ΕΛΛΑΔΑ

Το τέλος των έκτακτων μέτρων

ΣΠΥΡΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΣ*

Εκτοπισμένοι στον Αη Στράτη. Το νησί σταμάτησε να χρησιμοποιείται ως τόπος εξορίας μετά τη δημοσίευση της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας και την υπογραφή του Ν.Δ. 4234.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Στο πεδίο των πολεμικών επιχειρήσεων ο εμφύλιος πόλεμος έληξε στις 15 Οκτωβρίου 1949 με την ανακοίνωση του τέλους των εχθροπραξιών από τον ραδιοσταθμό της «Ελεύθερης Ελλάδας». Σε δικαιικό όμως επίπεδο, ο εμφύλιος πόλεμος έληξε περίπου δεκατρία χρόνια αργότερα, την 23η Ιουλίου 1962, όταν ο βασιλιάς Παύλος υπέγραφε στο πολεμικό πλοίο «Ιέραξ» το νομοθετικό διάταγμα 4234 «περί ρυθμίσεως θεμάτων αφορώντων την ασφάλειαν της χώρας».

Πράγματι, μέχρι τότε διατηρούνταν οι μηχανισμοί του ποινικού και διοικητικού δικαίου για τη δίωξη του πολιτικού αντιπάλου. Οσο περισσότερο βέβαια απομακρυνόμασταν από τη λήξη των εμφύλιων εχθροπραξιών, είναι λογικό οι διώξεις να περιορίζονται σταδιακά. Εκμεταλλευόμενοι ωστόσο, μεταξύ άλλων, την τακτική του «όπλου παρά πόδα» και την ανακίνηση του μακεδονικού ζητήματος από το ΚΚΕ το 1949, οι νικητές του Εμφυλίου εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν τα μέσα που τους παρείχε το νομικό «οπλοστάσιο»: διοικητικές εκτοπίσεις, στρατόπεδα συγκέντρωσης, στρατοδικεία, στερήσεις ιθαγένειας, απαγορεύσεις πολιτικών κομμάτων, εκκαθαρίσεις του κρατικού μηχανισμού ήταν ορισμένα από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν την περίοδο εκείνη. Μόνον οι στερήσεις ιθαγένειας που επιβλήθηκαν την περίοδο 1948-1963 υπερβαίνουν τις 22.000, ενώ χιλιάδες ήταν και οι εκτοπισθέντες με δικαστικές αποφάσεις ή με αποφάσεις των επιτροπών ασφαλείας.

Είναι προφανές ότι οι διώξεις αυτές δεν στηρίζονταν πάντοτε στις πράξεις, αλλά επεκτείνονταν και στις αντίπαλες ιδέες, οι οποίες ήταν εν δυνάμει επικίνδυνες για την ασφάλεια του πολιτικού συστήματος στο πλαίσιο της περιόδου εκείνης.

Η σχετική έρευνα έχει δείξει ότι πάντως η πορεία δεν ήταν απολύτως ευθύγραμμη. Από το 1955 σταμάτησαν οι εκτελέσεις καταδικασμένων σε θάνατο αριστερών πολιτών και επήλθε μια χαλάρωση στην εφαρμογή των κατασταλτικών μέτρων. Αυτή όμως αναιρέθηκε μετά τις εκλογές του 1958, οπότε και αναδείχθηκε η ΕΔΑ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης και επανήλθαν οι πιέσεις σε βάρος της Αριστεράς.

Η καθοριστική απόφαση του ΣτΕ της 23ης Ιουλίου

Πώς δικαιολογείται όμως νομικά αυτή η διάσταση μεταξύ δικαίου και πραγματικότητας; Πώς δικαιολογείται δηλαδή να συνεχίζεται η επιβολή όλων των μέτρων που σχετίζονται με την «ανταρσία», όταν αυτή στο πεδίο των πολεμικών επιχειρήσεων είχε λήξει από τον Οκτώβριο του 1949;

Η νομολογία δικαιολογούσε τη συνέχιση των διώξεων με το σκεπτικό ότι ο νομοθέτης, με την εκτόπιση και τα υπόλοιπα μέτρα, «απέβλεψεν εις το πραγματικόν γεγονός, καθ’ ο μέρος του πληθυσμού έλαβε τα όπλα προς βιαίαν κατάληψιν της αρχής. Εφ’ όσον η στρατιωτική ανταρτική δύναμις, ηττηθείσα, δεν εσυνθηκολόγησεν, δεν δύναται να θεωρηθή ως τερματισθείσα η ανταρσία κατά την έννοιαν του νόμου». Εξάλλου και σύμφωνα πάντα με την ίδια νομολογία, «ο νομοθέτης εάν τυχόν εθεώρει την ανταρσίαν ως λήξασαν, θα είχε διαδηλώσει τούτο διά ρητής νομοθετικής διατάξεως» και τέτοια ρητή νομοθετική διάταξη δεν είχε θεσπισθεί ακόμη (Συμβούλιο της Επικρατείας 416/1952 και 724/1954).

«Κατέστη πασίδηλο...»

Τα πράγματα όμως μεταβλήθηκαν την 23η Ιουλίου 1962. Πράγματι, η ημέρα εκείνη ήταν σημαντική για τον περιορισμό των διώξεων, τόσο σε δικαστικό όσο και σε νομοθετικό επίπεδο.

Αφενός, δημοσιεύθηκε η υπ’ αρ. 1792/1962 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία, αποκλίνοντας από την προηγούμενη νομολογία, δέχθηκε σε σχέση με την παράταση της εκτόπισης ότι «κατέστη πασίδηλο (άρα και τω δικαστηρίω τούτω γνωστόν) ότι η ανταρσία, εκ της διαρκείας της οποίας ήρτητο το νόμω επιτρεπτόν της λήψεως του μέτρου της παρατάσεως, ουδαμού της χώρας υφίσταται πλέον».

Κυρίως όμως την ίδια ημέρα εκδόθηκε το νομοθετικό διάταγμα 4234, το οποίο όριζε ότι από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μερικές ημέρες αργότερα (την 30ή Ιουλίου 1962), καταργούνται «αι διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας, η εφαρμογήν των οποίων… ήρτηται εκ της διαρκείας της ανταρσίας». Ταυτόχρονα προβλέφθηκε η αναστολή των ποινικών διώξεων και της εκτέλεσης των καταδικαστικών αποφάσεων που συνδέονται με την «ανταρσία». Το τέλος του Εμφυλίου, έστω και με καθυστέρηση δεκατριών ετών, ήταν πλέον γεγονός.

Οι επιπτώσεις στο ελληνικό πολιτικό σύστημα

Ολα αυτά βέβαια δεν σήμαιναν ότι αποκαταστάθηκαν πλήρως οι ατομικές και πολιτικές ελευθερίες και ότι η μεταπολεμική ελληνική Δημοκρατία έπαυσε να είναι «καχεκτική». Προς άρση κάθε παρεξήγησης που θα μπορούσε να οδηγήσει στην ανάκτηση των πολιτικών δικαιωμάτων από όσους τα είχαν στερηθεί, το ίδιο νομοθετικό διάταγμα όριζε εμφατικά ότι «η αναστολή  της ποινής δεν συνεπάγεται την αναστολήν των ανικανοτήτων και στερήσεων δικαιωμάτων». Προέβλεπε επίσης ρητώς τη  διατήρηση του μέτρου της εκτόπισης, αν και έθετε ως ανώτατο χρονικό  όριο  τους  σαράντα  οκτώ μήνες.

Το γεγονός ότι δεν αποκαταστάθηκαν πλήρως οι πολιτικές ελευθερίες, τουλάχιστον όσον αφορά τον πολιτικό αντίπαλο, προκύπτει κυρίως από το ότι το νομοθετικό διάταγμα 509/1947 «περί μέτρων ασφαλείας του κράτους» όχι μόνο δεν καταργήθηκε, αλλά προστέθηκαν σε αυτό και νέες διατάξεις ως ακολούθως: «Απαγορεύεται πάσα ενέργεια ανασυστάσεως του κομμουνιστικού κόμματος και των … διαλυομένων οργανώσεων, πάσα ενέργεια προς επικράτησιν αυτών, ως και η επί τω εκδήλω σκοπώ προβολής και ενισχύσεως τούτων καθ’ οιονδήποτε τρόπον διάδοσις των συνθημάτων ή των αποφάσεων ή της εκ νόμου δράσεως αυτών».

Θαρραλέες αποφάσεις

Υπήρξαν και περιπτώσεις θαρραλέων δικαστικών αποφάσεων, τις οποίες καλό είναι να μην παρασύρει η λήθη του χρόνου: με το υπ’ αρ. 7659/1965 βούλευμα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών κρίθηκε ότι η διάταξη αυτή ήταν υπερβολικά αόριστη και έτσι αντίθετη προς την αρχή της νομιμότητας των εγκλημάτων και των ποινών (άρθρο 7 του Συντάγματος του 1952). Με το σκεπτικό αυτό αθωώθηκαν είκοσι οκτώ αριστεροί, οι οποίοι διώκονταν για διάδοση συνθημάτων διαλυμένων κομμάτων σε συγκέντρωση του Οκτωβρίου του 1965 κατά την επέτειο της απελευθέρωσης της Αθήνας από τους Γερμανούς.

Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες ενός εμφυλίου πολέμου

Το νομοθετικό διάταγμα 4234/1962 και το γενικότερο ιστορικό πλαίσιο θέσπισής του μας παρέχουν την ευκαιρία για τη συναγωγή γενικότερων συμπερασμάτων: ένας εμφύλιος πόλεμος που είχε λήξει στην πραγματικότητα από το 1949, διατηρήθηκε στον νομικό κόσμο για δεκατρία χρόνια ακόμη. Οπως συμβαίνει και σε άλλες περιπτώσεις, το δικαιικό σύστημα «αυτονομήθηκε» από τη ρυθμιζόμενη πραγματικότητα και διατήρησε στο νομικό επίπεδο μια μη υπαρκτή κατάσταση, την «ανταρσία», προκειμένου να αποτρέψει την επανεμφάνισή της στο μέλλον. Το νομοθετικό διάταγμα 4234/1962 έθεσε τέλος στη διάσταση μεταξύ δικαίου και πραγματικότητας και, από την άποψη αυτή, μόνο θετικά μπορεί να αποτιμηθεί. Βέβαια, η έκδοσή του δεν επανέφερε την ομαλότητα στον πολιτικό βίο και δεν αποκατέστησε τις πολιτικές ελευθερίες για ένα τμήμα του πληθυσμού, το οποίο έπρεπε να περιμένει μέχρι το 1974 για να εκδοθεί το νομοθετικό διάταγμα 59/1974 της κυβέρνησης εθνικής ενότητας του Κωνσταντίνου Καραμανλή που νομιμοποίησε όλα τα πολιτικά κόμματα. Η παρατήρηση αυτή μας οδηγεί σε ένα γενικότερο συμπέρασμα, το οποίο αποδεικνύει πόσο πολύτιμα και «εύθραυστα» είναι τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών. Η απώλειά τους, με ένα πραξικόπημα ή με την έναρξη ενός εμφυλίου πολέμου, συντελείται συνήθως σε μικρό χρονικό διάστημα, η ανάκτησή τους όμως είναι πολύ δύσκολη και διαρκεί ακόμα και δεκαετίες.

Τέλος, και επειδή στη χώρα μας συνηθίζουμε να υπερτονίζουμε τον ρόλο των θεσμών και να υποτιμούμε τον ρόλο των προσωπικοτήτων, το κείμενο αυτό ας τελειώσει με την αναφορά των ονομάτων των δύο πολιτικών οι οποίοι υπογράφουν (μετά τον βασιλιά Παύλο) το νομοθετικό διάταγμα 4234/1962 και το «νομικό τέλος» του εμφυλίου πολέμου: Κωνσταντίνος Καραμανλής ως πρόεδρος και Παναγιώτης Κανελλόπουλος ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αντίστοιχα.

* Ο κ. Σπύρος Βλαχόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ