ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Πολ Ντόνοβαν: «Πολιτικό και όχι οικονομικό το ζήτημα ελάφρυνσης του χρέους»

ΖΩΡΖΕΤ ΖΟΛΩΤΑ

Ο οικονομολόγος της UBS Πολ Ντόνοβαν.

Η ελάφρυνση του ελληνικού χρέους και η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών είναι πολιτικά ζητήματα, αναγνωρίζει ο οικονομολόγος της UBS Πολ Ντόνοβαν και συγγραφέας του βιβλίου «Η αλήθεια για τον πληθωρισμό». Από τη σκοπιά του οικονομολόγου η πραγματικότητα είναι πολύ πιο απλή, δηλώνει ο ίδιος. Eκτός αυτού, τονίζει πως είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί ένα περιβάλλον ευκαιριών, που θα πείσει τους νέους εργαζομένους να παραμείνουν στη χώρα και να μην αναζητήσουν ένα καλύτερο μέλλον στο εξωτερικό.

– Θα συμμετέχει το ΔΝΤ στο νέο πρόγραμμα για την Ελλάδα;

– Ο ρόλος του ΔΝΤ στα προγράμματα για την Ελλάδα ήταν πάντα αντικείμενο διαμάχης. Οπως έχει ακουστεί στο Κογκρέσο, είναι σαν να συμμετέχει το Ταμείο σε ένα πακέτο διάσωσης του Οράντζ Κάουντι των ΗΠΑ. Σε αυτή τη φάση, όμως, η προσοχή του ΔΝΤ είναι περισσότερο στραμμένη σε πιο μεγάλα ζητήματα, όπως η ενσωμάτωση του γουάν της Κίνας στα «ειδικά τραβηχτικά δικαιώματα». Είναι σημαντική, πάντως, η συμμετοχή του ΔΝΤ. Εχει την τεχνογνωσία για τη διαχείριση δανειοδοτικών προγραμμάτων και αναδιαρθρώσεων χρέους που δεν κατέχει η Ε.Ε.

– Για να συμμετάσχει το ΔΝΤ, ωστόσο, δεν θα πρέπει να υπάρξει μια συμφωνία για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους;

– Το ζήτημα είναι πολιτικό και όχι οικονομικό. Τι θα μπορούσε να είναι πολιτικά αποδεκτό στην Ελλάδα, στην Ε.Ε και στο ΔΝΤ. Με τους συγκεκριμένους όρους και τις υφιστάμενες συνθήκες, το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές για μια ελάφρυνση. Προ πάντων, όμως, το ονομαστικό κόστος εξυπηρέτησης θα πρέπει να είναι χαμηλότερο από τον ονομαστικό ρυθμό μιας βιώσιμης ανάπτυξης. Απαραίτητη είναι μια εξέταση τριών στοιχείων: του χρέους, του επιτοκίου εξυπηρέτησης και της προοπτικής ανάπτυξης. Μια διαγραφή χρέους από την ΕΚΤ, π.χ., θα ήταν τεχνικά εφαρμόσιμη, αλλά πολιτικά είναι εξαιρετικά επιβλαβής. Υπάρχουν πιο εύκολες λύσεις, όπως η παράταση στην αποπληρωμή του.

– Ποιες είναι οι προοπτικές ανάπτυξης στην Ελλάδα με ένα νέο δανειοδοτικό πρόγραμμα έπειτα από έξι χρόνια λιτότητας;

– Υπάρχουν ορισμένες επιπλοκές στην κυκλική ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας. Αφορούν στην επίσημη οικονομία και την παραοικονομία. Παραοικονομία υπάρχει σε όλες τις χώρες, αλλά το ερώτημα είναι η ισορροπία που κρατάει μια κυβέρνηση με την επίσημη οικονομία. Είναι περιορισμένη η δυνατότητα μιας κυβέρνησης να αντλήσει φόρους σε μια οικονομία που κινείται περισσότερο με μετρητά. Υπάρχει δε πιθανότητα με τα capital controls να υπάρξει ακόμη μεγαλύτερη διάσπαση. Ηδη στην Ελλάδα τα στοιχεία για τον πληθωρισμό ήταν λιγότερο αρνητικά απ’ ό,τι θα αναμενόταν εάν σκεφθεί κανείς την τραγική συρρίκνωση της οικονομίας. Στην Ιταλία έγινε προ ετών μια τεράστια κοινωνική εκστρατεία για την πληρωμή των ταξί με κάρτα, ανεξάρτητα από το κόστος της διαδρομής.

Ανησυχητική, επίσης, είναι η μετανάστευση των νέων εργαζομένων στο εξωτερικό και οι συνακόλουθες επιπτώσεις στην παραγωγικότητα. Είναι διπλό χτύπημα για την Ελλάδα και έτσι υποβαθμίζεται η διαρθρωτική τάση ανάκαμψης της οικονομίας. Η Ιρλανδία είχε ανάλογο πρόβλημα από το 1840 μέχρι τη δεκαετία του ’80. Εν τούτοις, οι συνθήκες άλλαξαν στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και αρχές του ’90, με την ανάπτυξη των χρηματοοικονομικών υπηρεσιών στο Δουβλίνο. Οπότε δεν χρειάζεται να είμαστε απαισιόδοξοι.

– Είναι ζήτημα πολιτικής σταθερότητας;

– Και όχι μόνον. Στην Ιρλανδία καλλιεργήθηκε ένα περιβάλλον ευκαιριών που απέτρεψε τους νέους να μεταναστεύσουν και να αναζητήσουν καλύτερες ευκαιρίες στη Βρετανία ή στις ΗΠΑ.

– Μείζον ζήτημα είναι, επίσης, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Πότε θα «κλείσει» αυτό το κεφάλαιο;

– Το τραπεζικό πρόβλημα της Ελλάδας απαιτεί άμεση επίλυση. Ωστόσο, εντάσσεται σε ένα μακροπρόθεσμο ευρωπαϊκό πρόβλημα. Και για να βρεθεί λύση σε αυτό, ίσως χρειαστούν δεκαετίες. Η Ελλάδα, όμως, δεν έχει την πολυτέλεια του χρόνου. Θα χρειαστεί μια προσωρινή λύση. Η ΕΚΤ θα μπορούσε να ενθαρρύνει τη συμμετοχή των ιδιωτών επενδυτών στην ανακεφαλαιοποίηση των ελληνικών τραπεζών. Είναι, όμως, πολιτικό ζήτημα διότι αφορά στη βαθύτερη ενοποίηση της Ευρωζώνης. Σε μια νομισματική ένωση, η κεντρική τράπεζα λειτουργεί ως ύστατος δανειστής με ένα κοινό σύστημα εγγύησης καταθέσεων. Ωστόσο, η ΕΚΤ δεν μπορεί να προχωρήσει στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, παρά μόνον να την απαιτήσει. Αυτό είναι ένα πρόβλημα.

Στις ΗΠΑ η Fed έκανε έκανε ενέσεις κεφαλαίων στις τράπεζες και στη Βρετανία η κυβέρνηση προχώρησε σε ανακεφαλαιοποιήσεις μέσα από τη μερική κρατικοποίηση. Και στις δύο περιπτώσεις, ο δανεισμός στην οικονομία έχει επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα, αν και παραμένει υποτονικός. Η Βρετανία παρουσιάζει σήμερα την πιο δυναμική ανάκαμψη από τη χρηματοπιστωτική κρίση συγκριτικά με τον υπόλοιπο ΟΟΣΑ και είναι λόγω της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών της.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ