ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Ν. Σεβαστάκης: Στην Ελλάδα έχουμε πάρα πολύ σχόλιο, λίγη δράση

ΓΙΟΥΛΗ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

«Η οικογένεια έχει μια λειτουργία προστατευτική για τα πιο ευάλωτα μέλη σε σχέση με τη βία της πραγματικότητας, αλλά αυτό δημιουργεί ανθρώπους που δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν σε δύσκολες προκλήσεις», λέει ο Νικόλας Σεβαστάκης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Συναντηθήκαμε ένα πρωινό στην πλατεία Αγίας Ειρήνης. Αν και δεν είχε τύχει μέχρι τότε να γνωριστούμε από κοντά, ένιωθα παράξενη οικειότητα με τον Νικόλα Σεβαστάκη. Ισως λόγω της κοινής καταγωγής από τη Σάμο. Ισως πάλι επειδή το «Σφαγείο» (1979) του πατέρα του Αλέξη Σεβαστάκη, αγωνιστή της Αριστεράς, δικηγόρου και βουλευτή της ΕΔΑ και του Συνασπισμού, είναι ένα από τα πρώτα βιβλία που διάβασα ως έφηβη. Μπορεί, βέβαια, αυτή η αθεμελίωτη εγγύτητα να οφείλεται και στην καθημερινή ανάγνωση των σχολίων του στη σελίδα που διατηρεί στο Facebook. Μικρά σχόλια επικαιρότητας, αποστάγματα κοινωνικής παρατήρησης, εκλεκτές μουσικές, φλασμπάκ στην ιστορία της τέχνης και της λογοτεχνίας, αναπάντεχες αισθητικές συγκρίσεις κάνουν τον «τοίχο» του από τους πιο ενδιαφέροντες, πεδίο γόνιμου προβληματισμού και σκέψης.

Αφορμή πάντως για τη συνάντησή μας ήταν η νέα του έκδοση, η συλλογή διηγημάτων «Αντρας που πέφτει», η δεύτερη μετά τη «Γυναίκα με ποδήλατο», πάλι από τις εκδόσεις Πόλις, με την οποία ο 50χρονος ακαδημαϊκός δάσκαλος, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών στο ΑΠΘ, δυναμώνει ακόμη περισσότερο τους δεσμούς του με τη λογοτεχνία, αφήνοντας, προς το παρόν, το πολιτικό δοκίμιο.

«Τώρα στα χρόνια της κρίσης, και αφού έκανα τους λογαριασμούς μου με ορισμένες αποτυχίες στην ερμηνεία των πολιτικών φαινομένων, πραγματώνω μια στροφή στη λογοτεχνία, όπου μπορώ να πω πράγματα που δεν μπορούσες να πεις στην Ελλάδα αλλά και αλλού με τη μορφή του δοκιμίου», μου εξηγεί. Με αυτό το βιβλίο ο Νικόλας Σεβαστάκης προσανατολίζεται στο ανθρώπινο υλικό, με τη διαφορά ότι πρόκειται για «λογοτεχνία ατόμων», όπως λέει.

«Δεν είναι λογοτεχνία με φιλοδοξία κοινωνική. Δεν έχω την πρόθεση να μιλήσω για την κρίση ή για τον καιρό μας με ηθικούς όρους. Ειδικά όμως σ’ αυτήν τη νέα συλλογή υπάρχει η κρίση ή πτυχές της ως το υπόστρωμα. Μπορείς να μιλήσεις άμεσα γι’ αυτά στο δοκίμιο, το άρθρο ή και σε ένα επεξεργασμένο σχόλιο στα σόσιαλ μίντια. Αν τα μεταφέρεις στη λογοτεχνία, στα πρόσωπα δηλαδή, γίνονται καρικατούρες, κραυγαλέα. Και το κραυγαλέο εμένα με απωθεί, γιατί θεωρώ ότι δεν υπηρετεί την αλήθεια ούτε για το άτομο ούτε για το συλλογικό. Είναι απλώς η στιγμή, ένα ξέσπασμα που σου δίνει μια πολύ μικρή εικόνα της πραγματικότητας».

Θρηνητική πραγματικότητα

O άντρας που πέφτει είναι ένας άντρας ερωτευμένος με τη γυναίκα του. Οταν εκείνη τον εγκαταλείπει αιφνίδια για έναν στρατιωτικό, αυτός αναπτύσσει ένα ανεξήγητο νευρολογικό σύνδρομο: Καθώς περπατάει στον δρόμο, πέφτει. Του κάνουν εξετάσεις, δεν βρίσκουν μια νόσο. «Είναι στην ουσία μια προσέγγιση της ερωτικής απώλειας», λέει ο συγγραφέας. «Η πτώση οφείλεται στο ότι δεν μπορεί να φέρει μέσα του το κενό της απώλειας του αγαπημένου προσώπου. Αλλά ξανασηκώνεται. Και θα ζήσει σε όλη του τη ζωή με αυτήν την πτώση. Θα πρέπει να μάθουμε να διαχειριζόμαστε τις πτώσεις μας».

Ο άντρας, η γυναίκα, ο έρωτας και η απώλεια, το πώς αλλάζουμε μέσα στον χρόνο παραμένοντας ίδιοι, οι ενδοοικογενειακές σχέσεις, πρωταγωνιστούν στις ιστορίες οι οποίες πάλλονται από ζωντάνια. Μπαίνω στον πειρασμό να ρωτήσω τον Νικόλα Σεβαστάκη πώς παρατηρεί τη λειτουργία της οικογένειας κυρίως στα χρόνια της κρίσης. «Ο τρόπος που λειτούργησε η ελληνική οικογένεια είναι διφορούμενος. Εχει μια θετική λειτουργία, απαλυντική, προστατευτική για τα πιο ευάλωτα μέλη σε σχέση με τη βία της πραγματικότητας, αλλά από την άλλη αυτό δημιουργεί ανθρώπους που δεν μπορούν να αντεπεξέλθουν σε δύσκολες προκλήσεις. Φτιάχνει μιαν αδρανή, παραπονιάρικη και όχι διεκδικητική πραγματικότητα. Μια θρηνητική πραγματικότητα. Ενα είδος ατόμου το οποίο διαρκώς θεωρεί ότι αδικείται. Που ναι μεν αδικείται κάποιες φορές, αλλά το κατασκευάζει πια και ως προσωπική ιδεολογία επιβίωσης. Και αυτό μεταφέρεται σε επίπεδο λαού. Εχουμε πάρα πολύ σχόλιο στην Ελλάδα και λιγότερη δράση, χωρίς αυτό να σημαίνει βέβαια ότι είμαστε στοχαστικοί».

Οι ψευδαισθήσεις

Πόσο δύσκολο είναι να μιλήσει κανείς για όσα συμβαίνουν σήμερα; Τον ρωτάω. «Εν μέρει οι αστοχίες στην ερμηνεία με οδήγησαν στη λογοτεχνία. Η αστοχία σχετίζεται με αυτό που λέμε ριζοσπαστισμός της κρίσης. Κάποιοι το μπερδεύουν και νομίζουν ότι είναι το θέμα του ΣΥΡΙΖΑ, η “συριζολογία”. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι το όχημα του ριζοσπαστισμού. Ηταν λάθος οι υποθέσεις εργασίας, η αφετηρία δηλαδή, που θεωρώ ότι ήταν περισσότερο η άρνηση του προηγούμενου, παρά η κατάφαση σε ένα νέο στίγμα. Υπήρχαν ψευδαισθήσεις μεγαλείου στην ελληνική Αριστερά, ότι η δική της παρέμβαση θα λειτουργήσει καταλυτικά περίπου στο παγκόσμιο σύστημα. Επίσης, αυτό που λέμε αγανάκτηση, δυσφορία, δεν την επεξεργάστηκε ώστε να φτιάξει πραγματική πολιτική ταυτότητα, αλλά την άφησε να περάσει κατευθείαν από το κοινωνικό στο πολιτικό.

Εγώ έχω ασκήσει έντονη κριτική και στα συνθήματα, όπως “αυτοί ή εμείς”, γι’ αυτό και έφυγα κιόλας.

Πρόκειται για διχαστική ρητορική. Πρώτα απ’ όλα είναι ένας ηθικός μαξιμαλισμός το να λες “εγώ είμαι το μόνο ηθικό υποκείμενο και απέναντί μου είναι περίπου όλοι μορφές του κακού”. Και φυσικά υπήρξε τεράστια υποτίμηση της διοίκησης. Η πολιτική δεν είναι μόνο η βούλησή μας. Εχει και τη διαχείριση της ακάθαρτης πραγματικότητας».

Και με τον κυνισμό στη δημόσια σφαίρα; Ανησυχεί; «Είναι ένας τσαλακωμένος ρομαντισμός ή ένας τσαλακωμένος ιδεαλισμός. Είναι η έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα και όταν κάποια στιγμή αποφασίσεις να κάνεις τη στροφή γίνεσαι φορέας των πιο κοινότοπων ιδεών της πραγματικότητας. Νομίζω ότι περάσαμε από έναν κραυγαλέο ριζοσπαστισμό σε έναν μουλωχτό οπορτουνισμό. Κατά κάποιο τρόπο όλα χωνεύονται δηλαδή, χωρίς καμία εξήγηση ουσιαστική σε πολιτικό επίπεδο».

Ενα Πάσχα στη Λέρο

Αφήνουμε τη λογοτεχνία και την πολιτική και πηγαίνουμε για λίγο ένα ταξίδι στο παρελθόν. Στον παραλιακό δρόμο του Καρλοβάσου, στο σπίτι με τα ξύλινα παράθυρα που τα έδερνε ο βοριάς. «Θεωρώ τον εαυτό μου λιμανιώτη», λέει χαμογελώντας ο Νικόλας Σεβαστάκης. «Εφυγα από τη Σάμο στα 18 μου αλλά έχω πολλές μνήμες από το νησί. Η αλήθεια είναι ότι μπορείς να καταλάβεις έναν τόπο μόνον όταν πάρεις απόσταση. Λ.χ. δεν έχω καμία νοσταλγία για τα σχολικά χρόνια, γιατί είχαν πολλή βία και παιδαγωγική στενότητα. Μας έλεγε ο δάσκαλος πηγαίνετε να κόψετε μια βίτσα για να του τη φέρουμε και να μας χτυπήσει.

Ολο αυτό κράτησε στη Σάμο μέχρι τις αρχές του ’80. Με μία έννοια στις πρακτικές της καθημερινότητας και στο σχολείο, η δικτατορία άντεξε μέχρι και την πρώτη περίοδο της μεταπολίτευσης». Και ο πατέρας; Πώς ήταν να μεγαλώνει πλάι σε μια τόσο ισχυρή προσωπικότητα και τι θυμάται από τα χρόνια της εξορίας; «Θυμάμαι το επισκεπτήριο. Θυμάμαι ότι ήταν Πάσχα, τον επισκεφθήκαμε στη Λέρο και πήγαμε σε έναν περιφραγμένο χώρο όπου επέτρεψαν στους κρατούμενους να κάνουν πικ νικ με τις οικογένειές τους. Καθίσαμε κάτω από ένα δέντρο και γύρω μας ήταν αστυνομικοί με όπλα. Ο πατέρας μου ήταν μια πολύ ισχυρή και ταυτόχρονα μια πολύ τρυφερή προσωπικότητα. Ηταν εξαιρετικός αφηγητής. Μας μετέφερε κομμάτια της ιστορίας μέσα σε ανθρώπινες ποιότητες. Με αυτόν τον τρόπο μάς μιλούσε και για την εξορία, και όχι όπως συνήθως θα μιλούσε ένα κομμουνιστής. Οπως και η μητέρα μου, ήταν και οι δυο τους εξαιρετικά πολιτικοποιημένοι, με την έννοια ότι ήταν ανοιχτοί στα διεθνή ζητήματα. Δεν ενδιαφέρονταν μόνο για τα ελληνικά πράγματα. Η μητέρα μου γνώριζε τι γινόταν στην Ινδονησία και στις αντιαποικιακές επαναστάσεις. Και διάβαζαν πολύ. Στη βιβλιοθήκη τους έβρισκες από Κάφκα μέχρι Φορσάιθ και δοκίμια του Τσάτσου. Ηταν ένα τεράστιο παιδαγωγικό εργαστήρι».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ