ΒΙΒΛΙΟ

Μια περιπλάνηση στο σχέδιο και στην πόλη

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ

Βαθμιδωτοί δρόμοι ενσωματωμένοι στον ιστό του οικισμού της Οίας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

​​Κωνσταντίνος Ν. Δεκαβάλλας
«Η αρχιτεκτονική του χώρου
των πεζών. Περπατώντας
στην πόλη» (δίγλ. έκδοση)
Εκδ. Μέλισσα

Ολα –ή σχεδόν όλα– ξεκίνησαν το μακρινό 1981, σ’ ένα μάθημα των αρχιτεκτονικών συνθέσεων, όταν ο καθηγητής αναθέτει σε μάθημα εξαμήνου στους μαθητές του την αποτύπωση ενός πεζοδρόμου. Τα ισχνά αποτελέσματα οδήγησαν τον Κωνσταντίνο Ν. Δεκαβάλλα να εμβαθύνει από τότε στην αρχιτεκτονική των χώρων για πεζούς, σε πόλεις και οικισμούς, πάνω στο ελεύθερο σχέδιο, μία τέχνη που έχει υποστεί τα πάνδεινα από την εφαρμογή προγραμμάτων αρχιτεκτονικού σχεδιασμού για τον υπολογιστή (Computer Aided Design κ.ά.)

Το αποτέλεσμα αυτών των εργασιών αποφέρει ένα έργο που συντίθεται από λεπτουργήματα και παραδίδεται ως ένας ογκώδης φάκελος, από τον οποίο όχι μόνο «ξεπηδούν» αρχαίες και σύγχρονες πόλεις υπό κλίμακα, αλλά αναδεικνύεται η αδιαμφισβήτητη αξία του ελεύθερου σχεδίου, που συνδέει οργανικά τον αρχιτέκτονα με τον καλλιτέχνη, και «αποκαλύπτει, μαζί με τον άξιο τεχνίτη και τη γραμματική της αρχιτεκτονικής», όπως εύστοχα παρατηρεί ο Δημήτρης Φιλιππίδης στα εισαγωγικά σχόλια της έκδοσης.

Το λεύκωμα έχει εξ αρχής δύο τρόπους (υλικής) ανάγνωσης: ο πρώτος υποβάλλει τον αναγνώστη στο να εστιάσει την προσοχή του αποκλειστικά στις εικόνες, ώστε το αρχικό οπτικό ερέθισμα να μείνει ανεπηρέαστο από το συνοδευτικό κείμενο, ο δεύτερος, «υποχρεώνει» τον αναγνώστη να μελετήσει εικόνα και σχέδιο συνδυαστικά, ώστε να μπορέσει να εμβαθύνει στο θέμα.

Ομως, πολλά από τα σχέδια του Κ. Ν. Δεκαβάλλα έχει κανείς την αίσθηση ότι έχουν «δραπετεύσει» από καλαίσθητες εκδόσεις εικονογραφημένων βιβλίων, όπως ήταν σύνηθες τον προηγούμενο αιώνα, όταν ανάλογες εικονογραφήσεις κοσμούσαν λογοτεχνικά κείμενα και βιβλία για εφήβους. Αυτό ακριβώς το στοιχείο προσδίδει στην έκδοση ένα vintage στοιχείο και, επιπλέον, αποκαθιστά την αξία του αρχιτεκτονικού ελεύθερου σχεδίου, που ως σκαρίφημα αποκάλυπτε και την ιδιοφυΐα του δημιουργού, ο οποίος μπορούσε να εμφυσήσει στις προοπτικές και τις κατόψεις τα πρώτα «ιχνοστοιχεία» ζωής, δηλ. κίνησης στον χώρο.

Από τον επιβλητικό ναό Αγκορ Βατ της Καμπότζης μέχρι την υποβλητική Μεντίνα της Τυνησίας (πανομοιότυπης σε πολλά με την Κάσμπα του Αλγερίου) και από το παραδοσιακό σύστημα της καδένας στη Σαντορίνη στις πολλαπλές αψίδες της Σιένας, στο παζάρι του Ισπαχάν, στην Μπραζίλια, στις βενετσιάνικες γέφυρες ή στις παρισινές στοές, που αγάπησε με «πάθος ατελείωτο» ο Μπένγιαμιν, όλα παραπέμπουν όχι απλώς στον χώρο, ως πρώτη και κοσμογονική ύλη της αρχιτεκτονικής, αλλά κυρίως στην πρόσληψη και την αναπαράστασή του μέσα από το διεισδυτικό βλέμμα και το επιδέξιο χέρι του αρχιτέκτονα, που υπερβαίνει τις κλίμακες και συχνά βλέπει την πόλη και, κυρίως, τον δρόμο, όπως ακριβώς και ο δημιουργός του Passagenwerk, ως την «κατοικία του συλλογικού», εξ ου και αφιερώνεται το τρίτο μέρος της έκδοσης στην «επίπλωση δημόσιου χώρου».

Το έργο του Κωνσταντίνου Ν. Δεκαβάλλα, «με τον τρόπο» των εκδόσεων Μέλισσα που χειρίζονται επιδέξια επί πολλά χρόνια τα αρχιτεκτονικά θέματα, προβάλλει μέσα από τις σελίδες του βιβλίου σαν ένα αρχιτεκτονικό σύμπαν μέσα στο οποίο «χάνεται» ο περιπλανώμενος αναγνώστης και μετατρέπεται κι ο ίδιος σταδιακά σ’ έναν εξοικειωμένο περιπατητή, είτε ως πεζός στο κέντρο της πόλης είτε ως πλάνητας στον λαβύρινθο της μητρόπολης είτε, τέλος, ως περιηγητής (όχι τουρίστας) και οδοιπόρος στα αρχιτεκτονικά μνημεία του κόσμου.

Το σκίτσο του δημιουργού δίνει την (ψευδ)αίσθηση μιας ασπρόμαυρης Illumination, καθώς φως και σκιά τρεμοπαίζουν πάνω και μέσα από γραμμές (σχεδόν) ευθείες, στις μινιατούρες των προοπτικών, στις λεπτομέρειες των κοσμημάτων (Ornaments) σε αψίδες, κολώνες και τηλεφωνικούς θαλάμους, στα σκαριφήματα των κατόψεων πλατειών, της Αθήνας και της Ευρώπης, στον γλυπτικό διάκοσμο των πόλεων, στον χώρο και το πλήθος, ανασυνθέτοντας εκ νέου το αστεακό τοπίο και παρακινώντας τον κάτοικο της πόλης, της δικής του και της ξένης, να την περπατήσει ξανά με την απαραίτητη νωχέλεια του πεζού, όπως την ύμνησε και ο Μπαλζάκ στη «Θεωρία του βαδίσματος».

Ο Δεκαβάλλας, επιμελής μαθητής του Mies van der Rohe και του Γιώργου Κανδύλη, επιστρέφει σε μία προ πολλού χαμένη «ποιητική τοπογραφία», που τη βρίσκουμε πια μόνο σε καλαίσθητα κόμικς, αποτυπώνοντας με εξαιρετική επιδεξιότητα «την αρχιτεκτονική του χώρου των πεζών», διατηρώντας ταυτόχρονα την εγκυρότητα της ακαδημαϊκής έκδοσης.

 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ