ΒΙΒΛΙΟ

Ενας χρόνος ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Κατά τον Cas Mudde, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς που, ως βαθιά λαϊκιστικό, έχει χωρίσει τον κόσμο σε «λαό» και «ολιγαρχία», χρησιμοποιώντας διχαστική ρητορική και ενεργοποιώντας τα εθνικιστικά αντανακλαστικά.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

CAS MUDDE
ΣΥΡΙΖΑ: Η Διάψευση της Λαϊκιστικής Υπόσχεσης
μτφρ.: Ελ. Κοτσυφού
πρόλoγος-επιμέλεια: Π. Παπασαραντόπουλος, εκδ. Επίκεντρο

Εδώ και 12 μήνες, ένα ερώτημα πλανιέται πάνω από την Ελλάδα και την Ευρώπη: τι ακριβώς είναι ο ΣΥΡΙΖΑ; Οι όποιες προσεγγίσεις προέρχονται κυρίως από το πεδίο της δημοσιογραφίας ή του δοκιμιακού λόγου, καθώς η πολιτική επιστήμη χρειάζεται από τη φύση της περισσότερο χρόνο για να αποφανθεί για το φαινόμενο. Η αμηχανία έχει ωστόσο να κάνει και με ένα άλλο γεγονός: ότι ουδέποτε στην πρόσφατη ιστορία της Ευρώπης κατάφερε ένα κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς να αναλάβει την κυβερνητική εξουσία, πόσο μάλλον σε ένα κράτος που να ανήκει στη ζώνη των πιο ανεπτυγμένων της ηπείρου και του πλανήτη.

Ο Cass Mudde, από τους σημαντικούς πολιτικούς επιστήμονες διεθνώς που μελετούν το φαινόμενο του εξτρεμισμού και του λαϊκισμού, θεωρεί ότι το μυστικό κρύβεται στην «ιδεολογία» του λαϊκισμού που βρίσκεται στην πεμπτουσία τού ελληνικού εξαιρετισμού, ήδη πριν από την επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ. Για τον Ολλανδό πολιτικό επιστήμονα που διδάσκει στις ΗΠΑ, πρόκειται για ένα κόμμα της ριζοσπαστικής και όχι της εξτρεμιστικής Αριστεράς που, ως βαθιά λαϊκιστικό, έχει χωρίσει τον κόσμο σε «λαό» και «ολιγαρχία», χρησιμοποιώντας διχαστική ρητορική και ενεργοποιώντας τα εθνικιστικά αντανακλαστικά, ώστε ο «λαός» αυτός να ταυτιστεί με το «έθνος», στο όνομα της αντιμετώπισης της ξένης επιβουλής. Πράγματι, αυτός μοιάζει να είναι και ο κοινός τόπος της τόσο ενθουσιώδους συμπόρευσής του με τη ριζοσπαστική, συνωμοσιολογική Δεξιά του Πάνου Καμμένου και τον δεδηλωμένο φανατικό εθνικισμό της.

Ετσι, όταν η οικονομική κρίση έγινε πολιτική, το 2012, ένας μικρός συνασπισμός του 3% κατάφερε κι εκτοξεύτηκε, μέσα σε λίγους μήνες, σε κόμμα εξουσίας. Αφού πρώτα υπονόμευσε ως αντιπολίτευση όλες τις μεταρρυθμιστικές πολιτικές των τότε κυβερνήσεων, ο ΣΥΡΙΖΑ εργαλειοποίησε το Σύνταγμα όσον αφορά την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας (όπως είχαν πράξει παλιότερα κι άλλα κόμματα πριν από αυτόν) προκειμένου να εκμεταλλευτεί το σαφές δημοσκοπικό του προβάδισμα για να αναλάβει την εξουσία, καίτοι η συγκυρία στην Ε.Ε. ήταν σαφές ότι δεν ευνοούσε ριζοσπαστικές ανατροπές, και ότι θα συνεχιζόταν ο δρόμος της λιτότητας.

Παρ’ όλα αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δίστασε να υποσχεθεί κάτι ανέφικτο: παραμονή στην Ευρωζώνη αλλά χωρίς λιτότητα. Αν και στη λογική αυτού του σχεδίου αμφότερες οι πλευρές άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο της πλήρους ρήξης, που ανάλογα με την οπτική, ονομάστηκε «Ιφιγένεια» ή «Κούγκι». Δεν ήταν όμως μόνο ο εθνολαϊκισμός η αιτία.

Υπάρχει ένα πρόβλημα όταν ο λαϊκισμός αναδεικνύεται σε ερμηνευτικό πασπαρτού για το ελληνικό παράδειγμα, και το ζήτημα το θέτει και ο Γ. Βούλγαρης στον εν λόγω τόμο. Παρότι, πράγματι, κυριαρχήθηκε από λαϊκιστικά κόμματα, η Γ’ Ελληνική Δημοκρατία κατάφερε εντέλει και εγκαθίδρυσε σύγχρονους θεσμούς που, εκ του αποτελέσματος, άντεξαν στη λαίλαπα της κρίσης, με αξιοπρεπή τρόπο. Φυσικά, οι στρεβλώσεις παραμένουν στον δημόσιο τομέα, στην οικονομία, στην παιδεία. Και από αυτή την άποψη, η επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν το τελευταίο επεισόδιο στην υπερπολιτικοποίηση της κρίσης: το άρρητο συμβόλαιο με τον λαό ήταν «η συνέχιση του μεταπολιτευτικού προστατευτισμού αλλά χωρίς μεταρρυθμίσεις».

Αντιφάσεις

Αν ωστόσο θεωρήσουμε τη δημαγωγία και τις ανεδαφικές υποσχέσεις απλώς έναν ανήθικο τακτικισμό για την κατάκτηση της εξουσίας –κι εδώ ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε με πιο ακραίο τρόπο ό,τι κι άλλα κόμματα στο παρελθόν–, εκείνο στο οποίο θα πρέπει να επικεντρώσουμε την κριτική μας θα ήταν δύο πράγματα: στην πραγματική πολιτική ιδεολογία του αριστερού ριζοσπαστισμού και στις διεθνείς συμμαχίες του. Με άλλα λόγια, η αντίφαση του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι το ιδεολογικό του οπλοστάσιο αποτελείται από εργαλεία που βρίσκονται σε ασυμφωνία με τον σύγχρονο κόσμο. Ιδίως στην οικονομία, ο κομμουνιστογενής κρατισμός του δεν μπορεί να αποτελέσει εργαλείο ανάπτυξης τον 21ο αιώνα. Ο σημερινός καπιταλισμός απλώς δεν λειτουργεί έτσι. Το πρόβλημά του εντείνεται όταν καλείται να προσελκύσει επενδύσεις, να αυξήσει δηλαδή την πίτα της οικονομίας, η οποία είναι και ο μόνος τρόπος σήμερα για να χρηματοδοτήσει προνοιακές πολιτικές μια (αριστερή) κυβέρνηση. Ας θυμηθούμε ότι το μόνο επιχείρημα του Αλ. Τσίπρα προς τους μεγάλους επενδυτές, ως προσκεκλημένος του Ιδρύματος Κλίντον, ήταν ότι πρέπει να βοηθήσουν τη χώρα διότι εδώ γεννήθηκε η δημοκρατία!

Πολύ ενδεικτικός είναι και ο τρόπος διαχείρισης της ξένης επένδυσης στις Σκουριές. Ο ΣΥΡΙΖΑ προτιμά να εμφανίζεται οικολογικά «ευαίσθητος» (κι ενώ όλα συνηγορούν ότι δεν τίθεται καν τέτοιο θέμα), παρά να υποστηρίξει μια επένδυση άνω του ενός δισεκατομμυρίου ευρώ και με χιλιάδες θέσεις εργασίας. Η επιτομή ήταν το δημοψήφισμα, το περασμένο καλοκαίρι, όταν η κυβέρνηση επέλεξε στο όνομα της «εθνικής αξιοπρέπειας» να χρεωθεί η οικονομία την επιβολή των τραπεζικών περιορισμών – και αυτό να θεωρηθεί «περήφανη αντίσταση».

Χωρίς συμμάχους

Φυσικά, ο ριζοσπάστης δικαιούται να ισχυριστεί ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός, και ιδίως μια άλλη Ευρώπη. Το ερώτημα όμως στην πολιτική είναι ποιες συμμαχίες διέθετε εξαρχής ο ΣΥΡΙΖΑ για να μπορεί βάσιμα να επενδύει σε αυτή τη συθέμελη αλλαγή στην Ε.Ε. Η απάντηση είναι παραπάνω από ξεκάθαρη: καμία. Πρώτα και κύρια, κανένα συγγενικό του κόμμα δεν βρισκόταν αυτό το διάστημα στην εξουσία σε χώρα της Ευρωζώνης. Οι Podemos που είναι και αυτοί πολιτικό προϊόν των Αγανακτισμένων της Ισπανίας, χρειάστηκε να δώσουν μάχη για να πείσουν ότι «δεν είναι ΣΥΡΙΖΑ» (ότι δεν θα απειλήσουν να οδηγήσουν τη χώρα σε επικίνδυνα μονοπάτια), για να καταφέρουν τελικά να εκλεγούν μόλις τρίτη δύναμη, παρότι αρχικά εμφανίζονταν μέχρι και πρώτη. Εντέλει, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν βρήκε ως συμπαραστάτη ούτε καν την Κύπρο, η οποία κατάφερε, με την ίδια συνταγή, να διαχειριστεί επιτυχημένα τη δική της κρίση, και δεν είχε λόγο να υποστηρίξει την ανερμάτιστη στρατηγική Τσίπρα-Βαρουφάκη.

Σωστά επισημαίνει ο Mudde ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν έτοιμος να κυβερνήσει· ούτε είχε ωριμάσει πολιτικά ούτε και διέθετε το στελεχικό βάθος για να διαχειριστεί ένα δυτικό κράτος σε ανασυγκρότηση. Συνεπώς, το ερώτημα που τίθεται και στο βιβλίο είναι: διαθέτει άραγε ένα τέτοιο ριζοσπαστικό κόμμα εγγενώς τα υλικά της μεταμόρφωσής του, και σε τι ακριβώς; Σε μια κατεξοχήν σύγχρονη κοινωνία, της εξατομίκευσης και του καταναλωτισμού, όπως είναι η ελληνική, τι έχει να προσδώσει ο ριζοσπαστισμός του, όταν μάλιστα δεν έχει καν τους υλικούς πόρους ούτε και την οικονομική ανεξαρτησία για τις μεγάλες αλλαγές που ευαγγελίζεται;

Το διακύβευμα λοιπόν για τον ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα που κυβερνά, και αποτελείται από ποικίλες αντίρροπες τάσεις, είναι να καταστήσει σαφές πώς μέσα στο δεδομένο ευρωπαϊκό πλαίσιο μπορεί να συμβιβάσει την καχυποψία του έναντι του καπιταλισμού, με την πρόκληση της ανάπτυξης. Ομολογουμένως, δύσκολος ο συμβιβασμός.

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ, «Διακυβέρνηση & Επιχειρηματικότητα», αρχισυ­ντάκτης της Νέας Εστίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ