ΒΙΒΛΙΟ

Ο Μονταίνιος ως παρηγορητής

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΣΕΛΙΔΟΔΕΙΚΤΕΣ

Στέφαν Τσβάιχ
«Μονταίνιος»
μτφρ.: Μαρία Αγγελίδου
εκδ. Αγρα

Ο Βιεννέζος συγγραφέας Στέφαν Τσβάιχ (1881-1942), αν και γνήσιο τέκνο της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, δεν πίστευε στην ανασύστασή της ούτε και στην αποτελεσματικότητα των επιζώντων διανοουμένων της, όπως ο επιστήθιος φίλος του, Γιόζεφ Ροτ. Γενικότερα δεν έτρεφε αυταπάτες για το μέλλον της παλαιάς Κεντρικής Ευρώπης μετά την απαγόρευση των έργων του στη χιτλερική Γερμανία. Η εμπειρία της εξορίας στην Αμερική –από το 1934 ώς και την αυτοκτονία του το 1942– θα επέτεινε μέσα του μια αίσθηση «κοσμικής συντέλειας», παρά το γεγονός πως όπου κι αν έζησε αυτοεξόριστος, η υποδοχή των πνευματικών κύκλων, αλλά και του αναγνωστικού κοινού, υπήρξε θερμή. Το 1941 θα βρεθεί στο New Haven των ΗΠΑ, πόλη που φιλοξενεί το γνωστό Πανεπιστήμιο Yale, και στην ηθελημένη απομόνωσή του θα αρχίσει να γράφει την πολυσέλιδη αυτοβιογραφία του που θα εκδοθεί τον επόμενο χρόνο με τον εύγλωττο τίτλο «Ο κόσμος του χθες» και τον υπότιτλο «Αναμνήσεις ενός Ευρωπαίου». Ωστόσο «Ο κόσμος του χθες» δεν ήταν το μόνο βιβλίο που σχεδίαζε ο Τσβάιχ. Εκείνη τη χρονιά είχε ήδη στα σκαριά τη «Σκακιστική νουβέλα», ενώ ένα σημαντικό πρόσωπο από τη γαλλική λογοτεχνία τον απασχολούσε με τα γραπτά του: ο Μισέλ ντε Μονταίν ή πιο απλά ο Μονταίνιος (1533-1592), ο γνωστός ουμανιστής φιλόσοφος της Αναγέννησης. Τελευταίος σταθμός στο μακρύ ταξίδι της εξορίας στάθηκε για τον Τσβάιχ και τη δεύτερη σύζυγό του Λότε η Πετρόπολη της Βραζιλίας. Εκεί, θα πέσει στα χέρια του μια δίτομη έκδοση των δοκιμίων του Μονταίνιου και στη γραφή του θα ανακαλύψει έναν υπερασπιστή της ατομικής ελευθερίας και μια σκέψη αλάθευτη «στη δίνη ανεξέλεγκτων και καταστροφικών ταραχών», όπως ένιωθε την εξέλιξη της παγκόσμιας σύρραξης στις αρχές του 1942.

Δικαιολογημένα ίσως, αφού όλες οι ειδήσεις, από όλα τα μέτωπα, μιλούσαν μόνο για τους θριάμβους των δυνάμεων του Αξονα και η αρχή του τέλους δεν είχε ακόμη φανεί στον συμμαχικό ορίζοντα, παρά μόνο ίσως στο μυαλό του Τσώρτσιλ.

«Διαβάζοντας τον Μονταίνιο –γράφει ο Τσβάιχ– τον βλέπω ως Προπάτορα, Πρόγονο και Πατέρα, προστάτη άγιο και φίλο κάθε ελεύθερου ανθρώπου πάνω στη Γη». Το εκτενές δοκίμιο που συντάσσει για αυτόν, με στοιχεία συνοπτικής βιογραφίας, στην πραγματικότητα δεν καθρεφτίζει μονάχα τις απόψεις και τα διλήμματα του Μονταίνιου αλλά και τα δικά του. Περισσότερο θα λέγαμε όμως πως στέκεται στον τρόπο που ο προπάτοράς του αντιμετωπίζει τους ανθρώπους της εξουσίας. Οταν το 1590 ο Ερρίκος της Ναβάρας ανεβαίνει στον γαλλικό θρόνο και προσκαλεί κοντά του τον Μονταίνιο, αυτός, που δεν επιζητεί την εύνοια των ισχυρών, θα του απαντήσει: «Παρόλο που η εποχή μας μου έδωσε κι εμένα, όπως και στον καθένα άλλωστε, την ευκαιρία, ουδέποτε άπλωσα το χέρι μου στην περιουσία ή στα χρήματα άλλου Γάλλου, έζησα με τα δικά μου μέσα, στον πόλεμο και την ειρήνη». Η αυτάρκεια και η αξιοπρέπεια του Μονταίνιου φαίνεται πως εντυπωσιάζουν τον Τσβάιχ, που αναζητεί αξιόπιστα στηρίγματα σε έναν υπό κατάρρευση κόσμο. Αλίμονο όμως, παρά την παρηγοριά και την αδελφοσύνη που βρίσκει στα λόγια του Γάλλου φιλοσόφου, αυτά δεν θα τον εμποδίσουν να θέσει τέλος στη ζωή του, λίγες μονάχα ημέρες μετά την ολοκλήρωση της βιογραφίας του.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ