ΒΙΒΛΙΟ

Αντίο, κόσμε ακατανόητε

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΕΣ

Wolfgang Herrndorf
«Βερολίνο, γεια»
μτφρ.: Απόστολος
Στραγαλινός
εκδ. Κριτική, 2015

«Το πρώτο που μυρίζω είναι αίμα και καφές». Ο έφηβος Μάικ κουβαλάει πάνω του το παρατσούκλι «πυροβολημένος». Ο Βόλφγκανγκ Χέρνντορφ έβαλε τον ήρωά του και τον κολλητό του, Τσικ, να κλέψουν ένα Λάντα και να φύγουν από το Βερολίνο, έτσι, μόνοι, παρατώντας γονείς, φίλους, την ίδια την πόλη, και να κατευθυνθούν προς τη νότια Ρουμανία, στη Βλαχία, συνώνυμο, στα γερμανικά, με το πουθενά (Walachei), όπου ο Τσικ είχε έναν θείο. Το μυθιστόρημα είναι ένα καταιγιστικό ταξίδι δύο εφήβων στον άδειο κόσμο, στον κόσμο των μεγάλων, χωρίς τους μεγάλους και σίγουρα δίχως τη σκευή, την εμπειρία των ενηλίκων.

Οι δύο έφηβοι δεν είναι εξωγήινοι. Ακούν σύγχρονη μουσική, ερωτεύονται κατά τα συνηθισμένα, παίζουν ηλεκτρονικά παιχνίδια, στέλνουν ραβασάκια στην τάξη, παίρνουν καλούς και κακούς βαθμούς, ζουν διαζύγια γονέων, τιμωρίες, δώρα, πάρτι, βαριούνται, ενθουσιάζονται. Ο Μάικ και ο Τσικ τα κάνουν όλα αυτά στις γνωστές δόσεις. Εκτός από το ταξίδι τους ― κι ας καταλήγει μ’ ένα τουμπαρισμένο αυτοκίνητο, τον Μάικ στο νοσοκομείο και μετά σε τιμωρία, τον Τσικ σε ένα ίδρυμα, μέρος ενδεχομένως καλύτερο από την απομόνωση σ’ ένα σπίτι στο δάσος με τη μάνα του.

Συναντούν δρόμους και ανθρώπους, βρίσκονται σε άγνωστα χωριά, κάνουν πικνίκ μέσα στο Λάντα, κοιμούνται σε στρώματα, γνωρίζουν την Ίζα, τη βρωμερή κοπέλα που βρίσκουν δίπλα στα σκουπίδια και που ζητεί από τον Μάικ να τη φιλήσει, αλλά εκείνος δεν ξέρει πώς ― εξάλλου, σε κάποιο σημείο ευχαριστεί τον Τσικ που τον έκανε σχεδόν γκέι, όχι με τη σεξουαλική έννοια, αλλά μ’ εκείνη της πλήρους αποδοχής της ομοφυλοφιλίας ως «κατάστασης».

Το «Βερολίνο, γεια» ανήκει στην καθαρή αφηγηματική λογοτεχνία. Αβαρές από φορμαλιστικά στολίδια, γυμνό από την ομορφιά της γλώσσας, το μυθιστόρημα είναι το ίδιο μια εκδρομή με ταχύτητα, με φρένο-αμπραγιάζ-γκάζι, με την εφηβική κουταμάρα απαλλαγμένη από τη γνώση ―και τα εμπόδιά της― των μεγάλων. Ο Μάικ και ο Τσικ είναι οι φορείς της ανθρωπογεωγραφίας της Ανατολικής Γερμανίας, που ταξιδεύουν με το συμβολικό Λάντα προς το πουθενά, απλώς για να ταξιδέψουν. Συγκινητική, ακούσια πραγματεία πάνω στην «Ιθάκη» του Καβάφη, άραγε;

Δεν ξέρω πώς είναι το βιβλίο στα γερμανικά· η ελληνική του μετάφραση, όμως, από τον Απόστολο Στραγαλινό είναι ένας ζωντανός οργανισμός ― σωστή τύχη. Το «Βερολίνο, γεια», όπως όλες οι ιστορίες, τελειώνει εκεί που δεν το περιμένεις. Δεν σου τη «φέρνει»· απλώς, θέλεις κι άλλο· όπως σωστά είπε ο Γιεργκ Μάγκεναου στο Deutchlandradio: «Το “Βερολίνο, γεια” είναι ένα όμορφο, νεανικό μυθιστόρημα. Με ένα μονάχα μειονέκτημα: Τελειώνει πάρα πολύ γρήγορα».

Αυτό, λοιπόν, είναι το τελευταίο μυθιστόρημα του σκιτσογράφου ―και βραβευμένου με το Γερμανικό Βραβείο Διηγήματος, το 2008, για το «Diesseits des Van-Allen Gürtels»― Βόλφγκανγκ Χέρνντορφ, αφού, χτυπημένος από βαριά ασθένεια, αυτοκτόνησε στις 26 Αυγούστου 2013, αυτοπυροβολούμενος στην όχθη του καναλιού Χόεντσολερν, όρθιος, όπως το είχε αποφασίσει. Αποχαιρετά το Βερολίνο, έναν ολόκληρο κόσμο, βάζοντας τους δύο παράξενους φίλους να γευτούν τη δική τους επανάσταση σ’ έναν κόσμο που δεν την έχει ανάγκη, που τους θέλει όλους καθωσπρέπει, βολεμένους στα ―πολλές φορές, ακατανόητα― όρια που βάζει η ηλικία. Η τελευταία του ανάρτηση στο μπλογκ του ήταν: «Χιόνι, Αύγουστος, Σεπτέμβριος, Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ