ΠΡΟΣΚΗΝΙΟ

Και πάλι στον δρόμο για τις Βρυξέλλες

ΑΙΜΙΛΙΟΣ ΧΑΡΜΠΗΣ

Ο Θάνος Μικρούτσικος μαζί με τη Σίλα, η οποία συμβιώνει αρμονικά με τους δύο του γάτους, στο προαύλιο του σπιτιού του στο Μετς.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η συνέντευξη με έναν σπουδαίο καλλιτέχνη όπως ο Θάνος Μικρούτσικος δεν είναι εύκολη υπόθεση. Ο λόγος του χειμαρρώδης, οι ιστορίες που έχει να αφηγηθεί ατελείωτες, ενώ οι σε βάθος προσεγγίσεις του πάνω σε ζητήματα τέχνης –αλλά και ευρύτερα– μπορούν πιθανότατα να ξαφνιάσουν ακόμα και τους πιο έμπειρους μουσικοκριτικούς.

Αν και συνδεδεμένος με τις περίφημες έντεχνες και λαϊκές συνθέσεις του, κυρίως τις μελοποιήσεις σπουδαίων ποιητών, ο Μικρούτσικος έχει μακρά πορεία και στη σύγχρονη μουσική. Ο ίδιος περιγράφει αυτή του τη διττή δημιουργική προσωπικότητα με μια ενδιαφέρουσα παρομοίωση: «Τελειώνοντας το εξατάξιο τότε Γυμνάσιο, εμπεριείχα δύο χώρους μέσα μου· από τη μία αυτόν της κλασικής μουσικής κι από την άλλη εκείνον του τραγουδιού, όπως το όρισαν ο Χατζιδάκις κι ο Θεοδωράκης κατά τις δεκαετίες του ’40 και του ’50. Ως αποτέλεσμα, εξελίχθηκα σε τραγουδοποιό, μελοποιώντας κυρίως ποιητές, και ταυτόχρονα σε συνθέτη σύγχρονης μουσικής. Επιπλέον, οι δύο αυτοί “σωλήνες” υπήρχαν στιγμές που με κάποιο τρόπο επικοινωνούσαν, ώστε στοιχεία να εισάγονται, ασυνείδητα πολλές φορές, από τον ένα στον άλλο», μου λέει ο συνθέτης, ανάβοντας τη (σήμα κατατεθέν) πίπα του, πλάι στο επιβλητικό πιάνο που δεσπόζει στο στούντιό του.

Στο 16ο λεπτό...

Οπως αποδεικνύεται, η κίνηση αυτή συνοδεύεται από κάποια ιστορία: «Θυμάμαι ένα περιστατικό το 1977 στο Γαλλικό Ινστιτούτο, όπου γίνεται ένα κονσέρτο σύγχρονης μουσικής και παίζεται το έργο “Κιγκλίδωμα Ι” για μέτζο σοπράνο, αφηγητή, πιάνο και μαγνητοταινία. Το κοινό αποτελούνταν κυρίως από Ελληνες συνθέτες της σύγχρονης μουσικής, καμιά ογδονταριά αν θυμάμαι καλά, οι οποίοι κατά τη διάρκεια του κονσέρτου μού έκαναν συνεχώς χειρονομίες επιβράβευσης. Και ξαφνικά, στο 16ο λεπτό σκάει ένα μι μινόρε και μια μελωδία απλή, τονική, σαν λύση όλου αυτού του πράγματος. Οταν γύρισα μετά από 2,5 λεπτά με τη λήξη του κομματιού, είχαν λακίσει...».

Πρόσφατα τα έργα του «Βαρνά» και «Νύχτα με σκιές χρωματιστές», πάνω σε ποίηση του Πολ Βιλέμς, κυκλοφόρησαν εκ νέου από τις εκδόσεις της Μικρής Αρκτου, υπό τον γενικό τίτλο «Στον δρόμο για τις Βρυξέλλες», συνοδευμένα από όμορφα ερμηνευτικά κείμενα και βέβαια το ανάλογο CD με τις μουσικές εκτελέσεις. Τι αντιπροσωπεύει όμως για τον Θάνο Μικρούτσικο αυτό το ταξίδι στις Βρυξέλλες; «Οι Βρυξέλλες ήρθαν για μένα το 1982. Εκεί συνάντησα τον σπουδαίο θεατρικό σκηνοθέτη Ανρί Ρονς, έναν από τους τελευταίους, κατά τη γνώμη μου, “αναγεννησιακούς” ανθρώπους. Πέρα από το θεατρικό πεδίο, μιλάμε για την κινητή εγκυκλοπαίδεια της παγκόσμιας λογοτεχνίας και ταυτόχρονα για έναν συλλέκτη έργων τέχνης, βαθύ γνώστη της μουσικής κ.ο.κ. Αυτός στην ουσία με αναβάπτισε, τοποθετώντας με και πάλι πίσω στη σύγχρονη μουσική, την οποία είχα αφήσει κάπως κατά μέρος με τις μελοποιήσεις της δεκαετίας του ’70».

Από τη συνεργασία του Μικρούτσικου με τον Ρονς γεννήθηκαν τα δύο έργα, ως προέκταση των μουσικών θεμάτων που ο Ελληνας συνθέτης δημιούργησε για τα αντίστοιχα θεατρικά. Σε αυτά, η ονειρική αλληγορία του Πολ Βιλέμς λαμβάνει μια άλλη, ιδιαίτερα λυρική διάσταση, η οποία ενισχύεται και από τις υποδειγματικές ερμηνείες των σοπράνο Σόνιας Θεοδωρίδου και Irene Jarksy, που χρησιμοποιούνται και στην έκδοση της Μικρής Αρκτου. Ο συνθέτης φαίνεται πραγματικά πολύ ικανοποιημένος από τη συγκεκριμένη δουλειά – «τέτοιες εκδόσεις δεν υπήρχαν ούτε στις καλές εποχές της δισκογραφίας», λέει χαρακτηριστικά, εξαίροντας και τη μετάφραση των γαλλικών κειμένων από την Τιτίκα Δημητρούλια. Μου επισημαίνει μάλιστα πως στην αρχή ήταν επιφυλακτικός όσον αφορά την κυκλοφορία, ωστόσο η ποιοτική στάθμη του σχεδίου τον έπεισε.

Η μελοποίηση έχει το δικό της μήνυμα

Γνωρίζοντας πως έχω απέναντί μου έναν από τους «γκουρού» του είδους, βιάζομαι να στρέψω την κουβέντα στην πολυσυζητημένη (αλλά πάντα ενδιαφέρουσα) διαδικασία της μελοποίησης. «Αυτό που πολλοί αρνούνται να καταλάβουν είναι πως το ποιητικό κείμενο και το αντίστοιχο μελοποιημένο είναι δύο διαφορετικά έργα κι όχι το δεύτερο απλώς μια μουσική ερμηνεία ή επένδυση του πρώτου. Στην περίπτωση μάλιστα που το κείμενο μελοποιηθεί σωστά, οι κρυμμένες πλευρές του μπορεί να βγουν στην επιφάνεια, ενώ ταυτόχρονα άλλες υποχωρούν. Το τελικό αποτέλεσμα πάντως φέρει το δικό του ξεχωριστό μήνυμα».

Εχοντας ωστόσο στον νου και την πρόσφατη παράσταση στο θέατρο Badminton «Ταξίδι στο Σταυρό του Νότου», όπου ο Θάνος Μικρούτσικος (μαζί με τον σκηνοθέτη Θέμη Μουμουλίδη) αναμετριέται για άλλη μία φορά με το σύμπαν του Νίκου Καββαδία, δεν μπορώ να μην του επισημάνω τη μεγάλη σημασία αυτής της διαδικασίας ώστε τα έργα των ποιητών να γίνουν γνωστά στο ευρύ κοινό – μήπως εκεί η μελοποίηση υπηρετεί, υπό μία έννοια, έναν ανώτερο σκοπό;

Δεν συμφωνεί και το βλέπω πριν καν ολοκληρώσω την ερώτηση: «Εδώ βρίσκεται και μια διαφωνία με τον αγαπημένο μου Μίκη. Προφανώς και είναι θετικό να μεταφέρουμε την ποίηση στον λαό, θετικότερη όμως ακόμα είναι η καθεαυτό δημιουργία του έργου. Αν αυτό είναι πετυχημένο, τότε έρχεται πρώτο, και η ιδέα της μετάδοσης της ποίησης ακολουθεί. Αντίστοιχα, αν σε ένα ποιητικό έργο τού αλλάξεις τον αδόξαστο, τότε έχεις κάνει ένα μικρό εγκληματάκι».

Οπως μου εξηγεί ο συνθέτης, το σημαντικό είναι να μην προσπαθούμε να φέρουμε το κείμενο στα μέτρα μας, και ενισχύει τον συλλογισμό του με ακόμα μία ιστορία. «Λίγο-πολύ ένας συνθέτης κάποια στιγμή διαμορφώνει τον προσωπικό του τρόπο. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως οτιδήποτε κάνει στο εξής πρέπει να προσαρμόζεται πάνω σε αυτόν. Το 1978 κυκλοφόρησε η “Μουσική πράξη στον Μπρεχτ” και θυμάμαι τότε διθυραμβικές κριτικές από τον Τύπο της εποχής. Ενα χρόνο μετά, ήρθε ο “Σταυρός του Νότου”, τον οποίο κάποιοι από εκείνους τους ίδιους κριτικούς χαρακτήρισαν “έργο πληκτικό” – αναρωτιούνταν μάλιστα αν το έργο είναι πράγματι δικό μου, ενθυμούμενοι τον θρίαμβο της προηγούμενης χρονιάς. Η απάντηση που τους έδωσα ήταν πως οι δύο δουλειές είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όσο διαφορετικοί είναι και ο Μπρεχτ με τον Καββαδία...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ