ΒΙΒΛΙΟ

Η Λένι... και οι άλλοι στον ναζισμό

ΣΙΣΣΥ ΑΛΩΝΙΣΤΙΩΤΟΥ

Σκηνή από την ταινία «Η πτώση». Στα πρόσωπα των Γερμανίδων καθρεφτίζεται η ηττημένη Γερμανία. Στο βιβλίο του Χάινριχ Μπελ, η Λένι μεγάλωσε την εποχή του πρώιμου ναζισμού και ενηλικιώθηκε στη διάρκεια του καθεστώτος.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΧΑΪΝΡΙΧ ΜΠΕΛ
«Ομαδικό πορτρέτο με μία κυρία»
Μτφρ.: Μαργαρίτα Ζαχαριάδου
Εκδ. ΠΟΛΙΣ

«Θηλυκό κεντρικό πρόσωπο στο πρώτο μέρος είναι μια γυναίκα σαράντα οκτώ ετών, Γερμανίδα. Εχει ύψος 1,71, ζυγίζει 68,8 κιλά (με τα ρούχα), δηλαδή γύρω στα 300-400 γραμμάρια κάτω από το ιδεώδες βάρος. Το χρώμα των ματιών της κυμαίνεται μεταξύ σκούρου μπλε και μαύρου, έχει πολύ πυκνά ξανθά μαλλιά, ελαφρώς γκριζαρισμένα, τα οποία αφήνει κάτω. Περιβάλλουν το κεφάλι της ολόισια, κάπως σαν κράνος. Η γυναίκα ονομάζεται Λένι Πφάιφερ, το γένος Γκρούιτεν […]».

Αυτές είναι οι πρώτες γραμμές από το βιβλίο του Χάινριχ Μπελ «Ομαδικό πορτρέτο με μία κυρία», και αυτή η αναλυτική περιγραφή, η προσέγγιση με χειρουργική ακρίβεια κάθε λεπτομέρειας που ο Μπελ, αλλά και ο «συγγραφέας» –αφηγητής της μυθιστορίας– θεωρούν ότι συμβάλλει στη δημιουργία και στην εξεικόνιση του ομαδικού πορτρέτου, ακολουθείται μέχρι το τέλος του μυθιστορήματος.

Ο αφηγητής βασίζεται σε «πληροφοριοδότες», προκειμένου να ανασυνθέσει κατά το δυνατόν αξιόπιστα το παρελθόν. Στο «Ομαδικό πορτρέτο» εμφανίζονται πρόσωπα αντιπροσωπευτικά –κυρίως αν και όχι μόνο– της γερμανικής κοινωνίας από τις παραμονές του A’ Παγκοσμίου Πολέμου έως και τα χρόνια της γερμανικής ανόρθωσης, στις δεκαετίες μετά το τέλος του B’ Παγκοσμίου.

Κεντρικό πρόσωπο η Λένι, που μεγάλωσε την εποχή του πρώιμου ναζισμού, ενηλικιώθηκε στη διάρκεια του καθεστώτος και, μέσα από τα χαρακτηριστικά που της δίνει ο Μπελ, ο αναγνώστης διακρίνει τις εκφάνσεις μιας, κατά περίπτωσιν, ηρωικής αλλά κυρίως απλοϊκής, συχνά ποταπής ανθρωπινότητας. Η Λένι… και οι άλλοι δημιουργήθηκαν από τον συγγραφέα του βιβλίου «Η χαμένη τιμή της Καταρίνα Μπλουμ», που είναι από τα πιο γνωστά έργα του Μπελ στην Ελλάδα, για να εκφραστεί με έναν ακόμη τρόπο η γερμανική συνείδηση, η συνείδηση μιας γενιάς που έζησε και απέρριψε τον πόλεμο, ενός έθνους που δεν σταματά να απολογείται κάτω από το βάρος των ενοχών του.

Ειρηνιστής που, αντίθετα από τον Γκύντερ Γκρας και άλλους, δεν προσχώρησε ποτέ στις ομάδες της χιτλερικής νεολαίας, αναγκάστηκε ωστόσο να πολεμήσει ως απλός στρατιώτης της Βέρμαχτ, αφού σε όλη τη διάρκεια της εξαετούς θητείας του αρνήθηκε κάθε προαγωγή. Επιστρέφοντας το 1945 στη γενέτειρά του, την Κολωνία, ξεκινά σπουδές Γερμανικής Λογοτεχνίας, και από το 1949 μέχρι το θάνατό του, το 1985, σε όλα του τα έργα περιγράφει ουσιαστικά μία κατάσταση: μια κοινωνία που καταρρέει, ανθρώπους εγκλωβισμένους σε έναν πόλεμο που δεν ήθελαν οι ίδιοι, ζωές κατεστραμμένες εξαιτίας αυτών που ήθελαν τον πόλεμο, ανθρώπους που τρελαίνονται από την υποκρισία και την αδιαφορία, πράξεις που αποδομούν τον γερμανικό ρομαντισμό περί πολέμου και ηρώων.

Πιστός καθολικός, όπως και ο Γκράχαμ Γκρην, δεν «στηλιτεύει» την κοινωνία επειδή την αρνείται, αλλά επειδή επιθυμεί τον επαναπροσδιορισμό των ηθικών ορίων της, δεν αρνείται τις αξίες της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αλλά καταγγέλλει την ιεραρχία και τις πρακτικές της.

Το 1972 τιμάται με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, ο πρώτος Γερμανός συγγραφέας μετά τον Τόμας Μαν (1929) που λαμβάνει αυτή την ύψιστη τιμή – αν και ο Μπελ ήταν ήδη «εθνικός» συγγραφέας, αφού τα έργα του διαβάζονταν στη Δυτική αλλά και στην τότε κομμουνιστική Ανατολική Γερμανία. Παρόλο που οι κριτικοί λογοτεχνίας δεν υπήρξαν αρκούντως θαυμαστές του, τα έργα του έχουν διαβαστεί από το 89% των Γερμανών, έχουν μεταφραστεί σε τουλάχιστον 12 γλώσσες και ήταν ο πλέον ευπώλητος συγγραφέας στην Σοβιετική Ενωση, όπου έφτασε να πωληθούν 4 εκατομμύρια αντίτυπα έργων του, γεγονός που δημιούργησε το «παράδοξο Μπελ», αφού δεν ήταν ούτε Σοβιετικός ούτε κομμουνιστής, ενώ εναντιωνόταν δυναμικά και έμπρακτα σε κάθε μορφή ολοκληρωτισμού: το 1974,ο Αλεξάντερ Σολζενίτσιν πήγε και βρήκε το πρώτο του καταφύγιο στο σπίτι του Μπελ, όταν απελάθηκε από τη Μόσχα.

Ο Μπελ δεν σταμάτησε ποτέ να εκφράζει τις θέσεις του –ηθικές παρά πολιτικές– ακόμα και όταν ερχόταν σε σύγκρουση με την πλειοψηφία της κοινής γνώμης: όταν η Μπεάτε Κλάρσφιλντ (που μαζί με τον άντρα της εξελίχθηκαν στη διάρκεια της δεκαετίας του ’60 σε ακτιβιστές «κυνηγούς Ναζί») χαστούκισε δημοσίως έναν πρώην Γερμανό καγκελάριο, τον Kiesinger, ως «υπενθύμιση για το ναζιστικό του παρελθόν», ο Μπελ τής έστειλε μια τεράστια ανθοδέσμη δηλώνοντας την αντίθεσή του με τη γερμανική κοινή γνώμη, που είχε καταδικάσει την πράξη της ως «πράξη βίας».

Παντρεμένος με την Annemarie Cech από το 1942, απέκτησε τρεις γιους: τον Raimund, τον Rene και τον Vincent. Την ημέρα που έμαθε ότι του απένειμαν το βραβείο Νόμπελ, βρισκόταν στην Αθήνα, καθ’ οδόν προς το Ισραήλ. Πήγαινε να επισκεφθεί τον γιο του Vincent, ο οποίος εργαζόταν στην Ιερουσαλήμ σε ένα ίδρυμα τυφλών, εθελοντικά, όπως και άλλοι νεαροί Γερμανοί, προκειμένου να «ξεπλύνουν» μέσω της κοινωνικής προσφοράς τα εγκλήματα των Ναζί στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ