ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Μ. Γουλφ: To πρόβλημα της Ελλάδας δεν έχει λυθεί

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

Μάρτιν Γουλφ: Οι χώρες δεν αναμορφώνονται από έξω, μόνο από μέσα. Το ερώτημα λοιπόν είναι: Θέλουν οι Ελληνες μια σύγχρονη δημόσια διοίκηση, μια σύγχρονη Επιτροπή Ανταγωνισμού και όλα τα σχετικά;

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Το ελληνικό πρόβλημα δεν έχει επιλυθεί κατά καμία έννοια», εκτιμά ο Μάρτιν Γουλφ, βασικός οικονομικός αρθρογράφος των Financial Times και ένας από τους οικονομικούς σχολιαστές με τη μεγαλύτερη επιρροή διεθνώς. Ο Γουλφ, που θα βρεθεί στην Αθήνα την ερχόμενη εβδομάδα για να λάβει μέρος στην ετήσια διάλεξη του ΕΛΙΑΜΕΠ (την Τετάρτη στο Γαλλικό Ινστιτούτο), μετέδωσε στην «Κ» την αίσθησή του ότι είναι πολύ πιθανός ο εκτροχιασμός του ελληνικού προγράμματος, καθώς «η κυβέρνησή σας καλείται να εφαρμόσει ένα πρόγραμμα στο οποίο ξεκάθαρα δεν πιστεύει».

Στην περίπτωση μιας νέας υποτροπής πάντως, θεωρεί πιθανό -«αν και κάθε άλλο παρά σίγουρο»- οι άλλες χώρες της περιφέρειας της Ευρωζώνης να εξέλθουν αλώβητες από την όποια αναταραχή, χάρη κυρίως στον Μάριο Ντράγκι, στον οποίο πιστώνει σε μεγάλο βαθμό την ανάκαμψη της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Σε ερώτηση της «Κ» για τα μεγαλύτερα λάθη στη διαχείριση της ελληνικής κρίσης, αναφωνεί: «Από πού να ξεκινήσουμε; Κατ’ αρχάς η Ελλάδα δεν έπρεπε να ενταχθεί στην Ευρωζώνη. Αφού έγινε μέλος, δεν έπρεπε να κυβερνηθεί όπως κυβερνήθηκε. Μετά, όταν ξέσπασε η κρίση, δύο πράγματα έπρεπε να γίνουν αποδεκτά:

Πρώτον, ότι η Ελλάδα θα χρειαζόταν μια δραστική, βίαιη απομείωση του χρέους της, το οποίο βρισκόταν σε ιδιωτικά χέρια. Αυτό αγνοήθηκε – ουσιαστικά το πρώτο πρόγραμμα σχεδιάστηκε με σκοπό τη διάσωση του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος. Απλά έγινε “ξέπλυμα” της διάσωσης αυτής μέσω της Ελλάδας».

Το δεύτερο μεγάλο λάθος των δανειστών, κατά τον Γουλφ, είναι ότι έκαναν επιφανειακή διάγνωση του ελληνικού προβλήματος. «Δεν ήταν απλά θέμα μακροοικονομικής ανισορροπίας. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει θέμα ανάπτυξης (σ.σ.: development). Για να μπορέσει να λειτουργήσει στο πλαίσιο της σύγχρονης ευρωπαϊκής οικονομίας, χρειαζόταν μια θεμελιώδη αναμόρφωση των ιδιωτικών και των δημόσιων θεσμών της. Κάτι τέτοιο απαιτεί χρόνια, όχι λίγους μήνες, και δεν είναι πραγματικά δουλειά του ΔΝΤ. Είναι δουλειά της Παγκόσμιας Τράπεζας ή της Ευρωπαϊκής Τράπεζας για την Ανοικοδόμηση και την Ανάπτυξη».

Ακόμα και η ενεργοποίηση αυτών των οργανισμών, δεν θα ήταν εχέγγυο επιτυχίας, λέει ο Γουλφ, επικαλούμενος και τα διδάγματα που άντλησε από τη θητεία του στην Παγκόσμια Τράπεζα: «Οι χώρες δεν αναμορφώνονται από έξω, μόνο από μέσα. Το ερώτημα λοιπόν είναι: Θέλουν οι Ελληνες μια σύγχρονη δημόσια διοίκηση, μια σύγχρονη Επιτροπή Ανταγωνισμού και όλα τα σχετικά; Αν δεν το θέλουν, δεν πρόκειται να συμβεί. Αλλά μέχρι στιγμής, δεν τους έχουμε δώσει πραγματικά την ευκαιρία να τα επιδιώξουν».

Οι κίνδυνοι και οι εμμονές

Αν το 2015 ήταν η χρονιά του παρ’ ολίγον Grexit, τη νέα χρονιά θα βρεθεί στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης το Brexit, καθώς η χώρα του αναμένεται να ψηφίσει υπέρ ή κατά της παραμονής στην Ε.Ε. Ο Γουλφ πιστεύει ότι οι συμπατριώτες του θα ψηφίσουν υπέρ της παραμονής. Ωστόσο «είναι αδύνατον να προβεί κανείς σε ασφαλείς προβλέψεις», κυρίως επειδή ο πολιτικός διάλογος στη Βρετανία για την Ε.Ε. αυτή τη στιγμή είναι «δηλητηριώδης», ενώ υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να διχαστεί επί του θέματος το Συντηρητικό Κόμμα και «δεν είναι σαφές» σε τι στάση θα καταλήξει το Εργατικό Κόμμα.

Οι οικονομικές συνέπειες της εξόδου για τη Βρετανία «είναι πολύ δύσκολο να προβλεφθούν», λέει, γιατί «είναι άγνωστο τι μορφή θα πάρει η αποχώρηση». Οσο πάντως διαρκέσει η διαπραγμάτευση μεταξύ Βρυξελλών και Λονδίνου για τη διάδοχη κατάσταση, η αβεβαιότητα θα μεταφραστεί σε «σημαντική οικονομική αποδιοργάνωση».

Κοιτάζοντας ευρύτερα προς το 2016 και τις πιθανές αναταράξεις που θα φέρει, ο Γουλφ παρατηρεί: «Υπάρχουν δύο τάξεις κινδύνων που απειλούν την παγκόσμια οικονομία. Η πρώτη αφορά τις αναδυόμενες οικονομίες – μια μείζων επιβράδυνση στην Κίνα, που θα προκαλέσει έναν νέο γύρο μεγάλης πτώσης των τιμών των εμπορευμάτων, με σημαντικές συνεπακόλουθες συνέπειες στις κεφαλαιαγορές».

Ο Βρετανός οικονομολόγος θεωρεί τον κίνδυνο αυτό «όχι ιδιαίτερα υψηλό», αλλά προειδοποιεί: «Ενα από τα πράγματα που έχω μάθει είναι ότι οι διασυνδέσεις στις χρηματαγορές είναι πιο σύνθετες και τεθλασμένες από ό,τι φαίνεται».

Ο γεωπολιτικός παράγοντας

Ο άλλος τύπος κινδύνου στον ορίζοντα είναι ο γεωπολιτικός: «Υπάρχουν σήμερα πολλές ευκαιρίες για σοβαρές προστριβές μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, από τη Μέση Ανατολή ώς τη Θάλασσα της Νότιας Κίνας. Δεν είναι απίθανο τα πράγματα να ξεφύγουν από τον έλεγχο, κάτι που αναμφισβήτητα θα είχε σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις». Γεωπολιτικό ρίσκο χαρακτηρίζει και την πιθανότητα η προσφυγική κρίση στην Ευρώπη να οδηγήσει σε κλείσιμο των συνόρων.

Το οικονομικό σοκ όμως μπορεί να προέλθει και από τη δημοκρατική διαδικασία. Για παράδειγμα, λέει ότι η αμερικανική οικονομία είναι σε «αρκετά καλή» κατάσταση, αλλά ότι μια πιθανή εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία θα «δημιουργούσε έναν τελείως διαφορετικό κόσμο». «Μπορούμε πραγματικά να το αποκλείσουμε;», διερωτήθηκε. Ηταν σχεδόν σαν να αναζητεί διαβεβαιώσεις κατά του αδιανόητου.

Σε πρόσφατη στήλη του, ο Γουλφ επέκρινε τον Βρετανό υπουργό Οικονομικών Τζορτζ Οζμπορν για την επιμονή του να πετύχει δημοσιονομικό πλεόνασμα, σε «φυσιολογικές» οικονομικές συνθήκες, ώς το τέλος της δεκαετίας. Είναι πάντα λάθος η επιδίωξη δημοσιονομικών πλεονασμάτων;

«Οι κυβερνήσεις πρέπει να νοιάζονται για τους ισολογισμούς τους, δηλαδή για τα χρέη τους και τα περιουσιακά τους στοιχεία», απαντά. «Αν το χρέος είναι πολύ υψηλό, είναι συνετό να μειωθεί, και υπάρχουν περιπτώσεις που αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με πλεονάσματα. Αν όμως η επίτευξη του πλεονάσματος οδηγήσει την οικονομία σε ύφεση, αυτό δυσχεραίνει τη μείωση του δείκτη χρέους προς ΑΕΠ». Για τη Βρετανία, λέει, η μείωση του δείκτη χρέους δεν επείγει – «δανειζόμαστε με πολύ ευνοϊκούς όρους και αυτό θα συνεχιστεί».

Το δεύτερο ερώτημα, εξηγεί, είναι τι σημαίνει η φράση «φυσιολογικοί καιροί». Αν μιλάμε για περιόδους πλήρους απασχόλησης, με πληθωριστικές πιέσεις και υπερβολικά ταχεία πιστωτική επέκταση, σημειώνει, «τότε είναι άριστη πολιτική η επιδίωξη ενός ογκώδους δημοσιονομικού πλεονάσματος, τόσο από την οπτική της διαχείρισης του χρέους όσο και για τη διαφύλαξη της μακροοικονομικής σταθερότητας». Ισχυρίζεται, με βάση αυτή τη λογική, ότι η Βρετανία και πολλές άλλες χώρες έπρεπε να έχουν πλεονασματικούς προϋπολογισμούς πριν από το 2007. Σήμερα όμως, στη Βρετανία και ακόμα περισσότερο σε πολλές χώρες της Ευρωζώνης, η ανάπτυξη υπολείπεται πολύ από τη δυνητική και η ανεργία παραμένει υψηλή. Η λογική των δημοσιονομικών πλεονασμάτων –κατά τον Γουλφ– είναι άκαιρη στις περιπτώσεις αυτές.

Η επιμονή της Γερμανίας «είναι ακατανόητη»

«Η Ευρωζώνη θα έπρεπε να έχει ελλειμματικούς προϋπολογισμούς», τονίζει ο Γουλφ, «και θα ήταν άριστη κίνηση αν τα ελλείμματα αυτά χρησιμοποιούνταν για να χρηματοδοτήσουν επενδύσεις. Πολλές χώρες –τόσο οι πιστωτές του Βορρά όσο και οι υπερχρεωμένες χώρες του Νότου– πάσχουν από ακραία ανεπάρκεια δημόσιων επενδύσεων. Ο ίδιος ο Μάριο Ντράγκι έχει πει ότι θα ήθελε μια δημοσιονομικά πιο επεκτατική πολιτική στην Ευρωζώνη». Η επιμονή της Γερμανίας, που είναι από τις χώρες με τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιων επενδύσεων και η οποία μπορεί να δανειστεί με «απίστευτα χαμηλά μακροπρόθεσμα επιτόκια» για να χρηματοδοτήσει νέα έργα υποδομών, «είναι εντελώς ακατανόητη».

Ξεφεύγοντας από τα επείγοντα, η συζήτηση άγγιξε τις μακροπρόθεσμες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα, με κορυφαία –και πιο επίκαιρη, λόγω της συνόδου των Παρισίων– αυτή της κλιματικής αλλαγής.Η προτεραιότητα στο μέτωπο αυτό, για τον Γουλφ, δεν είναι οι άμεσες μειώσεις στις εκπομπές. Αντ’ αυτού, εξηγεί, πρέπει να τεθεί το μακροπρόθεσμο πλαίσιο της πολιτικής όσον αφορά την τιμολόγηση του άνθρακα, ώστε να γνωρίζουν οι επιχειρήσεις πού οδηγούνται τα πράγματα. «Αυτή η προβλεψιμότητα είναι που θα μειώσει το κόστος της συμμόρφωσης με τον προϋπολογισμό του άνθρακα (το όριο των εκπομπών που θα επιτρέψει τη μη αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη πάνω από 2 βαθμούς Κελσίου)». O αρθρογράφος των Financial Times δηλώνει «συγκρατημένα αισιόδοξος» για τις προοπτικές του εγχειρήματος μετάβασης σε μια οικονομία χαμηλών εκπομπών. Αναφέρεται στη νομοθεσία περί καθαρού αέρα στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του ’80, αλλά και στην επιτυχή εκστρατεία για την τρύπα του όζοντος: «Οταν έγιναν σαφείς οι στόχοι που έπρεπε να επιτευχθούν, οι μηχανολόγοι αποδείχθηκαν πολύ πιο δημιουργικοί από ό,τι περιμέναμε».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ