ΒΙΒΛΙΟ

Επος ενός επαρχιώτη της Ανατολίας

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ο Ορχάν Παμούκ χειρίστηκε με δεξιοτεχνία το τεράστιο υλικό της ιστορίας του.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

OΡΧΑΝ ΠΑΜΟΥΚ
Κάτι παράξενο στο νου μου
μτφρ.: Στέλλα Βρετού
εκδ. Ωκεανίδα

Ο σπουδαίος Τούρκος συγγραφέας Ορχάν Παμούκ, Νομπέλ Λογοτεχνίας 2006, δανείστηκε ένα στίχο του Αγγλου ρομαντικού ποιητή Γουίλιαμ Γουόρντσγουορθ (1770-1850) από το Πρελούδιό του: «Υπήρχε κάτι παράξενο στο νου μου…», για να προσδιορίσει τον ήρωά του και να δώσει τον τίτλο στο μυθιστόρημά του, που κυκλοφόρησε το 2013.

Ενα μυθιστόρημα-έπος, στο οποίο πρωταγωνιστικό ρόλο έχει ένας απλός άνθρωπος, ένας επαρχιώτης από την Ανατολία, ο οποίος πηγαίνει στην Ιστανμπούλ, την πόλη-πρωταγωνίστρια και πρότυπο, να δουλέψει μαζί με τον πατέρα του, να πουλάει γιαούρτι και μποζά, ένα ποτό που συνήθιζαν να πίνουν οι Οθωμανοί. Και έτσι, μέσω της τριτοπρόσωπης αφήγησης, των flashback, των διαδοχικών αφηγήσεων των ηρώων, παρουσιάζεται η ιστορία του Μεβλούτ, από το 1969 έως και το 2012, με αναφορές και στη δεκαετία του ’50, αλλά και η ιστορία των συγγενών και των φίλων του, καθώς και η πορεία της πόλης, η οποία άλλαζε σιγά σιγά, επεκτεινόταν, ρουφούσε όλους τους εσωτερικούς μετανάστες που έφταναν σ’ αυτήν, για να βρουν καλύτερες συνθήκες ζωής. Αλλοι κατάφεραν από το μηδέν να προχωρήσουν και άλλοι παρέμειναν στην αρχική κατάσταση. Πάντως, τα πάντα άλλαζαν, μολονότι ακόμη και σήμερα διατηρούνται πολλά στοιχεία από το παρελθόν, από τις παραδόσεις, και γι’ αυτό δίπλα στο παλιό υπάρχει το καινούργιο, το ανατολίτικο στοιχείο συνυπάρχει με το δυτικό. Μπορεί να αναρωτηθεί κανείς τι ενδιαφέρον έχουν όλες αυτές οι λεπτομέρειες στις περιγραφές του ήρωα, αλλά και των άλλων χαρακτήρων, οι περιγραφές των τόπων και των τοπίων που αναδεικνύουν την εποχή και την τάση, τις πολιτικές και κοινωνικές αποχρώσεις των δεκαετιών του ’70 και του ’80, στην Τουρκία, και όμως, σε αυτές τις λεπτομέρειες κρύβεται η γοητεία του μυθιστορήματος, επειδή είναι σημαντικές και επιτυγχάνουν να προσδώσουν ρεαλιστική απεικόνιση στην αναβίωση των περιόδων που σημάδεψαν μια πόλη και μια χώρα.

Η μεγάλη επιτυχία του συγγραφέα, άλλωστε, έγκειται στη δεξιοτεχνία με την οποία χειρίστηκε το τεράστιο υλικό της ιστορίας του, για να παρουσιάσει απλές καθημερινές ιστορίες με τρόπο επικό. Εκτός από τον αφηγητή, μιλούν και οι ίδιοι οι ήρωες, προβάλλουν τη δική τους ματιά, τα όνειρα και τις επιδιώξεις τους. Ζωντανεύει η ανθρωπογεωγραφία της πόλης, έρχονται στο φως οι συνήθειες, οι παραδόσεις των εργατών, των μικροπωλητών και λιγότερο των ανθρώπων της μεσαίας τάξης. Οι απλές εικόνες, σαν μαυρόασπρες φωτογραφίες, γίνονται ενδιαφέρουσες, γιατί είναι διαδοχικές και συνιστούν μέρη του όλου, μέρη του κόσμου που εκτείνεται από τις ευρωπαϊκές έως τις ασιατικές ακτές.

Γιατί ο εναλλασσόμενος περίγυρος περιγράφεται πειστικά, τα γεγονότα, μικρά και μεγάλα, προσωπικά και κοινωνικά, δημιουργούν το ανάγλυφο της πρόσφατης τουρκικής ιστορίας, η οποία αγγίζει και τη δική μας, μιας και γίνονται αναφορές στα θλιβερά γεγονότα του Σεπτεμβρίου του ’55, στον εκτοπισμό των Ρωμιών από την Κωνσταντινούπολη, το 1964, στην εισβολή των Τούρκων στην Κύπρο, το 1974. Και όλα τα γεγονότα παρουσιάζονται με ψύχραιμη ματιά, χωρίς να παίρνει ο αφηγητής το μέρος του ενός ή του άλλου. Εξάλλου, η διαφορετική σκοπιά προβάλλεται από τις παρουσιάσεις, τις αφηγήσεις που γίνονται από τους υπόλοιπους ήρωες, όταν εκφράζει ο κάθε ένας την άποψη και τις προσδοκίες του.

Ο πρωταγωνιστής, πάντως, επιλέγει να μείνει και να δημιουργήσει στην πόλη, γιατί συνειδητοποιεί ότι, ζώντας εκεί, έχει τη δυνατότητα να διατηρήσει την ταυτότητα και την ιδιαιτερότητά του, ή όπως αναφέρεται:

«Αυτό που κάνει μια πόλη, πόλη, είναι η δυνατότητα κάποιου να κρύβει μέσα στο πλήθος εκείνο το “κάτι”, το παράξενο στο νου του…» (σελ. 143).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ