ΕΛΛΑΔΑ

Ο πρόεδρος Ντε Γκωλ στην Αθήνα

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΣΒΟΛΟΠΟΥΛΟΣ*

Ο πρόεδρος Ντε Γκωλ εκφωνεί ομιλία στη Βουλή των Ελλήνων. Η επίσκεψη στην Ελλάδα, μία από τις μόλις τέσσερις που πραγματοποίησε ο Ντε Γκωλ σε κράτη της δυτικής Ευρώπης κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, καταδείκνυε τη σημασία που απέδιδε στη χώρα μας.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Στη διάρκεια του 20ού αιώνα, μεταξύ 1959 και 1963, είναι δυνατό να λεχθεί ότι πραγματοποιήθηκε μία αποφασιστική στροφή στις σχέσεις Ελλάδος και Γαλλίας. Οι εξελίξεις σηματοδότησαν μία πρωτοβουλία που ανέλαβε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, τον Μάρτιο του 1959, προκειμένου να συσφίγξει τους φιλικούς παραδοσιακούς δεσμούς ανάμεσα στις δύο χώρες. Η προσέγγιση θα πραγματοποιούνταν σε επίπεδο διμερές και πολυμερές – σε εκείνο της ευρωπαϊκής αγοράς, στους κόλπους της οποίας επεδίωκε η Ελλάδα την εισδοχή. Σε μια περίοδο δυναμικής αλληλεξάρτησης των κρατών και διεύρυνσης της διεθνούς συνεργασίας, η Ελλάδα και η Γαλλία έτειναν να επωφεληθούν από την κοινή τους ένταξη σε μία διαδικασία ενωτική στους κόλπους της Ευρώπης. Το θετικό αποτέλεσμα της διμερούς συνεργασίας τους θα συντελούσε θετικά προς τη μείζονα αυτή κατεύθυνση.

Εμβάθυνση της διμερούς συνεργασίας

Στις αρχές του 1959, επιχειρώντας μία διεύρυνση των επιδιώξεων της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ο Καραμανλής επιφόρτισε τον πρέσβη στο Παρίσι, Φίλωνα Φίλωνα, να διαβιβάσει στον στρατηγό Ντε Γκωλ την επιθυμία του να συμβάλει στην εμβάθυνση της ελληνογαλλικής φιλίας και συνεργασίας. Ο Γάλλος πρόεδρος εξέφρασε, σε απάντηση, τη βαθιά του ικανοποίηση και εκδήλωσε έντονο ενδιαφέρον τόσο για την επίλυση των τυχόν εκκρεμοτήτων ανάμεσα στην Ελλάδα και τους εταίρους της Κοινότητας, όσο και για την προώθηση των διμερών σχέσεων. Προς την κατεύθυνση που καθόρισε την τοποθέτηση του στρατηγού πρέπει να αναφερθεί, κατά προτεραιότητα, η αξιοποίηση του ελληνικού παράγοντα με την τάση προς αναβάθμιση της γαλλικής παρουσίας στην ηπειρωτική Ευρώπη και, ειδικότερα, στην ανατολική Μεσόγειο. Η νευραλγική θέση που κατέχει η Ελλάδα στο σταυροδρόμι των Βαλκανίων και της Εγγύς Ανατολής, εξήρε το εντελώς ιδιαίτερο ενδιαφέρον του: «προφυλακή του ελευθέρου κόσμου», «ακραίο προπύργιο της Ευρώπης και του ευρωπαϊκού πολιτισμού», «πρέπει να καταστεί δυνατή και ασφαλής προς το συμφέρον του δυτικού κόσμου» ήταν οι όροι με τους οποίους την περιέβαλλε. Επιπλέον, στη θερμή αποτίμηση της συνεργασίας με την Ελλάδα, όφειλε –σύμφωνα με τη γνώμη του– να αποτιμηθεί σχετικά η εικόνα μιας χώρας ικανής να συνδυάζει την εσωτερική πολιτική σταθερότητα με την εντυπωσιακή οικονομική ανάπτυξη: «η Ελλάδα μάς ενδιαφέρει σημαντικά, πολιτικώς και στρατιωτικώς και, επίσης, ως χώρα ζώσα που επιτυγχάνει» - ήταν τα λόγια του Γάλλου προέδρου.

Θερμός υποστηρικτής της σύνδεσης Ελλάδας - ΕΟΚ

Η ενδυνάμωση και η διεύρυνση των διμερών σχέσεων μεταξύ Ελλάδος και Γαλλίας απαίτησε τη μετάβαση του Καραμανλή στο Παρίσι, τον Ιούλιο του 1960, τον Ιανουάριο του 1961, τον Απρίλιο του 1962 και, τέλος, τον Μάρτιο του 1963, όπου και είχε επωφελή ανταλλαγή απόψεων με τον πρόεδρο Ντε Γκωλ. Ο τελευταίος επιβεβαίωσε το ενδιαφέρον του για την Ελλάδα, όταν επισκέφθηκε επίσημα την Αθήνα, μία από τις τέσσερις μεταβάσεις του σε κράτη της δυτικής Ευρώπης και τη μοναδική σε χώρα μέσου βεληνεκούς. Το αποτέλεσμα ήταν ορατό, κατά πρώτον, στο επίπεδο της διμερούς συνεργασίας: σημαντική αύξηση των εμπορικών συναλλαγών και, κυρίως, καρποφόρα αναζήτηση τρόπων για την προσέλκυση του ενδιαφέροντος Γάλλων επενδυτών, κράτους και ιδιωτών, χάραξη μορφών πολιτιστικής συνεργασίας, άνθιση παραδοσιακής σύμπνοιας απέναντι σε ορισμένα καίρια προβλήματα της εποχής.

Μείζονα σημασία για την Ελλάδα είχε όμως η υποστήριξη που παρέσχε ο πρόεδρος Ντε Γκωλ στη Σύνδεση με την ΕΟΚ. Οι επαφές των δύο κυβερνήσεων αφορούσαν τη ρύθμιση οικονομικών και τεχνικών προβλημάτων, όπως την προστασία της βιομηχανίας και της γεωργίας της Ελλάδος και την προαγωγή των εξαγωγών ευαίσθητων αγροτικών προϊόντων στις χώρες της Κοινότητας. Η σταθερή στάση της Γαλλίας συνετέλεσε σε αποφασιστικό βαθμό στην τελική ευόδωση των διαπραγματεύσεων της Ελλάδος για τη Σύνδεση με την ΕΟΚ. Μετά μία περίοδο στασιμότητας, η προσωπική παρέμβαση του Γάλλου προέδρου συνετέλεσε στην επίλυση των διαφορών. Εκτοτε, η Γαλλία θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην επιτυχή έκβαση των διαπραγματεύσεων. Ο ίδιος ο Καραμανλής επισήμανε ότι, μετά τον Ιούλιο του 1960, ο Γάλλος πρόεδρος παρέσχε αμέριστη τη συμπαράστασή του προς το ελληνικό αίτημα· και καταλήγει: «Ημπορώ, μάλιστα, να ισχυριστώ ότι χωρίς την παρέμβαση του Ντε Γκωλ κατά την τελευταία στιγμή, η προσπάθεια της Συνδέσεως θα είχε ναυαγήσει». Είναι δίκαιη, κατά ταύτα, η υποδοχή που του επιφύλαξε, τον Μάιο του 1963, ο ελληνικός λαός, υπερβάλλοντας κάθε προηγούμενο προκειμένου για έναν αλλοδαπό ηγέτη. «Αυτή η μοναδική υποδοχή –επιλέγει ο Καραμανλής– οφείλετο στο γεγονός ότι οι Ελληνες αισθάνονταν όχι μόνο θαυμασμό για τον στρατηγό, αλλά και ευγνωμοσύνη για το ενδιαφέρον που έδειχνε σ’ ό,τι αφορά το μέλλον της Ελλάδος. Ο ίδιος ήταν τόσο ενθουσιασμένος, ώστε να κινείται συνεχώς και να προσθέτει στο πρόγραμμά του απρόβλεπτες εμφανίσεις».

Η επίσκεψη έδειξε ότι η μοίρα της Ελλάδας είναι μέσα στην Ευρώπη

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής απέβλεπε στη Σύνδεση και με το πολιτικό κριτήριο να εξοπλίσει την κοινοβουλευτική δημοκρατία με ακατάλυτους θεσμούς, αλλά και να κατοχυρώσει την ασφάλεια της χώρας και την εδαφική της ακεραιότητα στους κόλπους μιας ενοποιημένης Ευρώπης. Στο πεδίο της τελευταίας αυτής επιδίωξης συναντιόταν με τον στρατηγό Γκωλ, ο οποίος είχε επιδιώξει να επεκτείνει την επιρροή της ΕΟΚ, και μέσω αυτής της Γαλλίας, στον ελληνικό γεωστρατηγικό χώρο. Οταν ο Ελληνας πρωθυπουργός απηύθυνε στον Γάλλο πρόεδρο το ερώτημα αν θα ήταν δυνατό να υπολογίζει και στην εγγύηση της γαλλικής πυρηνικής δύναμης, είχε λάβει την απάντηση: «Ναι, και πρώτιστα σε αυτήν!»... Ο δρόμος για τη μεταγενέστερη στάση του Ζισκάρ ντ’ Εστέν, σε στιγμές κρίσης για την Ελλάδα, είχε ανοίξει...
Η επίσκεψη του προέδρου Ντε Γκωλ ήταν πολλαπλά χρήσιμη. Επέδρασε θετικά στις διμερείς σχέσεις και δίδαξε, κυρίως, ότι η μοίρα της Ελλάδος είναι μέσα στην Ευρώπη.

* Ο κ. Κωνσταντίνος Σβολόπουλος είναι ομότιμος καθηγητής της Νεότερης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και γενικός διευθυντής του Ιδρύματος «Κωνσταντίνος Γ. Καραμανλής». Εχει ονομαστεί αντεπιστέλλον μέλος του Συμβουλίου του Ιδρύματος Ντε Γκωλ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ