήκει σε ολόκληρο τον λαό». Ολα αυτά λέγονταν από τον αρχηγό ενός κόμματος, το οποίο όταν ανέλαβε την εξουσία είχε ως πάγιο στοιχείο της πολιτικής του την κρατική επιδότηση της βιομηχανίας. Ουδέποτε βεβαίως δόθηκαν κάποια στοιχεία για τους «φανταστικούς αριθμούς», αλλά στον λαϊκισμό του ΠΑΣΟΚ της πρώιμης εποχής η εκμετάλλευση της Ελλάδας από τους ξένους έπαιζε έναν κυρίαρχο ρόλο στη συνθηματολογία του και βεβαίως είχε πολύ μεγάλη απήχηση.

Ευρύτερα αποτελέσματα

Αν όμως επιμείνει κανείς στα θεμέλια της κριτικής που ασκήθηκε στην επένδυση του αλουμινίου, δηλαδή στην εξαγωγή κεφαλαίων και κερδών εκ μέρους του Αλουμινίου της Ελλάδος προς τον μητρικό όμιλο και παρά τα όσα έχουν γραφτεί, δεν θα μπορούσε να προβεί σε εντυπωσιακές διαπιστώσεις που να θεμελιώνουν τις όποιες ενστάσεις έχουν προβληθεί. Αν δε κανείς διευρύνει τον ορίζοντα ως προς τη γενικότερη παρουσία και επίδραση που άσκησε το Αλουμίνιο της Ελλάδος Α.Ε. στην ελληνική οικονομία, τότε η λογική αυτή αποδεικνύεται σε πολύ μεγάλο βαθμό εσφαλμένη εφόσον παραγνώριζε τα ευρύτερα αποτελέσματα που είχε η δημιουργία του εργοστασίου του Αγίου Νικολάου με κυρίαρχη τη δημιουργία και ανάπτυξη της βιομηχανίας μετασχηματισμού αλουμινίου. Οχι λιγότερο σημαντικό ήταν το θέμα της εισαγωγής τεχνολογίας και εξοικείωσης με αυτήν μεγάλου αριθμού Ελλήνων μηχανικών και τεχνικών. Θα μπορούσε να προσθέσει κανείς πολλές άλλες παράπλευρες συνέπειες της δημιουργίας του Αλουμινίου της Ελλάδος, με σημαντικότερη ίσως τη συμμετοχή του στην ανάπτυξη της ελληνικής ενεργειακής οικονομίας, κάτι που συνήθως παραβλέπεται: η κατασκευή των φραγμάτων του Αχελώου και η εξαγορά της Ηλεκτρικής Εταιρείας Αθηνών που ελεγχόταν από αγγλικά συμφέροντα θα ήταν αδύνατες χωρίς την επένδυση του αλουμινίου, ή τουλάχιστον θα είχαν καθυστερήσει για πολλά χρόνια ακόμη. Οι συνέπειες, τέλος, για την περιφερειακή ανάπτυξη δεν μπορούν να παραγνωρισθούν.

Αδυναμία σχεδιασμού πολιτικής για τη βιομηχανία

Η σύμβαση για την επένδυση του αλουμινίου υπογράφτηκε το 1960, το εργοστάσιο άρχισε να λειτουργεί το 1966 και μέχρι το 1974, το Αλουμίνιον της Ελλάδος Α.Ε. έχει αναδειχθεί σε μία από τις κορυφαίες βιομηχανίες που δημιούργησαν το ελληνικό οικονομικό «θαύμα». Από τη χρονιά αυτή και μετά, κυρίως δε από το 1990 έχει κανείς την αίσθηση ότι το Αλουμίνιον της Ελλάδος είναι ένα σκάφος που πλέει μόνο του, τη στιγμή που η ελληνική μεταποίηση δείχνει να βουλιάζει. Το γεγονός ότι ανήκε σε έναν πολυεθνικό όμιλο ασφαλώς το διασώζει από τις πιέσεις που θα δεχόταν αν λειτουργούσε σε ένα αμιγώς ελληνικό περιβάλλον.

Βλέποντας δε εκ των υστέρων την αντίθεσή του με τη ΔΕΗ και το ελληνικό κράτος κυρίως κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980, εκείνο που θα μπορούσε κανείς να συγκρατήσει δεν είναι η διένεξη για την πληρωμή υψηλότερων τιμών για την ενέργεια που πωλείται στην επιχείρηση. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να θεωρηθεί δικαιολογημένο και μέσα στο πλαίσιο των κανόνων του παιγνιδιού. Αντιθέτως, εκείνο που δεν παύει να εντυπωσιάζει είναι η αδυναμία του ελληνικού κράτους και κατ’ επέκταση της ΔΕΗ να συλλάβει και να σχεδιάσει μία πολιτική για τη βιομηχανία και γενικότερα για την οικονομία, η οποία θα ξέφευγε από τους στενούς ορίζοντες της αξιοποίησης του φυσικού πλούτου της χώρας και την πρακτική ενός οικονομικού εθνικισμού με ιδιοτελή κριτήρια. Μια πολιτική δηλαδή που θα δημιουργούσε τις δυνατότητες για μία ανταγωνιστική βιομηχανία υψηλής προστιθέμενης αξίας. Το βήμα αυτό δεν έγινε ποτέ. Δεν υπήρξε καν η σκέψη για κάτι τέτοιο και από τη δεκαετία του 1990 η λογική για την αναγκαιότητα της βιομηχανίας ως μοχλού ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας ή έστω ως απαραίτητου συστατικού της, καταρρέει σαν να μην υπήρξε ποτέ. Στα χρόνια που ακολούθησαν τη μεταπολίτευση, η ελληνική βιομηχανία κλήθηκε να καταβάλει το τίμημα της ικανοποίησης των «μεγάλων προσδοκιών». Ισως να μην είναι συμπτωματικό ότι σήμερα, στις συνθήκες οξύτατης κρίσης, και με αμφίβολο το μέλλον των υπολειμμάτων της ελληνικής μεταποίησης, ακούγονται οι ίδιες φωνές που από τη δεκαετία του 1940 και μετά θεωρούσαν ικανή και αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας την αξιοποίηση του φυσικού πλούτου της χώρας. Είναι αργά όμως πλέον.

* Ο κ. Κώστας Κωστής είναι καθηγητής Οικονομικής και Κοινωνικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ